Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη VI

Κανάρης. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα.

Κανάρης. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα.

Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο πού ασβεστώνει την αντικρυνή πλαγιά της μέρας

λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της δίψας

λογαριάζεται απ την αρχή η παλιά λαβωματιά

κ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύδια μπρός στις πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα

όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Αδείασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Κι ο ψόφιος ποντικός.

Αδείασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και τη στέρνα.

Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πιά για το καντήλι της Αγιά-Βαρβάρας

πού δυόσμος πιά να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού

πού μία μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και τα σπερδούκλια.

Το χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.

Το γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πιά καθόλου τόπο

γιά άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα πού αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρωμένο πέλαγο

κ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά

σάν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου πού τον δέσανε στο κυπαρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.

Και μόνο σά βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά στις καπνισμένες πέτρες

ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ το θάνατο

ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι μεντζεσόλα

χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού

μά απ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος

καί ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους πού κάνει η οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα

κι ακούν ακόμα μία φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρός στην πύλη.

Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.

Χτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ τους ίσκιους ξένων καραβιών.

Κλεισμένοι οι δρόμοι απ τα ντουβάρια.

Μόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.

Κι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους

ν ακούσουνε τον πόνο τους πού δεν έγινε κόκκαλο.

Απάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν το κάστρο.

Κάτου απ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Ει, αδέρφι, δεν απόστασες;

Μπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου

πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,

ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;

δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σου λέει τη ζωή,

τό χαμομήλι φυτρωμένο μές στη λίγδα του νυχιού σου στο μεγάλο δάχτυλο του ποδαριού

σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Είναι δικό σου. Νοτισμένο απ την αρμύρα.

Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ το κεφάλι της σιωπής

στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε βλέπει.

Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο

έτσι να τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα

βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μές στην ξαστεριά

καί στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου

νά θυμηθείς πώς ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε

όταν θα βγάζεις απ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα

καί ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιά και δόξα.

Ύστερα θ ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου

καί βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μία στον αέρα

πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια

πάνου από τα βουνά πού σκύβουν σά φαντάροι πληγωμένοι

έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν στην κουβέρτα του ίσκιου –

θά ρίξεις μίαν ίσα στον κόρφο τ ουρανού να βρείς το γαλανό σημάδι

σάμπως να βρίσκεις πάνου απ το πουκάμισο τη ρώγα της γυναίκας πού αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου

σάμπως να βρίσκεις ύστερ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας του πατρικού σπιτιού σου.

(από τα Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)

Αρέσει σε %d bloggers: