Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη VII

Ο ποιμήν Αθανάσιος και η γυναίκα του Μαλάμου. Έργο του ζωγράφου της Ρωμιοσύνης Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1870-1934)

Ο ποιμήν Αθανάσιος και η γυναίκα του Μαλάμου. Έργο του ζωγράφου της Ρωμιοσύνης Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1870-1934)

Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή πού τα τσιμπολογάν οι κόττες.

Τα ξέρουμε, μάς ξέρουνε. Δώ χάμου ανάμεσα στα βάτα

έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δώ χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,

στήν ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ η φωνή του φετεινού τζίτζικα,

στά σκοίνα ο ίσκιος σου πού σε παίρνει από πίσω σά σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο,

πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες

τά βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μία σιγαλιά από αχλάδια πού μεγαλώνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού

μία νύστα από νερό πού χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –

η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της

έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της

καί κεί ψηλά πίσω από το πευκόδασο

στεγνώνει το ξωκκλήσι του Άη-Γιαννιού του Νηστευτή

σάν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ ένα πλατύ φύλλο μουριάς πού την ξεραίνει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του

έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι

έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του

καί το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί πού πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Ελλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Η φλέβα του πλάτανου

έχει το αίμα σου. Και το σπερδούκλι του νησιού κ η κάπαρη.

Το αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο

μία στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο

στρογγυλή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.

Κάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους

ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα να βρεί το γιό του

απ την κοψιά του σαγονιού κι απ τα πέτρινα φρύδια,

ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Κάτι βρίσκουμε.

Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά. Κουρντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους

έτσι πού μένουν τα κομμάτια τ ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα

τότε μπορεί να βρούμε τ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπώ.

Τότε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.

Είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα

μέ την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του

καί δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του, γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο

κ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ τη ζωή και πάνου από το θάνατο

καί τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. Κ είναι σίγουρος

πώς ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Και την ώρα πού το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια στεναχώρια,

τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ τα κάγκελα του μπαλκονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του

μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων και των αδελφών.

(από τα Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)

Αρέσει σε %d bloggers: