Βίος αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου (13 Νοεμβρίου) (2)

ΧρυσόστομοςΣυνέχεια από (1)

Κάτω από τέτοιες συνθήκες άρχισε το ιερατικό του στάδιο ο Χρυσόστομος στην Αντιόχεια και κατόρθωσε να κυριαρχήσει στην πνευματική ζωή της πόλεως. Μεγάλο όπλο του ήταν ο λόγος. Μιλούσε ακατάπαυστα κάθε Κυριακή και Παρασκευή, τις δε Τεσσαρακοστές και Διακαινησίμους κάθε ήμερα, περιερχόμενος όλους τους ναούς της πόλεως και τα παρεκκλήσια, αλλά προτιμώντας τη μεγάλη εκκλησία που είχε ιδρύσει ο Μ. Κωνσταντίνος. Προφύλασσε το λαό από τις αιρέσεις, συμπαραστεκόταν αυτόν κατά τις δύσκολες ήμερες, όπως η στάση των ανδριάντων (387), ανέλυε προς αυτόν τα περιεχόμενα της Γραφής, προΐστατο της κοινής προσευχής, οργάνωσε τη φιλανθρωπία. Η Εκκλησία Αντιοχείας έτρεφε κατά τους χρόνους του 3.000 καταγραμμένες χήρες και παρθένους και μεγάλο αριθμό ορφανών, περιέθαλπε δε πολυάριθμους ξένους, ασθενείς και φυλακισμένους. Από την περίοδο αυτή προέρχεται ο μεγαλύτερος όγκος των ομιλιών του.

Η φήμη του είχε διαπεράσει τα όρια της Συρίας και, ενώ όλοι περίμεναν να διαδεχθεί στην Αντιόχεια τον Φλαβιανό, τα πράγματα ακολούθησαν άλλη οδό. Όταν πέθανε ο Νεκτάριος Κωνσταντινουπόλεως, ο επιτήδειος ιεράρχης Θεόφιλος Αλεξανδρείας, κρίνοντας κατάλληλη τη στιγμή να επιβάλει τις απόψεις της έδρας του επί του ζητήματος της διαδοχής, μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον γέροντα πρεσβύτερο Ισίδωρο, που τον προόριζε για την κενωθείσα θέση. Αλλ’ ο ευφυέστατος ευνούχος πρωθυπουργός Ευτρόπιος, που είχε δώσει αυτοκράτειρα στην πρωτεύουσα, ήταν αποφασισμένος να δώσει και αρχιεπίσκοπο τώρα. Κατά μία επίσκεψη του στην Αντιόχεια είχε λάβει γνώση για την προσωπικότητα και το έργο του Χρυσοστόμου, και έπεισε τον Αρκάδιο ότι αυτός ήταν ο κατάλληλος για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της πρωτεύουσας άνδρας. Ίσως είχε κάνει λάθος, τουλάχιστο από τη δική του πλευρά, διότι ο Χρυσόστομος δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσε να προσαρμοσθεί σε αυτοκρατορικό περιβάλλον, και αυτό υπήρξε δυστύχημα γι’ αυτόν και την Εκκλησία, θέλοντας λοιπόν να εξουδετερώσει ενδεχόμενη άρνηση του Χρυσοστόμου και πιθανότατη αντίδραση του λαού της Αντιόχειας, ο Ευτρόπιος φρόντισε μέσω του έπαρχου να επιβιβασθεί αυτός σε άμαξα παραπλανητική και να οδηγηθεί διά ξηράς στην Κωνσταντινούπολη, για να μη δει πλέον ξανά τη γενέτειρα του. Ο υποψήφιος πληροφορήθηκε τις προθέσεις των αρχόντων καθ’ οδό και φαίνεται ότι δεν έφερε μεγάλες αντιρρήσεις. Στο μεταξύ ο Αρκάδιος είχε προσκαλέσει αριθμό επισκόπων, οι οποίοι μαζί με τον κλήρο και το λαό επικύρωσαν την αυτοκρατορική, εκλογή, διαφώνησε δε μόνο ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας. Τέλος αυτός όχι μόνο υποχώρησε, αλλά και αναγκάσθηκε να χειροτονήσει τον Ιωάννη σε επίσκοπο την 15 Δεκεμβρίου 397· δεν λησμόνησε όμως ποτέ την ταπείνωση που υπέστη. Ο νέος αρχιεπίσκοπος ενθρονίστηκε την 26 Φεβρουαρίου 398.

Ο Χρυσόστομος υπήρξε ρήτορας που συνάρπαζε τα πλήθη και σπουδαίος οργανωτής του εκκλησιαστικού και κοινωνικού έργου. Σε μια επαρχιακή μεγαλούπολη, όπως ήταν η Αντιόχεια, σαν αρχιεπίσκοπος θα μεγαλουργούσε· αλλά στην πρωτεύουσα δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει όλες τις ικανότητες του, διότι στερούνταν το προσόν της ελαστικότητας και προσαρμοστικότητας απέναντι στους πολιτικούς άρχοντες. Σφοδρός τιμητής των πάντων, μετέβαλλε τους φίλους σε εχθρούς. Γι’ αυτό δεν του επιτράπηκε ν’ ασκήσει επί μακρό χρόνο τα αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα και όσο χρόνο ποίμανε δεν ήταν αδιατάρακτος στα έργα τον. Εξ αιτίας αυτού η Εκκλησία στερήθηκε την αναμενόμενη προσφορά απ’ αυτόν, αλλά κέρδισε αιώνια από το παράδειγμα της ακατάβλητης ηθικής αντιστάσεως του.

Αφού ανέβηκε στο θρόνο συγκρότησε επιτελείο από αφοσιωμένους κληρικούς μαθητές, μεταξύ των όποιων διακρίνονταν οι Τίγριος, Παύλος, Πρόκλος, Φίλιππος, Γερμανός, Κασσιανός, Στέφανος, Ελλάδιος και Σεραπίωνας, και μαθήτριες, όπως η Ολυμπιάδα, η Πενταδία, η Πρόκλη και η Σιλβίνη, και επιδόθηκε στο πολύπλευρο έργο του, που επεκτεινόταν από την ιεραποστολή μέχρι τη διοργάνωση της κοινωνικής πρόνοιας, και από την ηθική κάθαρση του Κλήρου μέχρι την αναμόρφωση της λατρευτικής ζωής.

Έχοντας τη συνείδηση ηγέτη της καθολικής Εκκλησίας, ενδιαφέρθηκε για την επέκταση του Χριστιανισμού στην οικουμένη. Οργάνωσε ιεραποστολές στη Γοτθία, τη Σκυθία, την Κελτική, την Περσία και τη Φοινίκη. Στους Γότθους της Κωνσταντινουπόλεως παραχώρησε ναό, όπου κήρυττε πολλές φορές και ο ίδιος. Της δε Φοινίκης ο οριστικός εκχριστιανισμός οφείλεται στις προσπάθειες του, που συνεχίσθηκαν αμείωτες και από την εξορία.

Μία από τις πρώτες φροντίδες του υπήρξε επίσης ο λατρευτικός βίος του ποιμνίου. Οι γυναίκες μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις ακολουθίες της ημέρας, ενώ οι άνδρες εργάζονταν, γι’ αυτό εισήγαγε τις συνηθισμένες και στην Αντιόχεια νυχτερινές προσευχές, για να τις παρακολουθούν οι άνδρες, τις οποίες στην Κωνσταντινούπολη τελούσαν τότε μόνο οι Αρειανοί. Σύνταξε δε και λειτουργικές ευχές που συμπεριλήφθηκαν στη λειτουργία που ήταν τότε σε χρήση.

Ο λαός στην πρωτεύουσα, που απότομα τότε διογκώθηκε, είχε ανάγκη από πνευματική και ηθική καθοδήγηση, την οποία ο Ιωάννης παρείχε πλούσια με τα συνεχιζόμενα πάντοτε κηρύγματά του. Προσέλκυαν κυρίως την προσοχή του η αδιαφορία για την ηθική συμπεριφορά και η χαλάρωση των ηθών. Η μανιώδης παρακολούθηση ιπποδρομιών και θεατρικών παραστάσεων κακής ποιότητας, η σκληρότητα προς τους κατώτερους, η φιλαργυρία και η πολυτέλεια ήταν αντικείμενα των χωρίς τέλος φιλιππικών του αρχιεπισκόπου, που έβλεπε τους φιλοθεάμονες άλλοτε μεν με αγαλλίαση να γεμίζουν τους ναούς, άλλοτε δε με λύπη να τους εγκαταλείπουν για να μη χάσουν τα θεάματα.

Οι μεγάλες πολιτικές και θρησκευτικές μεταβολές, με τη βαθμιαία εγκατάλειψη του θεσμού της δουλείας, είχαν δημιουργήσει οξύτατο κοινωνικό πρόβλημα. Ο Ιωάννης, αποδίδοντας τόση αξία στην προσωπικότητα του άνθρωπου, όση δεν είχε αυτή συναντηθεί κατά τους προηγούμενους χρόνους της αυτοκρατορίας, έδειχνε προς τους δυστυχείς συμπάθεια που συγκινούσε. Αλλ’ επειδή δεν αρκούσε η συμπάθεια, έλαβε πρακτικά μέτρα προς ανακούφιση αυτών, χρησιμοποιώντας τον με οποιοδήποτε τρόπο εξευρισκόμενο πλούτο, πουλώντας ακόμα και πολυτελή αντικείμενα του επισκοπικού μεγάρου και καταργώντας τα προς τους επίσημους γεύματα. Έκτισε πολλά νοσοκομεία· «Περιττευούσης δε της χρείας, κτίζει πλείονα νοσοκομεία, προσκαταστήσας δύο των ευλαβών πρεσβυτέρων, έτι μην ιατρούς και μαγείρους και χρηστούς των άγαμων εργάτας τούτοις εις υπηρεσίαν ώστε τους επιχωριάζοντας ξένους και υπό νόσον ληφθέντος τυγχάνειν επιμελείας». Πρόσθεσε γηροκομεία και πτωχοκομεία και οργάνωσε με συστηματικό τρόπο το έργο της κοινωνικής πρόνοιας, το οποίο ανέθεσε στις διακόνισσες που μνημονεύθηκαν παρά πάνω, με προϊσταμένη την αριστοκράτισσα Ολυμπιάδα, χήρα του έπαρχου Νεβριδίου και συγγενή Γρηγορίου του Θεολόγου.

Στην προαγωγή του εκκλησιαστικού έργου δεν συμβάλλει μόνο η προσπάθεια, αλλά και το ήθος των κληρικών. Και κατά την εποχή εκείνη, όπως πάντοτε, μαζί με τους ευσυνείδητους κληρικούς υπηρετούσαν και μερικοί ασυνείδητοι, ή απλώς αδιάφοροι. Πολλούς τους τάρασσε το πάθος της φιλαργυρίας και άλλους τους προσέλκυε η καλοπέραση · ο Χρυσόστομος απαίτησε από όλους να μιμηθούν τη δική του ολιγάρκεια και πλήρη λιτότητα. Καταδίκασε επίσης την επικίνδυνη και σκανδαλώδη συνήθεια της συνοικήσεως κληρικών μετά μοναστριών με δύο δοκίμια του.

Στα πλαίσια της καθάρσεως της Εκκλησίας από τους ανάξιους κληρικούς περιλαμβάνεται και η τρίμηνη περιοδεία στη Μ. Ασία (401) που έγινε μετά από πρόσκληση, και που κατέληξε στην καταδίκη έξι σιμωνιακών επισκόπων με απόφαση συνόδου της Εφέσου. Η ενέργεια αυτή, που ικανοποίησε τους πολλούς, προκάλεσε το μίσος εκείνων που θίγονταν, οι οποίοι βρήκαν σαν αντικανονική την έκτος δικαιοδοσίας επέμβαση του Χρυσοστόμου. Είναι αλήθεια ότι ο Κωνσταντινουπόλεως δεν είχε ακόμα δικαιοδοσία στην περιοχή της Εφέσου, αλλ ‘ ήταν ήδη η εποχή της απορροφήσεως των Εξαρχιών από τα Πατριαρχεία.

Τα παραπάνω μέτρα είχαν ολέθριες για τη σταδιοδρομία του Χρυσοστόμου συνέπειες. Ομάδα δυσαρεστημένων κληρικών, αποτελούμενη από τους Σεβηριανό Γαβάλων, Ακάκιο Βέροιας της Συρίας, Αντίοχο Πτολεμαΐδος, και τον μοναχό Ισαάκ, καταγόμενοι όλοι από τη Συρία, και από δύο πρεσβυτέρους και πέντε διακόνους, αναζητούσε στηρίγματα για να επιτεθεί εναντίον του αρχιεπισκόπου. Προσπάθεια τους να βρουν στοιχεία από τη νεανική ηλικία του στην Αντιόχεια απέτυχε, αλλ’ ανέθεσαν τις ελπίδες τους στον Θεόφιλο Αλεξανδρείας που καιροφυλακτούσε. Ο Θεόφιλος, παλαιός Ωριγενιστής, είχε εξαναγκασθεί από ανθρωπομορφιστές μοναχούς ν’ αποκηρύξει τον Αλεξανδρινό διδάσκαλο και μάλιστα να τον καταπολεμεί. Όταν ο ευνοούμενός του πρεσβύτερος Ισίδωρος, αποφεύγοντας την οργή του για τη χρησιμοποίηση μεγάλης δωρεάς σε φιλανθρωπία, ενώ ο Θεόφιλος θα προτιμούσε με τη δωρεά αυτή την ανέγερση μεγαλοπρεπών οικοδομών, προσήλθε στους Μακρούς Αδελφούς, τέσσερις ηγέτες των μοναχών της Νιτρίας, που ονομάζονταν έτσι από το ανάστημα τους, αυτός έδιωξε τους αδελφούς. Τότε, αφού μετέβηκαν αυτοί στην Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκαν μεν από τον Χρυσόστομο, αλλά δεν έγιναν δεκτοί σε εκκλησιαστική κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Θεόφιλος άρχισε νέες επιθέσεις εναντίον του Χρυσοστόμου και ήταν έτοιμος να λάβει μέτρα εναντίον του. Οι προθέσεις του δεν άρεσαν στον αυτοκράτορα Αρκάδιο, που τον κάλεσε στην πρωτεύουσα προς απολογία ενώπιον συνόδου για τις επεμβάσεις του σε θέματα του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι οι ενέργειες των κληρικών έχθρων του Χρυσοστόμου θα έπεφταν στο κενό, εάν στο μεταξύ δεν άλλασσε η απέναντι σ’ αυτόν στάση των πολιτικών αρχών. Το τελευταίο ήταν η αδύνατη πλευρά του.

Συνεχίζεται…

Αρέσει σε %d bloggers: