Η Γέννησις του Χριστού (Λαογραφικό): Παραδόσεις των Χριστουγέννων

Τα κάλαντα. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα.

Από το βιβλίο Λαογραφικό Ημερολόγιο, Οι 12 μήνες και τα έθιμά τους, Εκδόσεις Πατάκη, 1988 (8η έκδοση)

Τρεις μεγάλες γιορτές

Απ’ την παραμονή των Χριστουγέννων στις 24 του Δεκέμβρη μέχρι τα Θεοφάνια στις 6 του Γενάρη είναι δώδεκα μέρες, γνωστές σαν Δωδεκάημερο ή Δωδεκάμερο. Σ’ αυτό το διάστημα γιορτάζουμε τρεις μεγάλες γιορτές που έχουν σχέση με το Χριστό: τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια ή Φώτα. Τα Χριστούγεννα για τη γέννηση του Χριστού, την Πρωτοχρονιά για την περιτομή του αλλά και την αρχή του χρόνου, και τα Θεοφάνια για τη βάφτισή του.

Πότε καθιερώθηκε η γιορτή της Γέννησης

Ούτε στην Π.Διαθήκη ούτε στην Καινή αναφέρεται ποιο μήνα ή μέρα γεννήθηκε ο Χριστός. Έτσι, τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η γέννησή του δεν αποτελούσε ιδιαίτερη γιορτή, αλλά οι χριστιανοί γιόρταζαν μαζί γέννηση και βάφτιση στις 6 του Γενάρη. Το 354 μ.Χ., ύστερα από πολλές συζητήσεις και αντιρρήσεις, ορίστηκε στη Ρώμη σαν μέρα γιορτής της γέννησης η 25η Δεκεμβρίου για τούτο το λόγο: Η ημέρα αυτή ήταν καθιερωμένη από τους Ρωμαίους ως ημέρα γέννησης του Περσικού θεού Μίθρα, του «αήττητου θεού Ήλιου». Είναι γνωστό πως οι Ρωμαίοι, επιστρέφοντας από τους πολέμους της Ανατολής, έφεραν μαζί τους τη λατρεία πολλών θεών της. Από τους πιο δημοφιλείς ήταν ο Μίθρας, γιατί ήταν ο θεός του φωτός,του Ήλιου, που μάχεται και διώχνει το σκοτάδι. Το Γενέθλιόν του, η μέρα δηλαδή που γεννήθηκε, είχε συνδυαστεί με τη χειμερινή τροπή του ήλιου, που γύρω στις 25 Δεκεμβρίου αρχίζει να κερδίζει έδαφος και να στέκεται περισσότερο στο ουράνιο στερέωμα. Η μέρα αυτή για τους Ρωμαίους ήταν ημέρα ευφροσύνης. Έφευγαν τα σκοτάδια, ερχόταν το φως! Τη γιόρταζαν, λοιπόν, με μεγάλη λαμπρότητα και πολλά ξεφαντώματα. Ήταν τόσο αγαπητή γιορτή και τόσο διαδεδομένη, ώστε καμιά συμβουλή, καμιά προτροπή και καμιά απειλή των πατέρων της εκκλησίας δε στάθηκε ικανή να την εξαφανίσει ή τουλάχιστον να ελαττώσει τη συμμετοχή των πρώτων χριστιανών. Όμως, το καλό το παληκάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι! Σαν τέτοιο οι πατέρες της εκκλησίας βρήκαν ένα δοκιμασμένο μέσο, την υποκατάσταση. Όρισαν δηλαδή την 25η Δεκεμβρίου σαν ημέρα γέννησης του Χριστού, του νέου Ήλιου, που έδιωξε τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας απ’ τις ψυχές των ανθρώπων και τις πλημμύρισε με χριστιανικό φως. Έτσι ο ένας Ήλιος υποκατέστησε τον άλλο και να που στις 25 Δεκεμβρίου γιορτάζουμε πια τη γέννηση του Χριστού, τα Χριστούγεννα.

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Τα «αβάφτιστα» νερά και οι καλικάντζαροι

Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν’ αλωνίζουν τον κόσμο. Ας δούμε όμως πρώτα πώς τους φαντάζεται και τι πιστεύει γι’ αυτούς ο ελληνικός λαός. Οργιάζει κυριολεκτικά η λαϊκή φαντασία σχετικά με την εμφάνισή τους: «είναι σαν τους ανθρώπους, όμως μαύροι κι άσκημοι και πολύ ψηλοί και φορούν σιδεροπάπουτσα», πιστεύουν μερικοί. Για άλλους είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, τράγινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο το σώμα». Άλλοι πάλι τους θέλουν «κουτσούς, στραβούς, μονόμματους, μονοπόδαρους και πολύ κουτούς… Η θροφή τους είναι σκουλήκια, βαθράκια, φίδια κ.ά. Μπαίνουν στα σπίτια απ’ την καπνοδόχο και κατουρούν τη φωτιά, καβαλικεύουν στους ώμους τους διαβάτες, τους πιάνουν στο χορό».

Τα ονόματά τους

Τα ονόματα που τους έχουν δώσει είναι ποικίλα, ανάλογα με τον τόπο: λυκοκάντζαροι, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, καλιοντζήδες, μνημοράτοι, (π)αρωρίτες, κολοβελόνηδες, πλανητάροι, τσιλικρωτά, παγανά, είναι μερικά απ’ αυτά.

Ποιοι γίνονται καλικάντζαροι

Ο λαός πιστεύει πως καλικάντζαροι γίνονται τα παιδιά που γεννιούνται ανήμερα τα Χριστούγεννα. Γιατί τότε σημαίνει πως η σύλληψή τους έγινε του Ευαγγελισμού, την ίδια μέρα με τη σύλληψη του Χριστού, πράγμα που για κάθε χριστιανό είναι αμάρτημα βαρύτατο. Για να εμποδίσουν ένα τέτοιο παιδί να γίνει καλικάντζαρος, το δένουν απ’ το χέρι της μητέρας του με μια σκορδοπλεξούδα ή με ψαθόσκοινο. Έτσι δεν μπορεί να φύγει μαζί τους. Ή του καίνε τα νύχια των ποδιών, γιατί καλικάντζαρος χωρίς νύχια δε γίνεται.

Το δέντρο της γης

Όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω απ’ τη γη και προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη βαστάει, είτε πελεκώντας το με τσεκούρια είτε ροκανίζοντάς το με τα μακριά και σουβλερά τους δόντια. Μα εκεί που λίγο θέλει να πέσει το δέντρο, να γκρεμιστεί μαζί του κι η γη, να σου και φτάνουν τα Χριστούγεννα. Τότε οι καλικάντζαροι ξεχύνονται στον Απάνω Κόσμο μέχρι τα Φώτα. Όταν ξαναγυρίζουν στα σπλάχνα της γης, βρίσκουν το δέντρο ακέραιο πάλι και ξαναρχίζουν το ροκάνισμα μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Τα καμώματα των καλικαντζάρων

Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι, σαν ξεπροβάλουν ένας ένας απ’ τις τρύπες τους πάνω στη γη· έτσι και νυχτώσει, αρχίζουν να τριγυρίζουν στην εξοχή και στους μύλους, κατεβαίνουν στο χωριό μήπως και μπουν στα σπίτια. Αλίμονο σ’ όποιον συναντήσουν νυχτιάτικα! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, που λέμε. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, καβαλικεύουν στους ώμους του, χορεύουν ολόγυρά του κι άλλα πολλά. Μανία τους να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές. Στα σπίτια μπαίνουν απ’ την καπνοδόχο και σαν πατήσουν το πόδι τους, αρχίζουν ν’ ανακατεύουν και να μπερδεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους, μα το πιο πολύ που θέλουν είναι να μαγαρίσουν τα φαγητά των ανθρώπων.

Πώς να τους διώξεις

Ωστόσο κανένα κακό δε στάθηκε στον κόσμο, που ο άνθρωπος να μην προσπάθησε να βρει την γιατρειά του. Έτσι και δώ. Η καλή νοικοκυρά θα συμμαζέψει πρώτα μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω. Θα βάλει στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα του σπιτιού ένα κόσκινο. Ο καλικάντζαρος και περίεργος είναι και «μπιτ για μπιτ κουτός». Μόλις το δει, στέκεται κι αρχίζει να μετράει τις τρύπες του· ένα δύο! Ένα δύο! Ένα δύο! Παρακάτω δεν ξέρει να μετρήσει, γιατί μπερδεύεται ή δεν τολμάει να πει το «τρία». Έτσι χάνει την ώρα του, γιατί έχει πια ξημερώσει και σαν λαλήσει ο πρώτος πετεινός πρέπει να εξαφανιστεί. Δεν είναι ο μόνος τρόπος το κόσκινο· μπορούν να κρεμάσουν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, να κάψουν αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στη φωτιά κι ο καπνός κι οι κρότοι απ’ το αλάτι θα διώξουν μακριά τους καλικάντζαρους. Άλλοι δένουν στο χερούλι της πόρτας ένα σκουλί (τούφα) λινάρι. Ώσπου να μετρήσει ο καλικάντζαρος τις ίνες του λιναριού, έφτασε το ξημέρωμα κι όπου φύγει φύγει.

Τους πιάνουν και με το καλό προσφέροντάς τους γλυκά και τηγανίτες, που τα πετάνε στην καπνοδόχο. Στην Κύπρο τους ρίχνουν ξεροτήγανα την τελευταία μέρα του Δωδεκάμερου.

Ο φόβος τους για τη φωτιά

Όμως εκείνο που τρέμουν και φοβούνται περισσότερο -το πιο σίγουρο μέσο για να γλιτώσεις απ’ τους καλικάντζαρους- είναι η φωτιά. Αυτή τους διώχνει μακριά. Μέρα και νύχτα λοιπόν όλο το Δωδεκάμερο η φωτιά δε σβήνει στην οικογενειακή εστία. Ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει ξεδιαλέξει ένα χοντρό ξύλο από αγκαθερό δέντρο, γιατί τ’ αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια.

Το «Χριστόξυλο» και το «πάντρεμα της φωτιάς»

Είναι το Χριστόξυλο, που αλλιώς το λένε δωδεκαμερίτη ή σκαρκάντζαλο. Αυτό θα καίγεται μέρα νύχτα όλο το Δωδεκάμερο. Πριν το ρίξουν στη φωτιά, το ραίνουν με καταχύσματα, δηλαδή με ξηρούς καρπούς, που τα παιδιά χύνονται να τα μαζέψουν. Αλλού βάζουν δύο ή τρία ξύλα· το ένα από ίσιο αρσενικό δέντρο, π.χ. κέδρο, που συμβολίζει το νοικοκύρη του σπιτιού. Το δεύτερο, θηλυκό πάντοτε, από αγριοκερασιά ή αχλαδιά, συχνά με παραφυάδες, που συμβολίζει τη νοικοκυρά, και το τρίτο, τον κουμπάρο, πρόσωπο εξίσου απαραίτητο σε κάθε γάμο. Εδώ έχουμε το έθιμο που το λένε το «πάντρεμα της φωτιάς». Στη Λευκάδα, ο νοικοκύρης, λες και κάνει σπονδή, χύνει πάνω στα ξύλα αυτά λάδι και κρασί. Σε άλλα μέρη ρίχνουν και φυτά που κάνουν κρότο σαν καίγονται (π.χ. σπαραγγιές). Κι οι κρότοι κι ο καπνός διώχνουν μακριά τα δαιμόνια κατά τη λαϊκή πίστη. Απ’ αυτή τη φωτιά, που είπαμε πως καίει ολημερίς κι ολονυχτίς, ακόμη και τα ξύλα που θ’ απομείνουν σε κάτι χρησιμεύουν. Τα μπήγουν στα χωράφια , για να αποτρέπουν τα μάγια και για να καρπίζουν τα στάρια. Τη στάχτη πάλι τη σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία του σπιτιού, ολόγυρα στην αυλή και στα χωράφια, για να διώξουν κάθε κακό μακριά.

Μεγάλες φωτιές και κουδούνια

Στη Βόρεια Ελλάδα, στον Πόντο (άλλοτε) κ.α. ανάβουν μεγάλες φωτιές στην πλατεία των χωριών και των κωμοπόλεων ή στο ψηλότερο σημείο τους. Γύρω απ’ τη φωτιά, μικροί και μεγάλοι τραγουδούν χριστουγεννιάτικα τραγούδια και συγχρόνως χτυπούν κουδούνια. Έτσι με τη φωτιά και με τους κρότους των κουδουνιών πιστεύουν πως διώχνουν μακριά τα δαιμόνια του Δωδεκάμερου. Για τον ίδιο λόγο οι διαβάτες, όταν ήταν υποχρεωμένοι να βγουν έξω νυχτιάτικα, κρατούσαν ένα δαυλί αναμμένο στο χέρι.

Μεταμφιέσεις

Ένα άλλο έθιμο, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους, είναι οι μεταμφιέσεις. Το έθιμο παρουσιάζεται στη Βόρεια Ελλάδα -Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία- και τους μεταμφιεσμένους τους ονομάζουν Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια ή Μωμόερους. Μεταμφιέζονται σε λύκους, αρκούδες, καμήλες, τράγους κ.ά. φορώντας τα τομάρια τους. Αλλά συνηθίζουν να ντύνονται και με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά και άλλα όπλα. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά, μπαίνουν στα σπίτια, τραγουδουν και μαζεύουν δώρα. Άμα συναντηθούν δυο παρέες, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μια ομάδα να νικήσει κι η άλλη να δηλώσει υποταγή.

Τα κάλαντα

Αρκετές μέρες πριν τα Χριστούγεννα, τα παιδιά ετοιμάζουν την παρέα τους για τα κάλαντα. Την παραμονή, αγουροξυπνημένα ακόμη, πετάγονται βιαστικά απ’ το κρεβάτι και ετοιμάζονται. Χαράματα σχεδόν ξεχύνονται στους δρόμους, για να περάσουν στα σπίτια και ν’ αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Στα χέρια τους κρατούν φανάρια πολύχρωμα ή καραβάκια φωτισμένα. Κρατούν και ραβδιά που τα χτυπούν ρυθμικά στις πόρτες των σπιτιών «για το καλό» και τραγουδούν τα κάλαντα. Οι τρυφερές φωνές που συνοδεύονται κι απ’ το ρυθμικό χτύπημα του τριγώνου. Όλες οι πόρτες ανοίγουν μπροστά τους, ν’ ακουστεί το μήνυμα της μεγάλης μέρας, μαζί μ’ ευχές κι επαίνους για το νοικοκύρη, τη νοικοκυρά και τ’ άλλα πρόσωπα του σπιτιού:

Καλήν εσπέραν άρχοντες, (αν εί-), αν είναι ορισμός σας,

Χριστού τη θεία γέννηση (να πω), να πω στ’ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον (εν Βη-) εν Βηθλεέμ τη πόλει,

οι ουρανοί αγάλλονται, (χαίρει) χαίρει η κτίσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται (εν φα-) εν φάτνη των αλόγων

ο βασιλεύς των ουρανών (και ποι-) και ποιητής των όλων.

Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι (το δο-) το δόξα εν Υψίστοις

………………………………………………………………..

Δεν είναι βέβαια τα μοναδικά κάλαντα. Κατά τόπους υπάρχουν κι άλλα, πιο λαϊκά, πιο άμεσα, πιο ανθρώπινα, όπου η Παναγία περιγράφεται σαν μια απλή γυναίκα που κοιλοπονάει, μια λεχώνα, κι ο Χριστός ένα οικείο τρυφερό βρέφος.

Χριστός γεννιέται,

σαν γήλιος φέγγει,

σαν νιο φεγγάρι,

σαν παληκάρι.

Κυρά Θεοτόκο

εκοιλοπόνα,

εκοιλοπόνα

και παρεκάλιε!

Βοηθήσετέ με

αυτή την ώρα

τη βλογημένη

και δοξασμένη,

μαμή να πάτε,

μαμή να φέρτε.

Ώστε να πάσι

και να γυρίσου,

Χριστός γεννήθη

σα νιο φεγγάρι,

σαν παλικάρι.

Κάθε νοικοκυρά ανταμείβει γενναιόδωρα τα παιδιά, ανάλογα βέβαια με το «έχει της», με κουλούρια, κάστανα, καρύδια, και τα νεότερα χρόνια με γλυκά και νομίσματα. Το ‘χουν «σε κακό» να διώξουν χωρίς τίποτε τα παιδιά ή να μην τους ανοίξουν την πόρτα. Σ’ αυτή την περίπτωση τα παιδιά αντιδρούν κοροϊδεύοντας:

Αφέντη μου, στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,

άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν, άλλες αυγά μαζώνουν.

………………………………………………..

Χριστουγεννιάτικες προετοιμασίες

Μολονότι η νηστεία πριν τα Χριστούγεννα είναι ελαφριά κι ελαστική, γι’ αυτούς που νηστεύουν είναι μια μέρα ξεχωριστής καλοφαγίας, Χοίρο σφάζουν συνήθως στα χωριά, όπου δε σφάζουν τα χοιρινά τους τις Αποκριές. Όπου δε σφάζουν χοίρο, σφάζουν όρνιθα ή πετεινό. Κι η γαλοπούλα; Αυτή μπήκε στο ελληνικό τραπέζι από τον ευρωπαϊκό χώρο μετά το 16ο αι. Τώρα βέβαια, στα περισσότερα σπίτια δεν κάθονται στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι χωρίς μια τροφαντή γαλοπούλα, συνήθως παραγεμισμένη με κάστανα, κουκουνάρια κ.λ.π.

Τα χριστόψωμα και τα στολίδια τους

Απαραίτητα και τα «χριστόψωμα» ή οι «κουλούρες» των Χριστουγέννων με τα χίλια δυο στολίδια τους. Τα φτιάχνουν από ζυμάρι και τα σχέδια είναι ανάλογα με τις ασχολίες της κάθε οικογένειας. Οι νοικοκυρές των γεωργών τα δικά τους· εδώ θα βάλουν το αλέτρι με τα βόδια, εκεί το βαρέλι του κρασιού, να και το σπίτι, πιο κει μια μαργαρίτα από μύγδαλα άσπαστα, παραπέρα τ’ αμπέλι (δηλαδή κλωνάρι κληματαριάς), και αστράκια και καρύδια. Κι οι γυναίκες των τσοπάνηδων, εκτός από το σταυρό και το δικέφαλο αετό, που ‘ναι κοινά στολίδια σε όλους, θα πλουμίσουν το χριστόψωμό τους με το μαντρί και μέσα θα σκορπίσουν μπόλικα αρνάκια και κατσικάκια.

Γυρω απ’ το χριστουγεννιάτικο τραπέζι

Κι όλα είναι έτοιμα πια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Θα συγκεντρώσει γύρω του παιδιά εγγόνια, παπούδες και γονιούς, νύφες και πεθερές και ξενιτεμένους. «Μέρες που ‘ναι» τους πιάνει το παράπονο κι η νοσταλγία για τον τόπο και τους δικούς, και τρέχουν να γιορτάσουν μαζί τους, στην αγκαλιά της οικογένειας και την ασφάλεια της πατρικής στέγης. Από την παραμονή στρωμένο το τραπέζι. Την πρώτη θέση κατέχει το χριστόψωμο, η βασική τροφή του Έλληνα, κι ένα πιάτο μέλι. Γύρω τους σκόρπια φουντούκια, καρύδια, μύγδαλα ή φρούτα: πορτοκάλια, μήλα και σύκα ξερά. Η βασική τροφή κι η σκόρπια αφθονία! Πρώτα τρώνε μέλι κι ύστερα «υψώνουν το τραπέζι», δηλαδή σηκώνουν ψηλά το χριστόψωμο. Στη Σινώπη, καθώς το σήκωναν, έλεγαν τρεις φορές: «Χριστός γεννάται στον Κόσμο, κεράς (κυράς) τραπέζια, Παναγίας τραπέζια». Έτσι, μ’ ευλογημένο το χριστόψωμο και το τραπέζι, ρίχνονται με όρεξη στα φαγητά που κάθε τόπος συνηθίζει τέτοια μέρα.

Οι φτωχοί και οι νεκροί

Μπορεί ο ελληνικός λαός ποτέ να μην υπήρξε πλούσιος σε αγαθά, είναι όμως πλούσιος σε αισθήματα. Πριν καλοκαθίσουν στο τραπέζι, αναλογίζονται τους φτωχότερους. Θα τους «αγγελίσουν», θα τους βοηθήσουν δηλαδή προσφέροντάς τους ένα καλό μερίδιο. Κι ούτε ζητιάνος θα παραπονεθεί κανείς μια τέτοια μέρα., γιατί η μερίδα του είναι καλά φυλαγμένη και πλούσια. Στην Κορώνη, η «πρώτη αγκωνή του τσουρεκιού» θα δοθεί σ’ ένα ζητιάνο. Σκέφτονται ακόμη κι αυτούς που τα περασμένα χρόνια κάθονταν δίπλα ή αντίκρυ τους στο γιορτινό τραπέζι και τώρα βρίσκονται σ’ έναν άλλο κόσμο. Τους ετοιμάζουν τα πολυσπόρια τους, όσπρια και σπόρους, φασόλια και κολλυβοζούμι ή κι άλλα φαγητά. Τα διαβάζουν και τα μοιράζουν στην εκκλησιά, χωρίς να παραλείψουν να τους επισκεφτούν στο νεκροταφείο.

Για την ευτυχία του σπιτιού

Βέβαια, δε λείπουν και τα έθιμα που σκοπό τους έχουν την πλούσια σοδειά, την αφθονία, την ευτυχία του σπιτιού. Μια χαρακτηριστική ευχή είναι: «Καλή γεια, καλή χρονιά, καλό μπερεκέτ’ ». Αλλού θυμιάζουν μια πίτα, τα ζώα, το στάβλο, τα γεωργικά εργαλεία. Αλλού μεταλαβαίνουν λίγο κρασί κι άλλοι βάζουν το υνί του αλετριού δίπλα στη φωτιά, στην οικογενειακή εστία. Και στη βρύση του χωριού κάνουν προσφορές, έπειτα κλέβουν νερό και λένε: «όπως τρέχει το νερό σου, βρυσούλα μου, έτσι να τρέχει το βιο μου».

Το καλό ποδαρικό

Θυμούνται και το καλό ποδαρικό για το σπίτι. Βάζουν ένα παιδί, το πρώτο που θα χτυπήσει την πόρτα τους, να πει τα κάλαντα, ν’ ανακατέψει τη φωτιά μ’ ένα ξύλο. Ανακατεύοντάς τη λέει: «πουλιά, κατσίκια, αρνιά, γρόσια». Τι καλύτερη ευχή για ένα αγροτικό σπίτι;

Ανοίγουν τα ουράνια

Η Γέννηση του Χριστού έχει κάτι το θαυμαστό για το λαό. Είναι το μεγάλο γεγονός, τέτοιο που την παραμονή κάνει τους ουρανούς ν’ ανοίγουν. Κι άμα δεις ν’ ανοίγουν τα ουράνια, ό,τι ευχή πεις θα πιάσει, ό,τι ζητήσεις θα γίνει, αρκεί να προφτάσεις, γιατί όλα γίνονται σαν αστραπή, τόσο γρήγορα, κι ούτε προφταίνεις καλά καλά να το καταλάβεις. Ωστόσο αυτή η πίστη κάνει πολλούς να ξαγρυπνάνε ως τα μεσάνυχτα, για να προφτάσουν τη θεϊκή λάμψη και να προφέρουν την ευχή τους.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Αφήσαμε τελευταίο το χριστουγεννιάτικο δέντρο, γιατί δεν είναι έθιμο ελληνικό. Μπορεί να θυμίζει την αρχαία ειρεσιώνη, όμως σαν δέντρο ολόκληρο μπήκε στο ελληνικό σπίτι από τα χρόνια του Όθωνα. Σήμερα μπορεί να πει κανείς πως έχει την κύρια θέση στα ελληνικά σπίτια τις μέρες των Χριστουγέννων, κι είναι η μεγάλη λαχτάρα των παιδιών. Ανυπομονούν να ‘ρθει η παραμονή, ή και πιο πριν, να στήσουν το δέντρο -συνήθως ένα έλατο ή ενωμένα κλαδιά ελάτου, ακόμη κι ένα πλαστικό- και να το στολίσουν. Το μπαμπάκι αντικαθιστά το χιόνι, πολύχρωμα φωτάκια που αναβοσβήνουν, κεράκια χρωματιστά, καρύδια βαμμένα χρυσά ή ασημένια, κουδουνάκια και μικρά δώρα κρεμιούνται απ’ τα κλαριά του. Στη ρίζα του δέντρου όμορφα τυλιγμένα τα δώρα της οικογένειας και των προσκαλεσμένων, αν υπάρχουν. Γιατί πολλές οικογένειες συνηθίζουν να κάνουν ολονύχτια διασκέδαση, «ρεβεγιόν», την παραμονή, με πλούσια φαγητά και δώρα για όλους.

Θα μπορούσε πολλά ακόμη να γράψει κανείς για τη γιορτή των Χριστουγέννων, αναφέραμε όμως τα κυριότερα, γιατί είναι αδύνατο να τα εξαντλήσουμε σ’ αυτό το χώρο.

Πηγή: http://www.gerontas.com/content/view/311/173/

Αρέσει σε %d bloggers: