Ματιές στην Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία (3)

+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

 5) Στην ορθόδοξη θεία λειτουργία βιώνεται περιεκτικά το δόγμα της ενότητας της Εκκλησίας.

 Η Εκκλησία είναι το άχραντο σώμα του Χριστού (Εφ. 1,23). Σ’ αυτήν πνέει το Πνεύμα το άγιο, το οποίο τη διακρατεί στην αλήθεια (Ίω. 16,13), την αγιάζει με τη χάρη του και τη ζωοποίει. Σε κάθε θεία λειτουργία απεικονίζεται ανάγλυφα η εν Πνεύματι ενότητα της Εκκλησίας. Στον ιερό ναό μαζεύονται κλήρος και λαός, για να λατρεύσουν και να ζήσουν το λυτρωτικό μυστήριο του Χριστού. Σ’ αυτήν σμίγουν σε μια ενότητα μυστηριακή οι άγιοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι τελειωθέντες στην πίστη είναι απογεγραμμένοι στον ουρανό (Εβρ. 12,23), μαζί με τους αγγέλους, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού (Εβρ. 1,14), για να γιορτάσουν το μυστήριο της θείας οικονομίας και να υμνήσουν το θαύμα της θείας αγαθότητας, τον θρίαμβο και τη νίκη της θείας βασιλείας ενάντια στις αντίθεες δυνάμεις του εχθρού. Η Εκκλησία προσφέρει τα τίμια δώρα της θείας ευχαριστίας υπέρ των Αγίων της και κυρίως της υπεραγίας Θεοτόκου («εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…») Όχι φυσικά γιατί οι Άγιοι έχουν ανάγκη από τα σωτήρια της αγαθά, αλλά με σκοπό να τονίσει περισσότερο την εύκλεια και τη μακαριότητά τους και με την πράξη αυτή να δοξάσει τον πανάγαθο Θεό, που είναι ο δημιουργός των Αγίων της.

Στη θεία λειτουργία πνέει το Πνεύμα του Θεού. Έτσι, όπως τη θεία ενανθρώπηση ενήργησε το Πνεύμα του Θεού, δημιουργώντας τη σάρκα του Χριστού στην άφθορη μήτρα της Παρθένου, και όπως κατά την ημέρα της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα ο θείος Παράκλητος σφράγιζε επίσημα με την επιφοίτησή του στους Μαθητές την Εκκλησία, που ίδρυσε ο Χριστός στο θεανδρικό του πρόσωπο ως κοινωνίαν αιώνια Θεού και ανθρώπων, έτσι και στη θεία λειτουργία κατά την ώρα της επίκλησης το ίδιο Πνεύμα του Θεού γεννά και πάλι το Χριστό και την Εκκλησία, δημιουργώντας με τη χάρη του τη μυστηριακή σάρκα του Χριστού, μεταποιώντας τα στοιχεία του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού. Κάθε θεία λειτουργία είναι μια νέα Πεντηκοστή· το Πνεύμα το άγιο σφραγίζει ξανά και ξανά την Εκκλησία, γεννώντας την ανθρωπότητα του Χριστού, η οποία ταυτόχρονα θύεται από το Χριστό «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».

Η ενότητα της Εκκλησίας βιώνεται εμπειρικά στη θεία λειτουργία. Η αναφορά στο σώμα του Χριστού είναι καθολική. Σε πρώτο πλάνο η Εκκλησία προσεύχεται για το ζωντανό σώμα της που ζει εδώ κάτω στη γη, για τις πολυπληθείς φυσικές και πνευματικές του ανάγκες, για την ειρηνική του διαβίωση και την ομαλή συντήρηση του (για την ευφορία των καρπών της γης…), για τους κινδύνους και τις πολλές του περιπέτειες, για τον ιερό κλήρο, την ειρήνη και την ευστάθεια των αγίων του Θεού Εκκλησιών κ.ά. Σε δεύτερο δε πλάνο εύχεται για το πολυπληθέστερο τμήμα της, που δεν υπάρχει πια στη γη, δηλαδή εκείνους που πήρε ο θάνατος και τα πνεύματα τους βρίσκονται στη μέση κατάσταση των ψυχών (το διάστημα μεταξύ της ώρας του θανάτου και της καθολικής κρίσεως). Γι’ αυτούς η Εκκλησία προσφέρει την αναίμακτη θυσία της θείας ευχαριστίας, παρακαλώντας το Θεό να συγχωρήσει τα

αμαρτήματά τους και να τους αναπαύσει εκεί, όπου επισκοπεί το φώς του προσώπου του.

 6) Η θεία λειτουργία είναι γιορτή της θείας βασιλείας, αλλά και ολόκληρης της κτίσεως.

 Στην τράπεζα της θείας ευχαριστίας, όπου συνεχίζεται ο μυστικός δείπνος που έφαγε ο Χριστός με τους μαθητές του στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, στήνεται το μυστικό συμπόσιο της θείας βασιλείας. Οι μετέχοντες σ’ αυτό τρώνε και πίνουν με αίσθημα κατάνυξης, ιεροπρέπειας και ευφρόσυνης χαράς. Τί τρώνε και τί πίνουν; Μα, τον ίδιο το Θεό, το σώμα και το αίμα του σαρκωθέντος Λόγου, με τα οποία είναι υποστατικά ενωμένη η θεότητα. Τον δέχονται δε σ’ ολόκληρη την υπόσταση τους, στο σώμα και στο πνεύμα τους. Ο Θεός ολόκληρος (ουσία, υποστάσεις, άκτιστες θειες ενέργειες) μπαίνει μέσα τους κι’ αυτοί μπαίνουν στο Θεό. Ανάκραση μυστική υπερβαίνουσα κάθε φυσική αίσθηση. Η ευχαριστιακή ένωση Θεού και ανθρώπων είναι ολοκληρωτική και τέλεια. Οι πιστοί με την άρρητη και μυστική γεύση γεμίζουν από Θεό, γίνονται «σύσσωμοι» και «σύναιμοι» Χριστού. Ο Θεός ενοικεί σ’ αυτούς και αυτοί στο Θεό. Η αλληλενοίκηση είναι απόρροια της άπειρης αγαθότητας και φιλανθρωπίας του Θεού. Ο Πλάστης δίνεται αγαπητικά στο πλάσμα του, το ανεβάζει στο αχανές ύψος του, το θεοποιεί!

Στο πνευματικό συμπόσιο της θείας βασιλείας, στο οποίο μετέχουν φυσικά και οι άγγελοι, μετέχει επίσης και η φυσική δημιουργία. Κι’ αυτή είναι πλάσμα του Θεού. Κι’ αυτή εκτροχιάστηκε με το παράπτωμα του Αδάμ, που αποτελεί το φυσικό κέντρο της. Κι’ αυτή υπήχθη στο νόμο της φθοράς, στενάζοντας κάτω από το βάρος του εκτροχιασμού του γενάρχη κι’ αναζητώντας την απελευθέρωση από τα δεσμά της φθοράς της (Ρωμ. 8,21). Μετέχει δε η φύση στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας με τα φυσικά στοιχεία της, το ψωμί που βγαίνει από το στάρι της γης και το κρασί από το αίμα της σταφυλής. Τα στοιχεία αυτά είναι δώρα του δημιουργού, ο οποίος με αγάπη μας τα χάρισε για να ζούμε με αυτά και να τον δοξάζουμε. Τα στοιχεία αυτά, δουλεμένα από το δικό μας μόχθο και βγαλμένα από τα σπλάγχνα της γης, εμείς οι φτωχοί άνθρωποι τα προσφέρουμε σαν ευχαριστιακή απόκριση στον Πλάστη και Σωτήρα μας («Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν…»). Κι’ αυτός τα δέχεται και μας τα αντιπροσφέρει σαν σάρκα και αίμα του, μεταποιώντάς τα με τη δύναμη του παναγίου του Πνεύματος. Μας τα αντιπροσφέρει για να τα κοινωνήσουμε και να έχουμε μέσα μας τη ζωή του Θεού! (Ίω. 6,53).

 7) Η θεία λειτουργία είναι ο τόπος της δυναμικής θεώσεως της ανθρωπινής φύσεως.

 Στο δείπνο της θείας ευχαριστίας οι πιστοί, κοινωνώντας των αχράντων μυστηρίων, υπερβαίνουν τη φθορά της προγονικής κατάρας, λαμβάνοντας στη φύση τους τω σπέρμα της αθανασίας και της αφθαρσίας, στοιχεία υπάρχοντα στην ουσία του Θεού. Έτσι οι κοινωνούντες γίνονται «κατά χάριν» ό,τι είναι «φύσει» Εκείνος! Γίνονται μικροί «θεοί», αστράφοντας τη φωτεινή αίγλη της θείας ενέργειας!

Στη θεία μετάληψη οι πιστοί ενώνονται βαθιά με το Θεό, γίνονται «θείας φύσεως κοινωνοί» (2 Πέτρ, 1,4), Ενώνονται με το πλήρωμα της άκτιστης θείας ενέργειας, η οποία είναι το κοινωνητό στοιχείο της ακοινώνητης υπερβατικής ουσίας του Θεού. Η θεία ενέργεια υπάρχει ολόκληρη στη θεωμένη σάρκα του Χριστού. Διά της θείας κοινωνίας η φύση του ανθρώπου διαπερνάται από τη θεία ενέργεια, ακτινοβολώντας τον πλούτο της θεότητας, Η μέθεξη στη θεία ακτινοβολία ενόσο ζούμε εδώ στη γη, ποτέ δεν είναι πλήρης και τέλεια, θα ολοκληρωθεί στη μέλλουσα θεία βασιλεία, στην οποία οι άγιοι θα δουν «πρόσωπον προς πρόσωπον» το Θεό (1 Κορ. 13,12). Η άξια μετάληψη των θείων μυστηρίων εντάσσει σταδιακά το καθαρμένο πλάσμα στη δυναμική της θεώ­σεως, που είναι το κορύφωμα της πνευματικής τελείωσης του ανθρώπου, στο οποίο επικεντρώνεται το λυτρωτικό ιδεώδες της Ορθοδοξίας. Ο άνθρωπος γίνεται «θεός», χωρίς ωστόσο να μεταλλαγεί η φύση του, μεταπίπτοντας στην απειρία της θεότητας. Πανθεϊστικές θεωρήσεις δεν έχουν θέση στο σωτηριολογικό πλαίσιο της Ορθοδοξίας. Ο άνθρωπος γίνεται «θεός», χωρίς ωστόσο να παύσει να είναι πεπερασμένος άνθρωπος. Γίνεται «θεάνθρωπος»; Κατά μία απώτερη σχέση θα λέγαμε ναι· όχι όμως χριστολογικά. Θεάνθρωπος κατ’ αλήθειαν είναι μονάχα ο Χριστός. Οι πιστοί, ως σάρκα Χριστού, είναι και αυτοί μικροί «χριστοί». Όχι όμως πιο πέρα, για να σεβόμαστε την αλήθεια των φύσεων.

 Συνεχίζεται…

Αρέσει σε %d bloggers: