Διάλογος και ψυχική επαφή. Τί είναι αυτό; (2)

 Στο βαθμό που ο διάλογος διεξάγεται με σεβασμό και αγάπη αποσοβεί την εξωλεκτική παρορμητική εκφόρτιση, εξανθρωπίζει, προάγει την ψυχική κοινωνία, εγγυάται την πολύτιμη ετερότητα. «Χάρη στο διάλογο ο έφηβος έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη διαφορά του χωρίς να υποκύψει στη βία, καθώς και να αναγνωρίσει την ομοιότητά του χωρίς να υποκύψει στη σύγχυση. Η δυσκολία του εφήβου είναι πράγματι η εξής: πώς να διαφοροποιηθεί από τον άλλο, κυρίως από την οικογένειά του, χωρίς να καταλήξει στη λιγότερο ή περισσότερο βίαιη απόρριψη των οικογενειακών παραγόντων πώς, ενώ θα έχει διαφοροποιηθεί, να παραμείνει μέρος ενός γένους, μιας ιστορίας, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να διαλυθεί η προσωπικότητα του και να γίνει ένα με ένα αδιαφοροποίητο οικογενειακό μάγμα;»

Πρακτικά πώς υπηρετείται ο στόχος του διαλόγου και της ψυχικής επαφής; Με την προσπάθεια «να διακρίνουμε ποιά είναι η προοπτική του εφήβου, να δούμε την κατάσταση μέσα από τα δικά του μάτια. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύουμε να είμαστε γονείς. Σημαίνει ότι κάνουμε μια συνειδητή προσπάθεια να γνωρίσουμε την εσωτερική ζωή του παιδιού μας».

«Στις υγιέστερες οικογένειες που μελετήσαμε οι γονείς ήταν συχνότερα διαθέσιμοι να συζητήσουν με τα παιδιά τους τα γεγονότα της ημέρας είτε προσωπικά είτε από το τηλέφωνο. Πολλοί είπαν ότι δεν έλυναν τα προβλήματα των εφήβων τους αλλά τους βοηθούσαν να σκεφθούν εναλλακτικούς τρόπους δράσης. Μια μητέρα είπε: «Πότε­ πότε αλλάζουμε ρόλους και βλέπουμε την άποψη του άλλου από τη δική του πλευρά». Αυτοί οι γονείς εμπλέκονται ενεργά στη σχέση με τους εφήβους τους αλλά ταυτόχρονα κατείχαν τη δύσκολη ικανότητα να τους αναγνωρίζουν δικό τους χώρο και χρόνο».

Θυμίζουμε πως διάλογος και ψυχική επαφή είναι γεγονότα πρωτίστως συναισθηματικά. «Το να ακούμε με την καρδιά είναι μια βασική προϋπόθεση για να κατανοήσουμε τους εφήβους μας. Είναι ο μόνος δρόμος για να καταλάβουμε τις σκέψεις, τις ανησυχίες και τα συναισθήματα που είναι μοναδικά σ’ αυτούς. Μια προσεκτική εμπειρική έρευνα του Μινούτσιν και των συνεργατών του απέδειξε πως οι πολυ προβληματικές οικογένειες είναι ομάδες ανθρώπων που δεν ακούν ο ένας τον άλλον. Σ’ αυτές τις οικογένειες δεν υπάρχει η εμπειρία να πιάνουν επαφή μεταξύ τους, ή ότι μετρούν ως πρόσωπα.

Το να ακούς με την καρδιά μπορείς να το μάθεις, αλλά όχι να το εξασκείς μηχανικά. Μπορείς να ακούς μηχανικά με τα αυτιά σου, αλλά όχι με την καρδιά σου. Γιατί; Διότι η ουσία της ακρόασης με την καρδιά είναι να προσπαθείς με ολόκληρο τον εαυτό σου να ακούσεις τί σου λέει ο άλλος επειδή νοιάζεσαι πολύ. Μόνο αν νοιάζεσαι θα σταματήσεις να μιλάς, ν’αντι­στέκεσαι ή ν’ αγνοείς αυτό που λέγεται. Δεν θα θυσιάσεις τον χρόνο σου ή τη βολή σου για ν’ ακούσεις τα συναισθήματα του άλλου πίσω από τις λέξεις ή τις διαστρεβλωμένες συμπεριφορές».

«Σύμφωνα με έρευνες, οι μητέρες αποδεικνύονται πιο ανοικτές, με μεγαλύτερη κατανόηση και αποδοχή, πιο πρόθυμες να ακούσουν τις γνώμες και στάσεις των έφηβων τους. Φαίνεται ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τα καθημερινά προβλήματα των παιδιών τους και ότι μπορούν να χειρίζονται καλύτερα τις διαπραγματεύσεις όταν προκύπτουν συγκρούσεις. Με αυτές οι έφηβοι θα μιλήσουν και για το σεξ περισσότερο από όσο με τους πατέρες τους! Οι πατέρες, από την άλλη πλευρά, μοιάζουν πιο επικριτικοί, πιο απρόθυμοι να εμπλακούν σε συζητήσεις για συναισθήματα και αμφιβολίες, πιο έτοιμοι να ασκήσουν εξουσία στους εφήβους. Οι έφηβοι ανέφεραν πως με τους πατέρες τους έτειναν να είναι πιο αμυντικοί. Ακόμη και αγόρια ιδιαίτερα ταυτισμένα με τον πατέρα τους, πίστευαν πως οι μητέρες τους,  τους κατανοούν συναισθηματικά περισσότερο». Τα ευρήματα αυτά δείχνουν πως οι άντρες έχουν την τάση να βλέπουν το δάσος και οι γυναίκες τα επί μέρους δένδρα. Αλλ’ ακόμη επισημαίνουν την ανάγκη οι πατέρες να ανακαλύψουν περισσότερο την καρδιά τους, ώστε να κατανοούν καλύτερα τα παιδιά τους.

Ένας έφηβος είναι αρκετά διαφωτιστικός: «Περισσότερο απ’ όλα μου χρειάζεται να νιώθω ότι μ’ αγαπούν και μ’ εκτιμούν, άσχετα από το πόσο ανόητος φαίνομαι. Χρειάζομαι κάποιον που να πιστεύει σε μένα, γιατί εγώ δεν πιστεύω πάντα στον εαυτό μου. Ειλικρινά, συχνά αισθάνομαι χάλια για τον εαυτό μου. Αισθάνομαι ότι δεν είμαι αρκετά δυνατός, αρκετά έξυπνος, όμορφος ή χαριτωμένος, ώστε να ενδιαφερθεί κανείς αληθινά για μένα. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι τα ξέρω όλα κι ότι μπορώ να αντιμετωπίσω όλο τον κόσμο. Αισθάνομαι έντονα για όλα.

Χρειάζομαι κάποιον που θα με ακούει, θα με βοηθάει να συγκεντρώνομαι χωρίς να με κρίνει. Όταν νικιέμαι, χάνω ένα φίλο ή ένα παιχνίδι, αισθάνομαι σα να γκρεμίζεται ο κόσμος. Χρειάζομαι ένα στοργικό χέρι για να με στυλώσει. Χρειάζομαι ένα μέρος για να κλαίω, όπου κανένας δεν θα με κοροϊδεύει. Αντίθετα, χρειάζομαι κάποιον που να στέκεται απλώς δίπλα μου. Χρειάζομαι επίσης κάποιον που θα μου λέει ξεκάθαρα «σταμάτα». Παρακαλώ όμως μη μου κάνετε κήρυγμα και μη μου θυμίζετε όλες τις προηγούμενες αταξίες μου. Τις ξέρω ήδη πολύ καλά και νιώθω τύψεις γι’ αυτές.

Πάνω απ’ όλα μου χρειάζεται να είσαι ειλικρινής μαζί μου για σένα και για μένα. Τότε μπορώ να σ’ εμπιστευτώ. Θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ. Σε παρακαλώ, μην πληγώνεσαι όταν αγαπάω άλλους. Δεν θα φύγω μακριά σου. Σε παρακαλώ να συνεχίσεις να μ’ αγαπάς».

Ένας μύθος αρκετά διαδεδομένος είναι πως οι έφηβοι δεν επιθυμούν το διάλογο. Τίποτα πιο αναληθές. «Στο ερώτημα «ποιών την παρέα απολαμβάνεις περισσότερο: των γονέων σου ή των φίλων σου;» η απάντηση εκπλήσσει. Το 60% των 8.165 εφήβων είπαν ότι τις απολαμβάνουν εξ ίσου· το 15% έδειξε προτίμηση για τους γονείς». Και άλλοι συγγραφείς το επιβεβαιώνουν: «Προς έκπληξή μας ανακαλύψαμε πως οι έφηβοι απολαμβάνουν τη συζήτηση με τους γονείς τους το ίδιο όπως και με τους φίλους τους. Αλλά δυστυχώς κάποιοι γονείς αποθαρρύνουν αυτή τη συζήτηση επικρίνοντας, υπονομεύοντας, ή φέρνοντας περισπασμούς όταν πάνε να εκφρασθούν».

Υπάρχουν περιπτώσεις που «ο έφηβος δηλώνει κατηγορηματικά ότι του είναι αδύνατο να μιλήσει και να τον καταλάβουν, συνεχίζοντας ωστόσο να μιλά. Καταλαβαίνουμε ότι ο έφηβος «δεν θέλει να ακούσει τίποτα», ότι εναντιώνεται στα επιχειρήματα των γονιών του, καταλαβαίνουμε όμως επίσης ότι η συνέχιση αυτού του δύσκολου διαλόγου υποδηλώνει την έντονη ανάγκη του για συναισθηματικό δεσμό».

Επειδή ακριβώς διάλογος και ψυχική επαφή είναι πρωτίστως συναισθηματικά γεγονότα, επηρεάζονται καθοριστικά από τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ενήλικες βιώσαμε αντίστοιχα την εφηβεία μας. «Πολλοί γονείς δεν έχουν ολοκληρώσει μέσα τους τη δική τους εφηβεία… Τους είναι πολύ δύσκολο να βοηθήσουν τους εφήβους να μάθουν αυτό που οι ίδιοι δεν έχουν ακόμη μάθει… Πολλοί ενήλικοι προσπαθούν να χειριστούν αύτη την κατάσταση υποκρινόμενοι. Προσπαθούν δηλαδή να λειτουργούν σα να ξέρουν ενώ δεν ξέρουν. Αυτό λειτουργεί μερικές φορές αλλά δεν το συνιστώ καθόλου, γιατί είναι στην ουσία τεχνική του κουκουλώματος. Οι έφηβοι ξέρουν σχεδόν πάντα τι συμβαίνει».

Η τήρηση των ορίων εκ μέρους μας δείχνει ότι σεβόμαστε τόσο τον έφηβο όσο και τον εαυτό μας. «Ένας στόχος των ενηλίκων, που κερδίζει το σεβασμό των εφήβων, είναι η τήρηση των συμφωνιών. Μη δίνεις υποσχέσεις αν δεν σκοπεύεις να τις κρατήσεις. Αν θυσιάζεις τα όριά σου για να σε αγαπά το παιδί σου, το πιθανότερο είναι ότι το παιδί σου θα χάσει την εμπιστοσύνη του για σένα κι εσύ θα αγανακτείς μαζί του. Κι όλοι θα βγουν χαμένοι». Συμπερασματικά, ο έφηβος χρειάζεται να παίρνει το μήνυμα ότι δεν τον υποτιμούμε, ότι δεν τον χειραγωγούμε, ότι δεν λαϊκίζουμε ώστε να τον εγκαταλείπουμε αβοήθητο, ότι δεν τον φθονούμε, ότι δεν τον αδικούμε, ότι δεν του αυτοπροτεινόμαστε ως πρότυπα, ότι χαιρόμαστε να είμαστε μαζί του και να χαλαρώνουμε κοντά του. Λίγα ή πολλά; Ο βαθμός ωριμότητας μας θα δώσει την απάντηση.

( π. Βασιλείου Θερμού, «Ταραγμένη Άνοιξη». Εκδ. Δομή. Αθήνα 2008)

Αρέσει σε %d bloggers: