Τον τεμπέλη και τον αργόσχολο δεν τον αγαπά ο Θεός

Συμβουλές του Αββά Ησαΐα για την ομαδική εργασία.

(Από τον Ευεργετινό)

1. Δύο Αββάδες, ο Αββάς Αμώς κι ο Αββάς Βιτίμιος πήγανε, αξημέρωτα ακόμη, μόλις χάραζε η μέρα, να δουν τον πολυφημισμένο Αββά Αχιλά. Κι όταν φθάσανε κοντά του τον βρήκαν να εργάζεται και να πλέκει ψάθες.

Τον παρακάλεσαν λοιπόν να τους πει κάποιο πνευματικό λόγο, από τον οποίο να ωφεληθούν· κι αυτός τους είπε.

– Τι να σας πω; Εγώ από χθες το βράδυ, έως αυτή τη στιγμή, έπλεξα είκοσι οργιές ψάθα. Και φυσικά δεν μου χρειάζεται τόση, για να πάρω το καθημερινό μου. Το έκαμα όμως, μήπως θυμώσει ο Θεός που θα καθόμουν αργός, και με ελέγξει, και μου πει· – Γιατί δεν δουλεύεις, αφού είσαι γερός και αφού το μπορείς; Γι’ αυτό λοιπόν δουλεύω· και βάζω στη δουλειά που κάνω όλη μου τη δύναμη. Κι’ αυτοί, όταν τάκουσαν αυτά, ωφεληθήκαν κι’ έφυγαν…

2. -Ένας άλλος αδελφός πήγε στο όρος Σινά προς τον Αββά Σιλουανό. Όταν είδε τους αδελφούς της Λαύρας να δουλεύουν, είπε στο Γέροντα·  Να μη δουλεύετε, για πράγματα μάταια, και για να παίρνετε τροφές, που είναι υλικές και φθαρτές. «Η Μαρία, καθώς είπε ό Σωτήρας μας, διάλεξε την αγαθή μερίδα».

Τότε ο Γέροντας είπε στο μαθητή του Ζαχαρία· -Δώσε στον αδελφό ένα βιβλίο, και βάλε τον σ’ ένα κελλί, που να μην έχει τίποτε μέσα.  Κι’ αυτός το έκαμε, όπως τον πρόσταξε ό Γέροντας,

-Όταν λοιπόν έφθασε το μεσημέρι, ο αδελφός που είχε έλθει από την ξενιτιά ολοένα κοίταζε και είχε το νου του στη πόρτα, μήπως έλθει κάποιος και τον προσκαλέσει για φαγητό. Περνούσε όμως η ώρα και δεν φαινόταν κανείς. Τότε δυσανασχέτησε, και σηκώθηκε και πήγε προς τον Αββά και του είπε· -Δε μου λες, Αββά μου, οι αδελφοί δεν φάγανε σήμερα; Κι’ ο Γέροντας  απάντησε. -Ναι, φάγανε. Κι ο αδελφός του είπε ξανά· – Τότε γιατί δεν με προσκαλέσατε κι έμενα; Και τ’ αποκρίθηκε ο Γέροντας· – Συ είσαι ένας άνθρωπος πνευματικός, και δεν έχεις διόλου ανάγκη από τα φαγητά αυτά! Εμείς όμως είμαστε άνθρωποι σαρκικοί και υλικοί, και θέλουμε να φάμε, και για το λόγο αυτό και εργαζόμαστε. Συ όμως διάλεξες την «αγαθή μερίδα», κι’ όλη την ήμερα διαβάζεις και ούτε σε νοιάζει διόλου για τα υλικά φαγητά…

Αυτός τότε, όταν άκουσε από τον Γέροντα τα λόγια αυτά, του  έβαλε μετάνοια και του είπε· – Συγχώρεσέ με, Αββά μου. Κι ο Γέροντας του απάντησε· – Να ξέρεις πως και η Μαρία έχει ανάγκη της Μάρθας· γιατί, χάρη στη Μάρθα εγκωμιάζεται και η Μαρία…

3. Διηγούνται για τον Αββά Ιωάννη τον λεγόμενο  Κολοβό, πως όταν ήταν μικρός ακόμη στα χρόνια, είπε στο μεγαλύτερο αδελφό του· – Ήθελα νάμαι κι’ εγώ σαν τους Αγγέλους, που δεν έχουν καμιά δουλειά και καμιά σκοτούρα, παρά από το πρωί ως το βράδυ υμνολογούν και δοξάζουν το Θεό.

Και χωρίς να χάσει καιρό, έβγαλε τα ρούχα που φορούσε, και τράβηξε για την έρημο· κι’ αφού έμεινε εκεί μια βδομάδα, ξαναγύρισε στον αδελφό του. Μόλις  λοιπόν κτύπησε την πόρτα του κελιού του, τον άκουσε εκείνος και τον ρώτησε, πριν να του ανοίξει. – Ποιός είσαι; Κι’ εκείνος  αποκρίθηκε· – Εγώ είμαι ο Ιωάννης, ο αδελφός σου. Εκείνος του ξαναποκρίθηκε από μέσα και είπε· – Ο Ιωάννης είπες, ο αδελφός μου; μα αυτός έγινε Άγγελος κι’ έπαψε από καιρό να είναι άνθρωπος… Κι’ εκείνος απέξω τον παρακαλούσε και του έλεγε. – Δεν είναι αλήθεια… άνοιξε μου… εγώ είμαι… Μα δεν του άνοιξε, κι’ έμεινε όλη νύχτα απέξω και καταταλαιπωρήθηκε.

– Το πρωί λοιπόν που άνοιξε του είπε· – Ώστε είσαι ακόμη άνθρωπος; Μάθε λοιπόν, πως είναι απαραίτητο να δουλεύεις, για να τρέφεσαι και για να κερδίζεις το ψωμί σου.

Και ο Ιωάννης του έβαλε μετάνοια και του είπε·  -Συγχώρησέ με, αδελφέ μου.

4. Ο Αββάς Ησαΐας έλεγε γι’ αυτούς που ξενοδουλεύουν.

Όταν κανείς πάει σε μεροδούλι και για ξενοδουλειά, πρέπει να κοιτάζει μονάχα τον εαυτό του,  και να μη νοιάζεται τι κάνουν οι άλλοι γύρω του. Αν δηλαδή ένας έκανε περισσότερη δουλειά από τη δική του, ή αν κάποιος άλλος ξεπέρασε το γείτονά του.

Μα ούτε και να διατάζει και να δίνει οδηγίες σε κανένα, χωρίς να τον ρωτούνε. Έστω κι’ αν δει κάτι στραβό. Δεν είναι σωστό να πει· -Ε, που πας; Τη χάλασες τη δουλειά· αλλά να τον αφήσει να αποτελειώσει το έργο του, όπως αυτός θέλει. Αν όμως του πει εκείνος· -Κάνε μου τη χάρη, αδελφέ μου, και οδήγησέ με, πως να το κάνω· ας τον δασκαλέψει με προθυμία μεγάλη. Αν δεν το κάνει αυτό, και ενώ ξέρει, του λέει πως δεν ξέρει, αυτό δείχνει, πως δεν έχει την αγάπη του Θεού μέσα του, αλλά είναι μοχθηρός και κακός. Κι’ ένας πάλι που δεν την ξέρει καλά τη δουλειά, ας μη ντρέπεται – μόνο ας λέει συνεχώς σ’ έναν άλλο που την ξέρει – κάνε μου τη χάρη, αδελφέ μου, και κοίταξε να δεις, αυτό που κάνω είναι καλό;

Αν πάλι δουλεύετε πολλοί μαζί, και κάποιος απ’ όλους λιγοψυχήσει και σταματήσει από τη δουλειά, κανείς ας μην τον κατακρίνει γι’ αυτό· αλλά να κοιτάζει ο καθένας να του φαίνεται περισσότερο ακόμη ευχάριστος. Κι’ αν βλέπεις πως κάποιος είναι ανήμπορος ν’ αποδώσει έργο, δεν πρέπει στα κρυφά εσύ να τον ξεσυνερίζεσαι, και να βάζεις τα δυνατά σου να βγάλεις εσύ περισσότερη δουλειά. Μόνο να προχωρείς και να συνεχίζεις ήρεμα το έργο σου, χωρίς να μετράς στο τέλος της εβδομάδας, τι έκανες εσύ, τι έκανε ο γείτονάς σου. Γιατί το αντίθετο είναι βαρβαρότητα.

Κι’ αν δούμε πως ένας αδελφός μας έχει κάποιο ελάττωμα, ή κι’ αν τυχόν ακούσουμε από κανέναν άλλο κάτι σχετικό, ας το κρατάμε μέσα μας και ποτέ μας ας μη το ξεστομίζουμε στους άλλους. Γιατί αν πραγματικά έχεις σύνεση, αυτό είναι θάνατος για τη ψυχή σου…

Αρέσει σε %d bloggers: