Το έσχατο κριτήριο

Όλοι μας λίγο-πολύ ψάχνομε καθημερινά να βρούμε τον τρόπο που θα καταξιώσομε την ύπαρξή μας. Μέσα στη συνεχή μεταβολή του χρόνου αναζητούμε το σταθερό σημείο, που θα μας αφήσει να δούμε συνοπτικά τη ζωή, για να μπορέσουμε να φτάσουμε ως το τέλος της σωστά. Κυνηγάμε να βρούμε ένα οδηγό για τις πράξεις μας, μια πορεία για τα συναισθήματα μας, ένα κριτήριο για την ορθότητα των αποφάσεων μας, έτσι που να βαδίζουμε σίγουρα και με ασφάλεια το δρόμο προς την καταξίωση της προσωπικότητάς μας. Όπως στο ζύγισμα των διαφόρων ειδών έχομε τα σταθμά, έτσι αναζητούμε κι ένα μέτρο, ένα κριτήριο για τις πράξεις μας, που μικρές και μεγάλες μαζί συναποτελούν τη ζωή μας. Αυτό το σίγουρο και έσχατο κριτήριο θα καταξιώσει τη ζωή μας. Είναι το εσωτερικό κριτήριο για το πως θα κατακτήσουμε την ευτυχία, τη χαρά, την εσωτερική πεποίθηση πως πετύχαμε.

Περιττό να πούμε πως αυτό το έσχατο κριτήριο που ρυθμίζει αποφασιστικά την πορεία του ανθρώπου, δεν είναι πάντα αυτό που εξωτερικά διακηρύττει ο άνθρωπος. Η ασυνέπεια δεν αποτελεί καθόλου σπάνιο φαινόμενο, συνήθως μάλιστα ορατό για τους συνανθρώπους. Φυσικά το έσχατο κριτήριο καθορίζει περισσότερο τη ζωή και τη δράση παρά οι οποίες ιδεολογίες φωνάζει κανείς για να τον ακούσουν οι άλλοι. Οι παλιότεροι μιλούσαν για το ιδανικό που έχει καθένας σαν στόχο. Αυτό δεν φαίνεται πολύ σωστό, γιατί στην ψυχή του ανθρώπου συνυπάρχουν πολλές φορές ιδανικά μεγάλα και κριτήρια μικρά -τελικά όμως την καθημερινή πράξη την καθορίζουν τα δεύτερα. Μπορεί να φαίνεται μεγάλος ο τελικός στόχος· σημασία όμως για την καθημερινή πράξη έχουν τα κριτήρια των αποφάσεων μας, πιo σωστά το έσχατο κριτήριο που συνειδητά ή αθέλητα θέσαμε ως γνώμονα για τη βούλη­σή μας. Ιδανικό και τελικός στόχος όλων μας παραμένει άλλωστε η κατάκτηση της ζωής στην πληρότητά της, όχι μόνο ποσοτικά, άλλα και ποιοτικά. Πως θα την αποκτήσουμε όμως είναι ένα ζήτημα που τελικά αλλοιώνει και το περιεχόμενο του ιδανικού μας. Κι εδώ μπαίνει το κριτήριο για το πως καταξιώνεται η καθημερινή μας ζωή, πως αποκτούν νόημα οι μικρές πράξεις μας, η ρουτίνα που είναι το στάδιο για τον αγώνα μας.

Χωρίς καμιά διάθεση υπερβολής, δεν θα μπορούσαμε να αποφύγουμε τη διαπίστωση πως πολλοί από μας έχουν ένα πολύ υλικό και πρόσκαιρο κριτήριο γι’ αυτή την καθημερινή πράξη. Είναι κάτι που δίνει σιγουριά υλική, που υλοποιεί την τάση για προβολή ή που γεμίζει την ανάγκη για χαρά. Το χρήμα, η δόξα, οι απολαύσεις είναι τα πιο συνηθισμένα κριτήρια για τη λήψη μιας αποφάσεως που θα συντελέσει στην τελική καταξίωση της ζωής μας. Γιατί καθένα από αυτά θα προσθέσει κάτι στο οικοδόμημα που ονειρευόμαστε να χτισθούμε – έτσι πιστεύουμε τουλάχιστον…

Φυσικά δε λείπουν και άνθρωποι με πνευματικότερα κριτήρια. Είναι αυτοί που έχουν κάνει βίωμα τους μια κάποια ιδεολογία, ένα πνευματικό ρεύμα. Είναι όσοι αγωνίζονται για μια αλλαγή του κόσμου, με γνώμονα μια ιδέα. Ο επαναστάτης που οραματίζεται ένα κόσμο κατά τις γραμμές της θεωρίας του, ο φιλόσοφος που πιστεύει στην αλλαγή με τη βοήθεια των ιδεών του. Αυτοί είναι όμως οι λίγοι, οι ρομαντικοί που ουσιαστικά φεύγουν από το θόρυβο της καθημερινότητας και κλείνονται στο δικό τους κόσμο. Οι πολλοί αφήνουν τον τελικό στόχο κάπου στην άκρη της καρδίας τους και αγωνίζονται καθημερινά για την ατομική τους καταξίωση μέσα σε μια κοινωνία που ολοένα και περισσότερο γίνεται πεδίο ποικίλων συγκρούσεων.

Όλα αυτά τα κριτήρια, το χρήμα, η δόξα, οι απολαύσεις, δεν είναι βέβαια νέα. Υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι. Είναι εφήμερα και ψεύτικα: αυτό θεωρητικά το ξέρουμε όλοι, πρακτικά όμως το ανακαλύπτει καθένας και σε διαφορετικό χρόνο, συνήθως στο τέλος της ζωής, όταν πια είναι αργά για αλλαγή. Στο μεταξύ όμως έχει φύγει ο χρόνος, έχει χαθεί το κουράγιο για νέο αγώνα, έχει απομονωθεί σ’ ένα ψεύτικο κόσμο ο άνθρωπος. Απομένει μόνο η ώρα της κρίσεως. Το τραγικότερο ίσως σημείο δε βρίσκεται όμως στην απογοήτευση για το χαμένο καιρό, αλλά στην απομόνωση του ανθρώπου από τους συνανθρώπους. Απορροφημένος από τον αγώνα για το χρήμα ή για τη δόξα ο άνθρωπος περνά μοναχός όλο το δρόμο, χωρίς να βλέπει τι γίνεται γύρω του. Κυνηγά τη ζωή και χάνει τα μόνα όντα που την έχουν, τους άλλους ανθρώπους. Γιατί αυτός ο αγώνας για κάποιο από τα επίγεια κριτήρια της ευτυχίας μεταβάλλεται εύκολα σε ανταγωνισμό ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάνει τον άλλο εχθρό ή τουλάχιστον ανύπαρκτο. Κι έτσι χάνεται κυριολεκτικά ο άνθρωπος μέσα στην έρημο μιας πολύκοσμης πόλης. Αποτέλεσμα κι αυτό μιας εσφαλμένης αρχικής αφετηρίας, μιας κακής επιλογής του κριτηρίου…

Αργά ή γρήγορα όμως έρχεται η ώρα της κρίσεως, της αποκαλύψεως της τραγικής αλήθειας. Είναι η έσχατη, η μόνη αληθινή κρίση για τον άνθρωπο, όταν τα ψεύτικα επιτεύγματα χάσουν τη λάμψη τους και στη θέση τους μπει η φωνή του υπέρτατου Κριτή, αυτή που τόσο παραστατικά εμφανίζεται στην ευαγγελική περικοπή: «Όταν θα έλθει ο Υιός του ανθρώπου στη δόξα του…. θα καθίσει στο θρόνο του και θα συγκεντρωθούν ενώπιον του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο…».

Υπάρχουν πολλοί που δυσπιστούν βέβαια για τον ερχομό αυτής της ώρας της κρίσεως, όπως την περιγράφει ο Ρωμανός ο Μελωδός στα κοντάκιά του, εμπνευσμένος από την παραβολή. Μπορεί να μην έρχεται τώρα σ’ αύτη τη μορφή, μέσα σε μια γενική αλλαγή του κόσμου. Έρχεται όμως καθημερινά σαν ερώτημα προς τον άνθρωπο, σαν υπόμνηση της απομονώσεως του, σαν υπενθύμιση του Χριστού για το ποιο είναι το έσχατο κριτήριο που καταξιώνει την ανθρώπινη ζωή σ’ όλες τις λεπτομέρειες της. Οι λόγοι του Χριστού κρίνουν τον άνθρωπο από τώρα κιόλας, χωρίς να έχει έρθει η ώρα του έσχατου δικαστηρίου. Γιατί το κριτήριο για την αποτίμηση της ζωής μας είναι δοσμένο, αρκεί να ακούσουμε μέσα μας τη φωνή του: είναι η αγάπη όπως την ενσάρκωσε ο Χριστός, όπως την διακηρύσσει η Εκκλησία, όπως την έζησαν και τη ζουν οι άγιοι, αυτοί που συγκρατούν τον κόσμο από τον αφανισμό μέσα στην ερημιά της μονώσεως.

Μόνο που η αγάπη δεν είναι συναισθηματισμός ή συμπόνια. Η συμπάθεια και η συμπόνια είναι βέβαια καλά πράγματα, αλλά παραμένουν μόνο προβαθμίδες της αγάπης. Γιατί στη συμπάθεια παραμένει πάντα η συναίσθηση της κάποιας υπεροχής μας, υλικής ή ηθικής, απέναντι στον άλλο. Και στη συμπόνια γίνεται φανερή η υποτίμηση του πάσχοντος. Η αγάπη είναι διαφορετικό πράγμα. Είναι η κένωση, το άδειασμα του εαυτού μας, έτσι που να δεχτούμε τον άλλο ισότιμα, ως πρόσωπο, ως αδελφό μας, ως τύπο του Χριστού. Αγάπη είναι η κοινωνία του Εγώ με το Σύ χωρίς καμιά προκατάληψη. Γι’ αυτό ο Χριστός όταν μιλά για πεινασμένους και διψασμένους, δεν αναφέρεται στα αίτια που τους οδήγησαν στην έσχατη ένδεια. Όταν αναφέρεται στον ξένο που πρέπει να περιβάλλουμε με την αγάπη μας, δε νοιάζεται αν είναι φίλος ή εχθρός, σοβαρός ή αλήτης.

Η αγάπη είναι παγκόσμια, άλλα και συγκεκριμένη. Παγκόσμια γιατί ξέρει να ανοίγει την καρδιά -και όχι μόνο το πορτοφόλι, όπως συνηθίζουμε- στον άστεγο αλήτη, στον πεινασμένο άσωτο, στο γυμνό παλιάνθρωπο, στον απάνθρωπο φονιά. Αγάπη μάλιστα σημαίνει να ξεπεράσουμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς, που εκφράζουν τυχαία συμπτώματα, και να δούμε στο πρόσωπο του άλλου τον αδελφό, τον τύπο του Χριστού που μας συναντά καθημερινά με κάποια συγκεκριμένη μορφή ανθρώπου που πάσχει. Αγάπη είναι να δει κανείς στο συνάνθρωπο την εικόνα του Θεού, το Σύ ως πρόσωπο που καταξιώνει και το δικό του Εγώ. Τότε μόνο έχει βρει το κριτήριο για τη δική του καταξίωση, όταν αφήσει τον εαυτό του και ανοιχτεί ψυχικά και ανεπιφύλακτα στον πλησίον, στον μικρό αδελφό του Χριστού.

Απορούμε ώρες-ώρες για την έλλειψη αγάπης. Η εξήγηση είναι απλή: δεν ανοίγουμε την καρδιά μας στους άλλους, γιατί το έσχατο κριτήριο για τις αποφάσεις μας είναι στενόκαρδα εγωιστικό, χωρίς ορίζοντα και προοπτικές. Πιστεύουμε πως μπορεί να αντικατασταθεί με πράγματα η ίδια η ζωή. Έτσι το Εγώ μας ζητά να καταξιωθεί με τη σχέση με κάποιο άψυχο αντικείμενο, ενώ μόνο η σωστή σχέση με ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να μας ικανοποιήσει. Η μεταμόσχευση καρδιάς γίνεται μόνον από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το ίδιο είναι και η καταξίωσή μας: μπορεί να γίνει μόνον αν η αγάπη μας στραφεί σε ανθρώπινο πρόσωπο. Τα υλικά πράγματα, το χρήμα και η δόξα και οι απολαύσεις δεν είναι πρόσωπα, αλλά άψυχα, νεκρά πράγματα που δε δίνουν ζωή. Μόνο η συνάντηση με τον συνάνθρωπο, χωρίς επιφυλάξεις και δισταγμούς, δίνει τη βεβαιότητα της ζωής και καταξιώνει την ύπαρξή μας. Γιατί την ώρα της αγάπης επαναλαμβάνεται η δημιουργία, το χάος μετασχηματίζεται σε κόσμο και δυο θνητά άτομα γίνονται αθάνατα πρόσωπα. Την ώρα της αγάπης, αναπηδά μέσα από την ψεύτικη ζωή η αληθινή μας ύπαρξη, ο άνθρωπος μετατίθεται από το χώρο του θανάτου στην περιοχή της αληθινής ζωής, ξημερώνει γι’ αυτόν ακόμη μια φορά η μέρα της δημιουργίας. Κάθε ώρα αγάπης αγκομαχά ο παλιός και γεννιέται ο καινούριος άνθρωπος, ξεπερνιέται ο θάνατος και φωτίζεται ο κόσμος από το φως της αναστάσεως του Χριστού. Γιατί «κραταιά υπέρ θάνατον αγάπη». Έχει μεγαλύτερη δύναμη από το θάνατο η αγάπη, αφού μόνη αυτή στο πρόσωπο του Χριστού μπόρεσε να νικήσει το θάνατο.

Μερικοί ίσως πουν: καλά όλα αυτά, αλλά δύσκολα πράγματα. Σωστά, αλλά μήπως είναι ευκολότερος ο δρόμος που ακολουθούμε συνήθως; ο αγώνας για το χρήμα και την επικράτηση, για τη δόξα και τις απολαύσεις είναι μήπως πιο απλός; Η βαθμιαία μεταβολή της κοινωνίας σε πεδίο ανταγωνισμού δείχνει πόσο αποκρουστική γίνεται η πορεία μας και με τα κριτήρια που επιλέξαμε. Η ψευδαίσθηση της ικανοποιήσεως είναι εξάλλου παροδική και λίγη. Κι όλα αυτά χωρίς τελικά να καταξιώνουμε την ύπαρξή μας… Οι δυσκολίες που συνεπάγεται η αγάπη ως έσχατο κριτήριο των πράξεων μας δεν είναι μεγαλύτερες, κι οπωσδήποτε η ικανοποίηση είναι μονιμότερη και βαθύτερη. Δύσκολη είναι μόνον η αρχή·  γι’ αυτό συνήθως την αναβάλλουμε. Αυτή την αναβολή μας καλούμαστε  να νικήσουμε. Για να ξαναγεννηθούμε. Για να γίνουμε νέοι άνθρωποι. Για να καταξιωθούμε. Για να νικήσουμε τη φθορά και το θάνατο. Για να γεμίσουμε ζωή αληθινή.

 (Βασ. Π. Στογιάννος. «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν». Εκδ. Π Πουρναρά. Θες/νίκη 1982)

Αρέσει σε %d bloggers: