Χριστούγεννα στη φυλακή

Το θηρίο της Αποκαλύψεως (Αποκ. 13,1)

VatopaidiFriend: Συνεχίζουμε το αφιέρωμά μας στους σύγχρονους Ρουμάνους μάρτυρες, ομολογητές της πίστεώς μας, για να δείτε πώς μερικοί από αυτούς γιόρταζαν τα Χριστούγεννα!!!

Πιτέστι – 1949
Πεινασμένοι, παγωμένοι, ρακένδυτοι, περίτρομοι οι κρατούμενοι από το Πιτέστι μοιάζαμε με κάποια φαντάσματα. Τελείως απομονωμένοι από τον κόσμο, συνωστισμένοι σε μικρά κρατητήρια. Μόλις που μας είχαν απομείνει οι τελευταίες σωματικές και ψυχικές μας δυνάμεις. Κοιμόμασταν ανά δύο σ΄ ένα σιδερένιο, στενό κρεβάτι, με άχυρένιο στρώμα, πνιγμένο στη σκόνη, και νιώθαμε το σίδερο και το κρύο.Την Παραμονή εξομολογήθηκα αφού έλαβα το σήμα-μήνυμα που μου έστειλε στο σωλήνα του καλοριφέρ ένας ιερέας που ήταν σε άλλο κρατητήριο. Αυτός είπε την ευχή της αφέσεως για την αγία εξομολόγηση. Ο καθένας μαζευόταν μέσα στον εαυτό του μπροστά στον Θεό και έβλεπε την ξεσχισμένη από τους πειρασμούς γυμνότητα του σαν σ’ ένα καθρέφτη. Οι λογισμοί είναι έντονοι και ισχυροί στη φυλακή, όπου κάθεσαι 16 ώρες την ήμερα καταδικασμένος στην απραξία, χωρίς να έχεις τί να συζητήσεις με τους γείτονες. Εδώ οι ψυχές ψηλαφίζονταν μεταξύ τους.
Όταν όλοι κοιμήθηκαν, εγώ παρέμεινα άγρυπνος στην άκρη του κρεβατιού, με τα βλέφαρα κλειστά, με σηκωμένο το κεφάλι, προσευχόμενος με τους παλμούς της καρδιάς μου. Προσπαθούσα να ανακαλύψω τον Ιησού και Τον καλούσα με τη νοερά προσευχή. Είχα ξεχάσει την πείνα, την παγωνιά, την τρομάρα. Ο χρόνος διαστελλόταν, γινόταν αργός, αμέτρητος και ήρεμος. Η ψυχή μου δραπέτευε από τη φυλακή. Προσπαθούσα να εγκαταλείψω όλα και να παραμένω μόνο με τον Θεό. Πλημμύρισα από βαθειά χαρά και οι ουρανοί ανοίγονταν θαυμάσια. Αργότερα αποφάσισα να μεταλάβω. Είχαν ήδη ειπωθεί από τον ιερέα και οι ευχές για τη Θεία Μετάληψη. «Εψαξα σε μια πτυχή του σακακιού μου κι έβγαλα από ένα μικρό σακουλάκι ένα μικρό μαργαρίτη του Σώματος του Χριστού, που τον φύλαγα σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό. Τα Άγια Δώρα είχαν μπει στη φυλακή με επικίνδυνους τρόπους, μέσω ενός μονάχου, που είχε συλληφθεί πριν από περίπου δύο χρόνια και τα είχε εμπιστευτεί στους κρατουμένους που ήθελαν να μεταλάβουν.
Θέλοντας, λοιπόν, να πάρω το ψίχουλο της Θείας Κοινωνίας, δεν ξέρω πως έγινε και μου έπεσε κάτω. Άρχισα να το ψάχνω με αγωνία, αλλά δεν το βρήκα. Τότε αποφάσισα να γλείψω με τη γλώσσα ένα κομμάτι πατώματος όπου θεωρούσα ότι είχε πέσει, όμως δεν το αισθάνθηκα. Ωστόσο πίστεψα ότι η Θεία Μετάληψη είχε γίνει. Ηρέμησα και γύρισα προσευχόμενος στην άκρη του κρεβατιού.
Ο συνάδελφος του κρεβατιού μου άρχισε να κουνιέται. Κατάλαβα ότι δεν κοιμόταν. Πλησίασε στο αυτί μου και μου είπε:
-Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη σε σένα. Είσαι άνθρωπος του Θεού. Εγώ είμαι ουνίτης, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία τώρα. Ο αδελφός μου πέθανε σε μια μάχη των αγροτών με την Αστυνομία. Ξέρετε γιατί με έφεραν σ΄ αυτό το κρατητήριο; Ξέρετε από που έρχομαι; Γνωρίζετε τί γίνεται εδώ στο Πιτέστι;
-Αγαπητέ μου, του απάντησα, έχω 7 χρόνια στη φυλακή. Δεν ξέρω τί εννοείς!
-Έχω σταλεί εδώ να σας κατασκοπεύω, ν΄ ακούω όλα τα λόγια σας και να τα αναφέρω με πιστότητα. Δε γνωρίζετε πόσο πολύ σας μισούν οι άνθρωποι της εξουσίας. Θέλουν να σας καταστρέψουν. Θεωρείστε ένας πολύ επικίνδυνος άνθρωπος. Μαζί με τον Γκαφένκου αποτελείτε τη μυστική αντίδραση μέσα σ΄ αυτή τη φυλακή. Θέλουν να σας τσακίσουν. Δε θέλουν να σας σκοτώσουν, αλλά να σας κάνουν να περιγελάτε τον Χριστό στον οποίο πιστεύετε. Απ’ αυτή την άποψη για μένα ήταν καλύτερα, διότι δεν ήξεραν ότι κι εγώ πιστεύω στον Θεό. Με βασάνισαν, όμως, για έξι εβδομάδες, μέρα νύχτα, σε μια μορφή ομαδικής τρέλας, μέχρι να χάσω τους γομφίους από το στόμα, να βγάλω αίμα από τα πνευμόνια και να αποβάλλω όλο το παρελθόν μου. Έχω κοροϊδέψει το πιστεύω του ρουμανικού έθνους, έχω ρεζιλέψει τους γονείς μου, έχω ραντίσει με λάσπη τον αδελφό μου και, για τον εαυτό μου, έχω πει τα πιο φρικαλέα και αξιομίσητα λόγια που βρήκα, για να εξευτελιστώ. Μόνο έτσι έκανες το χατήρι τους. Μ΄ έχουν «αναμορφώσει», με έκαναν πατσαβούρα, σκουλήκι, κι εν τούτοις παρέμεινε αλώβητο μέσα μου το βήμα της πίστεως. Όχι λόγω του ηρωϊσμού της πίστεως μου. Δεν έχω, όμως, περιγελάσει τον Θεό, διότι παρέλειψαν να μου επιβάλλουν αυτή τη δοκιμασία. Εκείνοι που ήταν γνωστοί σαν μυστικοπράκτορες, βασανίσθηκαν ακριβώς για την πίστη και γλύτωσαν μόνο εκείνοι που πέθαναν. Εκεί δεν επιτρέπεται ο θάνατος, αλλά μόνο η θηριώδης ζωή, να ζεις δηλαδή σαν δολοφόνος, να είσαι έκτρωμα της κοινωνίας, δεύτερος Ιούδας….
Σταμάτησε μια στιγμή για να πάρει μια ανάσα και μετά συνέχισε:
-Ναι, Ιούδας·  διότι μόνο στον Ιούδα μπορούσε να υπάρχει τόσο πολύ μίσος, όσο εξαπολύεται εδώ ενάντια σε ότι είναι ιερό στους ανθρώπους! Αυτό ετοιμάζεται και για σας. Θα σας πάνε σε δωμάτιο του νοσοκομείου και θα βασανιστείτε. Αν πείτε κάτι για μένα, είμαι χαμένος. Θα μπω ξανά στα βάσανα. Μπορεί και να σκοτώσουν τον Χριστό που είναι μέσα μου. Είναι μια τρέλα, αλλά ο Χριστός δεν μπορεί να σκοτωθεί, κι ας είναι πολλά τα θύματα του Θηρίου, που έχει εξαπολυθεί εδώ μέσα. Σας έχω εμπιστοσύνη, γι΄ αυτό σας τα λέω, διότι τα έζησα και δεν μπορώ να σιωπώ όμως τρέμω γι’ αυτό που κάνω. Το κάνω όμως επειδή πιστεύω όντως στον Θεό. Δε βλέπω καμιά απολύτρωση, αλλά αυτή πρέπει να υπάρχει, διότι ο κόσμος είναι στα χέρια του Θεού. Είμαι ευχαριστημένος που σας γνώρισα. Δεν πίστευα να υπάρχει τόση πίστη σ΄ αυτό τον κόσμο. Και ο αδελφός μου πίστευε και πέθανε πολεμώντας!
Καθώς μιλούσε, αισθανόμουν μέσα μου τη δύναμη της προσευχής και τη φρίκη της τρομάρας. Υποψιαζόμουν βέβαια κάτι, αλλά όχι αυτά που άκουγα τώρα. Με διαπερνούσαν κρύα και θερμά ρίγη. Προσηλωνόμουν ακόμη περισσότερο στην προσευχή. Τον κοίταξα με πολλή αγάπη και του είπα:
-Σ’ ευχαριστώ. Ρισκάρεις τη ζωή σου για μένα. Είσαι ένας αληθινός χριστιανός. Μου λες απίστευτα πράγματα, και όμως πιστεύω ότι λες την αλήθεια. Τί να κάνω; Να εμπιστευτούμε τη ζωή μας στον Κύριο!
Αυτός μου φίλησε το χέρι κι εγώ το τράβηξα:
-Τί κάνεις; του είπα. Δεν πρέπει! Είμαι ένας αδύνατος και αμαρτωλός άνθρωπος. Φοβάμαι! Δεν ξέρω αν ήμουν ικανός για τον ηρωισμό σου, τον όποιο και απέδειξες. Θα έπρεπε εγώ να σου φιλήσω τα ακόμη πονεμένα χέρια σου. Συγχώρησέ με, αδελφέ!
Και οι δύο δακρύσαμε. Είπαμε μαζί μια προσευχή και ξαπλώσαμε κάτω από τη βρόμικη και σχισμένη κουβέρτα. Είχα έναν ήσυχο ύπνο. Μου φαινόταν ότι ήμουν αέρινος και το σώμα μου σαν να πετούσε και έψαλλε μέσα σ΄ ένα ωραίο φως. Χωρίς κανέναν κόπο, πόνο η λύπη, μετεωριζόμουν. Είχα ξεχάσει τη φυλακή, τον τρόμο, τον κόσμο. Το σώμα μου ήταν σαν ένα πούπουλο, η ψυχή μου σαν ένα όνειρο. Ο νους σταματούσε και δοκίμαζε την ομορφιά που δεν τελείωνε πιά.
Όταν χτύπησε η πρωϊνή καμπάνα για τους κρατουμένους, παρέμεινε στην ψυχή μου η ατμόσφαιρα του ονείρου. Το αδύνατο σώμα μου αντιμετώπιζε καλά την πείνα και το κρύο, και ένα αόρατο προκάλυμμα σκέπαζε την ψυχή μου από την τρομάρα που μου αποκαλύφθηκε εκείνη τη νύχτα.
Ακολούθησε το καθημερινό τυπικό στο 8 τετραγωνικών μέτρων κρατητήριο, που είχε κλειστά παντζούρια στα παράθυρα και μέσα ήταν οκτώ κρατούμενοι, ένα δοχείο για νερό και ένα άλλο για προσωπικές ανάγκες. Με υπομονή περνούσε ο καθένας, με τη σειρά του σ΄αυτά τα δοχεία. Μεταξύ μας υπήρχε σεμνότητα και αλληλοσεβασμός· γι’ αυτό το λόγο αυτό το τυπικό εφαρμοζόταν με μεγάλη ηθική ντροπή και ισχυρή αυτοκυριαρχία. Κοιτούσαμε βαθειά ο ένας τον άλλον μέχρι τα βάθη της ψυχής μας. Κάθε κίνηση υπαγορευόταν από τη στενή τάξη του κρατητηρίου και τα λόγια μας ελέγοντο ψιθυριστά.
Ακόμη δεν είχε μεταφερθεί το χλιαρό και το άνοστο τσάϊ, όταν ανοίχθηκε η πόρτα και μπήκε ο Γκεωργέσκου, ο δεσμοφύλακας που με είχε δεχθεί στο Πιτέστι το καλοκαίρι του 1949. Τώρα ήταν Χριστούγεννα. Ο Γκεωργέσκου ήταν ένας απλός και λίγο αλλοπαρμένος άνθρωπος, ο όποιος με υποπτευόταν, επειδή ήξερε ότι είμαι μυστικός. Μετά, όμως, είχε αλλάξει: είχε τρελαθεί, λυσσομανούσε, ξυλοκοπούσε τους ανθρώπους σαν τρελός. Εμένα με απέφευγε. Ένιωθα ότι ακόμη υπάρχει κάτι καλό σ΄ αυτό τον άνθρωπο που είχε γίνει θηρίο. Λοιπόν, άνοιξε την πόρτα και μου είπε:
-Αγόρι μου, δεν μπορώ να σε βοηθήσω! Βρήκες τον μπελά σου! Εγώ ξέρω και το γάλα που θήλασες από τη μητέρα σου. Από εδώ κανένας δε γλυτώνει πιά. Θα σας βγάλω το μυαλό άπό το κεφάλι σας, θα το κόψω σε κομμάτια και θα το βάλω καθαρό πίσω, όχι έτσι βρόμικο, όπως είναι τώρα. Με μένα να μην παίζεις! Έχω πέντε παιδάκια και γι΄ αυτά σας σκοτώνω όλους!
Εγώ τον κοιτούσα, προσπαθώντας να είμαι ήρεμος και ν΄ανακαλύψω τις προθέσεις που έκρυβε κάτω από όλα αυτά τα άσχημα και αποτρόπαια λόγια.
-Αγόρι μου, συνέχισε αυτός με πιο πολύ θάρρος, να βγάλεις το σταυρουδάκι, την εικόνα και το φυλλάδιο από τη Γραφή! Ξέρω ακριβώς που είναι το κάθε ένα. Εσύ ο ίδιος να μου τα δώσεις!
Εγώ ακόμη αμφιταλαντευόμουν, αργούσα, αλλά αυτός μου είπε:
-Έλα, ξεκούμπωσε το παντελόνι και βγάλε την εικόνα! Ο σταυρός είναι στο δεξί μανίκι του πουλόβερ και η Γραφή είναι στο στρώμα. Δώσ΄ τα γρήγορα, μην το σκέπτεσαι! Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Βρήκατε τον μπελά σας και είστε ξεγραμμένοι!
Ο άνθρωπος είχε κάνει ότι ήταν δυνατό για να μη με ξυλοκοπήσει, διότι με άλλους δεν είχε τόση υπομονή, αλλά τους ράβδιζε, τους στούμπιζε το κορμί με ότι είχε. Υπάκουσα. Του έδωσα τη Γραφή -ένα φυλλάδιο από την Παλαιά Διαθήκη, που μου απέμεινε από την αγία Γραφή του Βαλέριου – τού έδωσα και την εικόνα και όταν του έδωσα και τον σταυρό, του είπα:
-Κύριε, Γκεωργέσκου, προσέξτε να μην πολεμήσετε με τον Τίμιο Σταυρό, διότι είναι πέρα από τις δυνάμεις μας!
Ο Γκεωργέσκου γούρλωσε τα μάτια του. Κατάλαβε περισσότερα από ότι του είχα πει εγώ. Μάλλον τα λόγια μου φαίνονταν σαν κατάρα, καί, μέσα από την ψυχή του ούρλιαξε, ορμώντας ταυτόχρονα να με χτυπήσει αλύπητα.
-Αγόρι μου, κατάλαβες, αγόρι μου…! Ο καημένος ο άνθρωπος φοβόταν την κατάρα και αντιδρούσε σαν τρελός. Με λίγα ξυλοκοπήματα μ΄ έριξε κάτω, πήδηξε με τις μπότες επάνω μου, με μαστίγωσε μ΄ ένα λοστό και ούρλιαζε σαν ένας απελπισμένος. Όλα είχαν γίνει τόσο ξαφνικά, ώστε δεν κατάλαβα τί συμβαίνει. Ήμουν σαστισμένος, αλλά δε με πονούσε τίποτε. Έτρεχε το αίμα, αλλά δεν ήξερα από πού. Αισθάνθηκα όι κάτι σχίζεται μέσα μου, αλλά όχι τί ακριβώς. Μετά, αφού κουράστηκε, ο Γκεωργέσκου έφυγε γρυλλίζοντας. Ήρθε ο νοσοκόμος να με επιδέσει. Με πονούσε και γόγγυζα, αλλά κι αυτός με χτύπησε με την παλάμη, στα μάτια.
Ύστερα από μικρό διάστημα, τον Ιωάννη, το συνάδελφο που μου είχε αποκαλυφτεί εκείνη τη νύχτα, τον βγάλανε άπό το κρατητήριο και κατάλαβα ότι τον πήγαιναν να δώσει αναφορά για μένα. ΈΕνα φρικαλέο φαράγγι ανοιγόταν μπροστά μου και με μεγάλο κόπο μπορούσα να πώ την προσευχή. Συχνά ο νους μου ηταν ανήμπορος να πει τα λόγια, αλλά η καρδιά, με το ρυθμό των χτύπων της, μου έδινε το συναίσθημα κοινωνίας με τον Θεό.
Προειδοποίησα τους συναδέλφους του κρατητηρίου ότι βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο. Από μια πλευρά πίστευα ότι θα με προστατεύσει η πίστη μου, από την άλλη έψαχνα μέσα μου τη δύναμη να αντιδράσω. Ένιωθα ότι παγώνει το αίμα μου στις φλέβες και πως με πλημμυρίζει ο φόβος.
Έτσι πέρασαν μερικές ώρες, έως ότου στο διάδρομο εξαπολύθηκε ένας μεγάλος θόρυβος: κραυγές, χτυπήματα, πάλι κραυγές, πάλι χτυπήματα. Το σκάνδαλο διήρκεσε περίπου τρεις ώρες και ήμασταν πολύ τρομαγμένοι. Η σούπα δεν ήρθε στα πεινασμένα μας στομάχια.
Ακολούθησε ένα διάλειμμα. Μετά ειδοποιηθήκαμε να ετοιμαστούμε για επιθεώρηση. Τα αυτιά και όλες οι αισθήσεις μας ήταν προσεκτικές. Αφουγκραζόμασταν ακριβώς πως ανοίγονται οι πόρτες από το ισόγειο, τον πρώτο όροφο, το δεύτερο, μακριά, πιο κοντά και τελικά σε μας.
Το λουκέτο έπεσε πάνω στα μυαλά και στις καρδιές μας. Εμφανίστηκε γουρλωτός ο Γκεωργέσκου και εξαφανίστηκε αμέσως. Μετά ο διευθυντής, που κοιτούσε απελπισμένος, και τελικά μια ομάδα τριών πολιτικών, από την οποία προχώρησε ένας άντρας περίπου εξήντα ετών, μ΄ένα αυστηρό πρόσωπο, με βλέμμα αετίσιο. Έδειχνε ήρεμος, βέβαιος για τον εαυτό του και αλαζονικός. Μπήκε στο κρατητήριο και μας διαπέρασε με τη ματιά του φιδιού. Οι άλλοι δύο επόπτες στέκονταν πίσω του, σαν δύο προστατευτικές σκιές. Εκείνοι έμοιαζαν με δύο θηρία, ενώ αυτός ήταν σαρκωμένο το κακό, η κρύα, σαδιστική κακία, πού μετέφερε επάνω της μεγατόνους μίσους χιλίων χρόνων.
Παρόλο που ήμουν καταβεβλημένος κάτω στο πάτωμα, ο επόπτης έδειχνε να μην παρατηρούσε τίποτε. Κατάλαβα εκείνη τη στιγμή ότι πρέπει να κάνω ένα τελευταίο διάβημα, διότι είναι η μοναδική λύτρωση από τον επικείμενο θάνατο μου. Οπότε είπα:
-Κύριε επόπτα, παρακαλώ να με ακούσετε.
Ο επόπτης κοίταξε το διευθυντή, ο διευθυντής έκανε ενα μορφασμό και μετά μου είπε:
-Ανάφερε, τί θέλεις!
-Εδώ γίνονται σοβαρά πράγματα, οι άνθρωποι βασανίζονται και σκοτώνονται. Κοιτάξτε, παρακαλώ, το πρόσωπό μου!
Σαν απάντηση, ο επόπτης με ράπισε τόσο δυνατά και ξαφνικά, ώστε τρίκλισα στα πόδια μου. Μετά ρώτησε το διευθυντή:
-Πώς βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος μπροστά μου;
-Να ζήσετε, ψέλλισε ο διευθυντής, θα διακριβώσω τί έγινε!
-Εδώ να τηρούνται οι γραπτοί και άγραφοι νόμοι και κανονισμοί. Κατάλαβες, κύριε διευθυντά;
-Κατάλαβα, να ζήσετε! Απάντησε ο διευθυντής, σε μια στάση τρόμου μπροστά του.
Ύστερα έφυγαν. Τους άκουσα να μιλούν στο διάδρομο, πριν ν΄ ανοιχτεί η πόρτα του διπλανού κρατητηρίου. Έγώ έτρεμα. Δεν είχα καταφέρει τίποτε και ήξερα όδτι θα ακολουθήσουν τα πιο σοβαρά. Ένας φίλος από το κρατητήριο αναφώνησε:
-Λυπάμαι που δεν είχα το θάρρος να τον πνίξω!
-Δεν μπορούμε να αμυνόμαστε, είπε άλλος. Να ετοιμαστούμε για δύσκολες μέρες, διότι δε θα δύσει ο ήλιος και θα μας σκορπίσουν όλους από έδώ. Θα θεωρήσουν όδτι έχουμε οργανωθεί ή  μάλλον ότι αποπειραθήκαμε να σκοτώσουμε τον επόπτη!
Στο νου μου βυθίζονταν οι ιδέες σαν κάποια θλιβερά καρφιά και έβλεπα μόνο βάσανα, αίμα, φυλακές και θάνατο, αλλά δεν ξέρω πως και από που, η ψυχή μου ηρέμησε. Να γίνει το θέλημα του Κυρίου, είπα μέσα μου.
Ακολούθησε μια καταθλιπτική σιωπή, έως ότου άνοιξε η πόρτα και κάποιος σπρώχθηκε μέσα με κτυπήματα και βωμολοχίες:
-Κερατά, την άλλη φορά θα πεθάνεις στο μπουντρούμι!
Έτσι εμφανίστηκε ο Ιωάννης, ο συνάδελφος που μου είχε μιλήσει χθες τη νύχτα για τα βάσανα στο δωμάτιο 4 του νοσοκομείου. Η σκηνοθεσία ήταν ακαλαίσθητη και κανένας δεν την πίστεψε. Ο Ιωάννης περίμενε να βραδιάσει και μου είπε τα εξής:
-Με πήγαν στην επιτροπή της «αναμόρφωσης» που είχα κάνει την αυτοκαταγγελία. Έπρεπε ν΄ αποδείξω την ειλικρίνεια μου. Μου δόθηκαν κάποια χαρτιά για να γράψω ότι άκουσα και είδα εδώ. Έπρεπε να με φέρουν πάλι μετά από μια ώρα, αλλά έγιναν σημαντικά, απρόοπτα γεγονότα και με κράτησαν εκεί μέχρι αργά. Καθώς έγραφα, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Μεταφέρθηκα στο δωμάτιο 4 του νοσοκομείου. Στο διάδρομο είδα μετά έναν επόπτη κυκλωμένον από δυνατή φρουρά. Κοιτούσαν μέσω της τρύπας του δωματίου τί γίνεται εκεί μέσα.
Σ΄ έναν τοίχο ήταν κρεμασμένος με ζώνες, σε δύο καρφιά, ένας νέος που είχε βασανιστεί μαζί με μένα, διότι είχε αρνηθεί κάθε συνεργασία με την «αναμόρφωση». Ο Τσουρκάνου τον είχε ξυλοκοπήσει ένα ολόκληρο μερόνυχτο. Του έλεγε:
-Ρε, κερατά, σαν τον Χριστό της μητέρας σου θα σε σταυρώσω, αλλά εσύ δεν είσαι Θεός, όπως εκείνος, για να αναστηθείς… απ’ Αυτόν προέρχονται όλες οι αηδίες που γίνονταν από τους Λεγεωνάριους, από αυταπάρνηση. Καλά, θα είστε σαν Αυτόν… όχι, δε θα είσαι σαν Αυτόν θα είσαι σαν ένα μηδενικό του κόσμου! Ρε, δε θα σε αφήσουμε, μέχρι να πεις με το δικό σου στόμα ότι ο Χριστός ήταν ένας απατεώνας που εξαπάτησε τον κόσμο! Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα πρέπει να σταυρώσεις ο ίδιος τους φίλους σου, για να βγάλεις τον Χριστό από το κεφάλι τους! Τέρμα με τη θυσία (του Χρίστου)! Εδώ σας κάνουμε ανθρώπους, ρε, όχι «κερατάδες» η μυστικούς (πράκτορες)!
Τώρα ο Τσουρκάνου κοιτούσε θριαμβευτικά προς τον τοίχο. Με ήρεμη φωνή είπε:
-Σήμερα είναι Χριστούγεννα. Καλά. Να τα γιορτάσουμε ευπρεπώς! Εσύ, γδύσου! διέταξε σ΄ ένα νεαρό.
Εκείνος, τρέμοντας, γδύθηκε. Όλο το σώμα του ήταν μελανιασμένο και ματωμένο.
Εσύ είσαι η Αειπάρθενος…, είπε ο Τσουρκάνου. Κάτσε σε θέση τοκετού! Δεν έχεις γεννήσει μέχρι τώρα, αλλά θα το κάνεις κι αυτό!
Ο νεαρός ξάπλωσε στο πάτωμα….
Οι παρόντες έβγαλαν σπαρακτικές φωνές που έμοιαζαν με ουρλιαχτά σκύλων, όταν τους χτυπούν. Η κακή πράξη επιτελέσθηκε. Ο Τσουρκάνου συνέχισε:
(Ο συγγραφέας αφηγείται εδώ λεπτομερειακά ένα αποτρόπαιο περιστατικό για ένα σοβαρό νου. Όλο το μυστήριο της Ενσάρκωσης του Κυρίου Ιησού περιγελάστηκε σύμφωνα μ΄ ένα δαιμονικό σενάριο, εκπονημένο από τον Τσουρκάνου, στο οποίο το όργιο και η κοπροφαγία εξευτέλισαν μέχρι τρέλας τους «κερατάδες», με σκοπό να βγάλουν μόνιμα τον Θεό από το νου και την καρδιά τους. Παρόλο που ο Ιωάννης Ιανολίδε, ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, διευκρινίζει ότι περιέγραψε αυτές τις βλασφημίες ακριβώς για να ξυπνήσει τους ανθρώπους και να τους συνετίσει, ότι ο ίδιος ο διάβολος κρύβεται πίσω άπό τις ουμανιστικές ιδεολογίες -είτε λέγονται κομμουνιστικές, είτε δημοκρατικές- όμως λόγω της ευλάβειας προς την Παναγία και το μυστήριο της Ενσάρκωσης του Σωτήρος Χρίστου, αναγράφουμε εδώ μόνο λίγες λέξεις, από τις όποιες ο αναγνώστης μπορεί να διαισθανθεί μόνος του τί έγινε).
Χρειάζονται ακόμη και αγνοί άγγελοι, βόδια και μουλάρια για να είναι η σκηνή πανομοιότυπη. Όλοι μέχρι το δέρμα γυμνοί. Θα γίνει ένα όργιο, που δεν ξανάγινε ποτέ. Εγώ ο Θεός, διατάζω σαν παντοδύναμος! Να φύγει ο Θεός άπό το νωτιαίο μυελό σας και από τα σάπια σας μυαλά! Μετά όλοι να περάσετε με τη σειρά να κοινωνήσετε!… Αν δε σας φτάνει, η τουαλέτα είναι γεμάτη! Προσοχή, ο Θεός είναι παρών, όλα να γίνουν σύμφωνα με το θέλημα μου και όλοι να μου ψάλλετε Ωσαννά. Αρχίστε! διέταξε ο Τσουρκάνου.
Και άρχισε μια τρελή τελετουργία, που κατευθυνόταν από τη φαντασία του Τσουρκάνου, και φαινόταν ατέλειωτη. Όταν οργίαζε το μακάβριο παιχνίδι, κάποιος φώναξε:
-Κύριε, κύριε… πέθανε…
-Ποιος πέθανε, ρε;

-Ο εσταυρωμένος Χριστός! και έδειξε προς τον τοίχο που ήταν σταυρωμένος ο νεαρός.
Για μια στιγμή έγινε ησυχία. Ο Τσουρκάνου πλησίασε τον εσταυρωμένο, τον γρονθοκόπησε στο συκώτι και στην κοιλιά, αλλά εκείνος δεν αναστήθηκε πια, δεν κουνήθηκε.
-Γλυτώσαμε απ΄ αυτή τη σκιά, που σκέπασε τον ήλιο των ανθρώπων! είπε ο Τσουρκάνου.
Τον κατέβασαν από τον τοίχο, τον τράβηξαν στην πόρτα, τον χτύπησαν και ο Τσουρκάνου είπε:
-Σταμάτησε η καρδιά του. Πάρτε τον, κύριε επιλοχία! Ρε, εσύ, πάρε το νεκρό, όπως σου λέει ο κύριος λοχίας!
Εκείνος τον έπιασε άπό το ένα πόδι και τον έσερνε στο διάδρομο. Όταν έφτασε στις σκάλες, πήδηξε άπό την κορυφή του εσωτερικού διαδρόμου κάτω και πέθανε. Το πτώμα του έπεσε στο υπόγειο του δεσμωτηρίου. Ο δεσμοφύλακας χτύπησε το συναγερμό. Οι πόρτες αμπαρώθηκαν αμέσως. Εμφανίσθηκε ο επόπτης μαζί με τη φρουρά του. Κάλεσε και τον γιατρό. Περικύκλωσαν το νεκρό και ο επόπτης, χτυπώντας τον με το πόδι, είπε:
-Γράψε, γιατρέ, σύφιλις σε τρίτη φάση!
Ύστερα είπε στο διευθυντή:
-Οι οδηγίες του κόμματος και της κυβέρνησης είναι να γίνονται όλα με τέλεια νομιμότητα και ανθρωπιά. Να μην ακούσω ότι εδώ γίνεται καμιά κατάχρηση εξουσίας, διότι θα μπείτε όλοι στη φυλακή!
Μιλούσε δυνατά, για ν΄ ακούγεται από τους κρατουμένους που στήλωσαν τα αυτιά τους να καταλάβουν τί γίνεται στο διάδρομο. Μετά, που τελείωσαν με τους δύο νεκρούς, έγινε η αυστηρή επιτήρηση. Άρχισαν μάλιστα από το δωμάτιο 4 του νοσοκομείου. Ο Τσουρκάνου μας έβαλε σε δύο σειρές. Η εξέταση έγινε τέλεια. Κανένας δεν ανέφερε τίποτε, κανένας δε διαμαρτυρήθηκε.
-Τότε κατάλαβα, κατέληξε ο Ιωάννης, δηλαδή ο ουνίτης συνάδελφος, ότι είχαμε αδειάσει από κάθε προσωπική θέληση, δεν μπορούσαμε ούτε να πεθάνουμε, ούτε να προφυλαχθούμε. Αντιδρούσαμε αυτόματα στην προσταγή, νιώθαμε τις διαταγές σαν να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Πιστεύω ότι μέσα μας έγινε μια αλλαγή. Έχουμε την εντύπωση ότι αυτές οι στυγερές προσταγές ανήκουν σε μας, έρχονται από μέσα μας. Αρχίζει να μας αρέσει. Μάθαμε να σκεφτόμαστε σαν αυτούς, να ψευδόμαστε σαν αυτούς, να σκοτώνουμε σαν αυτούς. Πολλοί θεωρούν ακόμη ότι έχουν επωμισθεί να εκπληρώσουν μια μεγάλη επαναστατική αποστολή. Η στιγμή της εσωτερικής πτώσης είναι όταν παρατήσεις ότι είναι αγαθό και ιερό μέσα σου. Από τότε γίνεσαι θηρίο, κτήνος και έχεις την απόλαυση να κάνεις και άλλους να υποφέρουν. Μπορεί να είναι μια υπερηφάνεια της αθλιότητας, η οποία λειτουργεί πέρα άπό τα βάσανα. Εν τούτοις, ο φόβος είναι μια φοβερή βία που εξαπολύεται εκεί. Ένα ακατάσχετο μίσος φυσάει επάνω μας. Δεν πίστευα ποτέ ότι οι Εβραίοι μισούν τους χριστιανούς. Εκείνος ο επόπτης ήταν Εβραίος. Τώρα καταλαβαίνω τί μου έλεγε ο αδελφός μου….
Ο Ιωάννης σταμάτησε, με κοίταξε βαθειά και μου είπε:
-Αυτό σας περιμένει: η σταύρωση. Θα γίνετε ένας δεύτερος Ιούδας. Ο Χριστός πρέπει να αντικατασταθεί με τον Ιούδα στη σκέψη του κάθε χριστιανού.
Η παρέμβαση του αυτή μου έκοψε την ανάσα. Μου έλεγε απίστευτα πράγματα και μου ήλθε η ιδέα να τον θεωρήσω προκλητικό, αλλά ήμουν βέβαιος για την ειλικρίνεια με την οποία μου αποκαλυπτόταν. Είχα δει πολλά και είχα αντέξει διάφορα στα μέχρι τότε χρόνια της φυλάκισης μου, αλλά τώρα αυτά που άκουγα ξεπερνούσαν τα όρια κάθε φαντασίας και αηδίας.
Η κατάσταση ήταν πολύ οδυνηρή και είχε σχέση και μ΄εμένα προσωπικά. Ο ίδιος με προειδοποιούσε. Είχα ήδη βασανιστεί, πάλι, τα Χριστούγεννα του 1948, αλλά αυτά που άκουγα βούλιαξαν κάθε ελπίδα απολύτρωσης.
Παρ΄όλη την τρομάρα που διέσχιζε το είναι μου, συνέχιζα να προσεύχομαι. Δεν έβλεπα καμιά ανθρώπινη λύτρωση. Έτσι άφηνα τον εαυτό μου απολύτως στο θέλημα του Θεού. Καταλάβαινα ότι από τις συνθήκες αυτές μπορείς να βγεις μόνο θηρίο.
Ρώτησα κάποιους φίλους και έμαθα ότι είχαν βασανιστεί τόσο πολύ, ώστε τους ανάγκασαν οι δεσμοφύλακες να αμαρτήσουν σαρκικά μεταξύ τους. Εκείνοι οι άνθρωποι ήταν ήρωες, είχαν δυνατές ψυχές, λαμπερό νου, και όμως αναμορφώθηκαν σε προδότες, θηρία, ηλίθιους, και σχεδόν σε κτήνη. Αισθανόμουν ότι θόλωνε ο νους μου και καλούσα αδιαλείπτως τον Ιησού, να μου δώσει φως και ειρήνη.
Εφ΄όσον μέσω του δωματίου 4 δε γίνεται να περάσεις χωρίς να γίνεις θηρίο, τότε δεν πρέπει να φτάσω εκεί, έλεγα μέσα μου. Άραγε επιτρέπεται η αυτοκτονία; Εκείνοι που βασανίστηκαν δεν μπορούν ούτε ν΄ αυτοκτονήσουν. Τί μπορώ να κάνω;
Σε τέτοιες συνθήκες πρέπει να προκαλούνται σταθερά σκάνδαλα με κάθε τρόπο. Μόνο όταν ριψοκινδυνεύεις για τα πάντα, μπορεί να κερδηθεί η μάχη. Είμαστε σε απελπιστική παρακολούθηση και άρα πρέπει να συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με τον κανονισμό! Έπρεπε όμως να νικηθεί ο φόβος μέσω μιας προοπτικής, έστω και τρομακτικής. Καλύτερα να μας αιματοκυλήσουν παρά να μας πνίξουν τις ψυχές, να μας διαφθείρουν τις συνειδήσεις. Αλλά δεν ήταν πιθανή καμιά ομαδική ενέργεια σ΄αυτή την καταραμένη φυλακή. Πάλι σκέφτηκα την αυτοκτονία. Αλλά η αυτοκτονία του ενός δε γλυτώνει τους άλλους.
Είδα την κόλαση. Είδα τον σατανά. Ανέβαινε το αίμα στους κροτάφους μου. Με περνούσαν κρύα ή ζεστά ρίγη. Μόνο που η καρδιά μου συνέχιζε να λέει την προσευχή. Ήμουν όλο και πιο κοντά στον Χριστό. Τον άγαπούσα πολύ και εμπιστευόμουν τη ζωή μου σ΄ Αυτόν. Ευχαρίστησα απλά τον Ιωάννη για την εμπιστοσύνη που μου έδειχνε.
Έκλαιγα ήρεμα, όταν αισθάνθηκα ότι ένα θερμό κύμα εισέρχεται από το στήθος στο κεφάλι μου. Ένιωθα ότι σχίζομαι, πνίγομαι και πεθαίνω. Είχα την αίσθηση της απόλυσης απ΄ αυτή τη ζωή και παραλίγο να ήμουν ευτυχής. Πηκτό αίμα έβγαινε από το στόμα και τη μύτη μου. Ήταν η πρώτη αιμόπτυση.
Σηκώθηκαν όλοι οι συνάδελφοι του κρατητηρίου. Κάποιος χτύπησε την πόρτα και ειδοποίησε τί γίνεται. Ήλθε ο ίδιος ο επόπτης. Ήμουν σ΄ένα βάλτο αίματος. Ένιωθα μια μεγάλη αγαλλίαση στο σώμα και στην ψυχή. Είχα συγχωρέσει όλους, λυπόμουν όλους, ακόμη και τον επόπτη, διότι έβλεπα τις θλίψεις που θα έχει στη ζωή του. Περίμενα να ξεψυχήσω και ήμουν ήρεμος. Ο επόπτης με κοίταξε με τα ίδια παγερά μάτια:
-Διευθυντά, είπε αυτός, διατάζω να τριπλασιάσεις τις μερίδες φαγητού, να τους αφήσεις να βγουν στην αυλή, να τους δώσεις βιβλία και να έχουν το δικαίωμα μιας επίσκεψης το μήνα. Αμέσως να περάσουν όλοι οι κρατούμενοι ένα τσεκάπ. Και αυτόν να τον πάτε αμέσως στο νοσοκομείο της πόλεως· μετά να τον στείλετε στο Τίργου Όκνα, όπου έχουμε όλες τις κατάλληλες συνθήκες για τη θεραπεία της φυματίωσης!
-Να ζήσετε, έτσι θα κάνω! απάντησε ο διευθυντής.
Εμένα με πήγαν στο Τίργου Όκνα, αλλά στο Πιτέστι δεν άλλαξε καθόλου ο κανονισμός της Εξολόθρευσης.

Πηγές:

Κείμενο: Ιωάννη Ιανολίδε, Συνταρακτικά περιστατικά φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα, Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Έκδοσις Α΄, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 244-260.

Εικονογράφηση: 1.  Icoana Noilor Martiri ai pământului Românesc, Editura Bonifaciu, Bacău 2009.

2. Fericiti cei prigoniti -martiri ai temniţelor româneşti-, ed. îngrijită de Matei Marin, Editura Bonifaciu, Bucuresti 2008.

Αρέσει σε %d bloggers: