Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (1)

του Γέροντος Σπυρίδωνος Μικραγιαννανίτου

Με κάλεσαν να μιλήσω. Να μιλήσω για ποιόν; Τον Γέροντά μου, τον γερο- Γεράσιμο, τον Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας· τον πολυγραφότατο και ολιγομίλητο· τον κοινωνικότατο και ακοινώνητο· τον χαρίεντα και σοβαρό· τον γλυκύτατο και στυφό·  τον πολυμαθέστατο και απλούστατο· τον τραχύ και άκακο· τον αυστηρό και συμπαθητικό· τον εύκολο και δύσκολο. Πολύ παράξενα όμως σας τον διεζωγράφησα. Θα μου ειπείτε, τί περίεργος άνθρωπος, σκέτος οξύμωρος. Έτσι είναι, αδελφοί μου, οι άγιοι και άγριοι συνάμα ασκητές· άλλοι στον εαυτόν τους, άλλοι στους άλλους- άλλοι στους μαλακούς, άλλοι στους σκληρούς· άλλοι στους πεπαιδευμένους, άλλοι στους απαίδευτους· άλλοι στους εργατικούς, άλλοι στους οκνηρούς· άλλοι στους ανευλαβείς, και άλλοι στους ευλαβείς. Και εν ολίγοις, διαφοροποιούνται κατ’ άτομο με γνώμονα την αγάπη του Θεού. Σύμφωνα με τον συνομιλητή κινείται και μιλεί. Δεν παίζει θέατρο. Δεν γνωρίζει από υποκρισία. «Σχηματίζεται την αρετήν ουχ όπως απατήση, αλλ΄ όπως ωφελήση» κατά τον Πέτρο Δαμασκηνό. Προσεκτικός και διακριτικός δάσκαλος-ακουστής και του πλέον αδαούς και διορθωτής ταπεινός· επιδεκτικός κάθε νέου ορθού ακούσματος, τιμητής αυστηρός πάσης παρεκκλίσεως πίστεως και παραδόσεως· κρυφός εργάτης της προσευχής, αλλά και διακριτικός εκφραστής των όσων ζει και έζησε. Ουδέποτε προβάλλει τον εαυτόν του· τις επιδόσεις του τις προσάπτει σε άλλον. Αγωνίζεται να αποφύγει την υπερηφάνεια και συνεχώς επιτιμά και υποτιμά τον εαυτόν του. Ανεβαίνει την κλίμακα των αρετών, κατεβάζοντας την υπόστασή του έως Άδου.

Έτσι σκιαγραφείται ο άγιος και άγριος ασκητής. Αυτός ήταν ο γερο-Γεράσιμος- γι΄ αυτόν θα πούμε λίγα λόγια. Λίγα, λέω, γιατί, ενώ γνωρίζουμε πολλά απ΄ αυτά που βλέπαμε και ακούγαμε, εν τούτοις η εν Χριστώ κρυφή ζωή του ελάχιστα, σχεδόν καθόλου, μας αποκαλύφθηκε.

Στον νουν του κυριαρχούσε πάντα το γνωμικό· «αρετή αποκαλυπτόμενη, μοιχεία παρά τω Θεώ γνωρίζεται»· και το άλλο- «ουαί εάν περισσεύση το όνομα ημών πλείον των έργων ημών».

Γνωρίζω επίσης ότι παραβαίνω κάποια εντολή μιλώντας γι΄ αυτόν, αλλά θα μιλήσω, γιατί δεν θα σας τον παρουσιάσω ουρανοκατέβατο άγγελο, άγιο, αλλά άνθρωπο απλό, αγωνιζόμενο για την σωτηρία του, προσδοκώντα δι΄ αυτής την Βασιλεία των Ουρανών. Θα σας τον παρουσιάσω, όπως τον γνώρισα στα δεκαεπτά μου χρόνια, πρώτα στην Θεσσαλονίκη, την πατρίδα μου, και έπειτα στο Άγιον Όρος, στην Μικραγιάννα, μαζί με τους αείμνηστους Ιερομόναχους Διονύσιον και Μητροφάνην, τους ανθρώπους που απετέλεσαν ορόσημα στη ζωή μου.

Από μικρός ήμουν τακτικός στην Εκκλησία της Ενορίας μου, τον Άγιον Θεράποντα Θεσσαλονίκης, και αγαπώντας τις ακολουθίες, με την βοήθεια του τότε προϊσταμένου του Ναού, αειμνήστου πρεσβυτέρου-οικονόμου Παναγιώτου Καρατάσιου, μυήθηκα στην εκκλησιαστική ζωή. Έβλεπα στην ακολουθία του Αγίου Θεράποντος ότι «έποιήθη υπό Γερασίμου Μονάχου Μικραγιαννανίτου, Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» και θαύμαζα και απορούσα, πως μπορούσε κάποιος άνθρωπος να γράψει τέτοια πράγματα. Ο παπα-Παναγιώτης μου τον παρουσίαζε όπως έπρεπε, και εγώ τον έπλαθα όπως ήθελα. Το Άγιον Όρος ήταν για μένα ένα γνωστό-άγνωστο μυστήριο, γεμάτο έκ­σταση και θαυμασμό. Ο παπα-Παναγιώτης ήταν τακτικός επισκέπτης του και είχε γνωριμίες με πολλούς και σπουδαίους ανθρώπους, που τους συμβουλευόταν για πολλά και ποικίλα θέματα. Ένας απ΄ αυτούς ήταν και ο μακαριστός γέροντάς μου Γεράσιμος.

Αλλ΄ ας επανέλθωμεν «επί το προκείμενον», κατά την ό­μορφη φράση πού λέγουν οι εγκωμιαστικοί λόγοι.

Ο αείμνηστος Γέροντας μου γεννήθηκε στην Βόρειο Ή­πειρο, στο χωριό Δρόβιανη. Χωριό των μορφωμένων και των δασκάλων το λέγανε. Οι κάτοικοι του αγαπούσαν τα γράμματα και γι΄ αυτό από παλιά είχαν πλούσια βιβλιοθήκη, ανώτερη και από του Αργυροκάστρου, την οποία έκαψαν οι Γερμανοί με την οπισθοχώρησή τους.

Σ΄ αυτό το χωριό, λοιπόν, είδε το φως ο Αθανάσιος (Αναστάσιος Γραίκας του Ιωάννου και της Αθηνάς). Σ΄ αυτό το χωριό φάνηκε η κλίση του και η αγάπη του για τα γράμματα, όταν κατόρθωνε με την εξυπνάδα του να περνά δύο-δύο τις τάξεις.

Αλλ΄ έλα πού η ζωή στο σκληροτράχαλο και άγονο χωριό ήταν δύσκολη και ανάγκαζε τους περισσοτέρους Δροβιανίτες να ξενιτευτούν, άλλοι στον ελλαδικό χώρο, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στην Αμερική, αποβλέποντας ένα καλύτερο αύριο, ένα μέλλον πιο λαμπρό γι΄ αυτούς, για τους άλλους, για το χωριό. Ίδιον των αποδήμων να αγαπούν και να ενδιαφέρονται για την γη πού τους γέννησε.

Έτσι λοιπόν και ο μικρός Αθανάσιος (Αναστάσιος) παίρνει τον δρόμο της ξενιτιάς πισωπερπατώντας, για να βλέπει και να χόρτασει όσο μπορεί πιο πολύ το χωριό του, να το τυπώσει στη μνήμη του. Βλέπει το σχολείο του, τις εκκλησίες, το σπίτι του. Μάλλον καταλάβαινε ότι δεν θα τα ξανάβλεπε. Έφυγε μια και καλή, αλλά κουβαλούσε όλες αυτές τις εικόνες και τη ζωή μέσα στο έξυπνο μυαλό του και στην απαλή καρδιά του μέχρι τέλους και ξύπναγαν όλα αυτά και εμφα­νίζονταν έντονα, όταν αργότερα εμείς σαν μικροί, σαν νέοι καλόγεροι ζητούσαμε να μάθουμε για την ζωή του.

Έρχεται στην Αθήνα. Μια Αθήνα, ένα κράτος ταλαιπωρημένο από πολέμους και διχόνοιες δολερές. Ευτυχώς, σπίτι, σχολείο, εκκλησία συνθέτουν το τρίστρατο της ζωής του.

Δεν ξεφεύγει απ΄ αυτό, και αποφεύγει έτσι τις αναμίξεις σε πολιτικά πάθη. Αιτία· ο πόθος για σπουδή, για γράμματα, γι΄ αυτό και ο ξενιτεμός του.

Μένοντας στο σπίτι της θείας του, στο τότε απλό και άσημο Κολωνάκι, και μάλιστα στην Πατριάρχου Ιωακείμ, βρίσκει τον Άγιο Γεώργιο Ριζάρη, αναπαυτήριο της ψυχής του. Όαση πνευματική στην αθηναϊκή Σαχάρα των πολιτικών δολοπλοκιών και αλλαξοκυβερνήσεων. Πώς να μη ξεκουράζεται η σφριγηλή ψυχή του, εκείνη την στιγμή που ένας μεγάλος Δεσπότης λειτουργεί εκεί; Άραγε ποιος να είναι;

Είναι ο άγιος Νεκτάριος, ο πράος και γλυκύς, ο ειρηνικός και ειρηνοποιός, ο ταπεινόφρων και ησύχιος. Το κήρυγμά του βγαίνει απ΄ τη ζωή του. Και η εργάτιδα μέλισσα ρουφά το νέκταρ από το όμορφο και ευωδιαστό λουλούδι και το βάζει στην κηρύθρα της. Πού να φανταζόντουσαν και οι δύο, ότι ο ένας θα άγιαζε και ο άλλος θα τον υμνούσε;

Κυλά η ζωή και το Βορειοηπειρωτάκι γίνεται έφηβος με καλές επιδόσεις στα γράμματα και πολλές μαθησιακές εφέσεις. Η δίψα του για τα γράμματα δεν σβήνει. Και πως να σβήσει, όταν γι΄ αυτά και μόνο ξενιτεύτηκε και έφυγε από το χωριό των δασκάλων για την πόλη των σοφών και φιλοσόφων; Από το πετρώδες χωριό, στην πλατειά Αθήνα, από το ξερό και άνυδρο, στην καταπράσινη Αττική, από την ήρεμη και ήσυχη ζωή, στον θόρυβο.

Αλλ΄ όμως· «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει». Ο Άγιος Θεός του επεφύλασσε άλλα, καλύτερα και μεγαλύτερα. «Ους και προώρισε, τούτους και εκάλεσε, ους δε εκάλεσε, τούτους και εδόξασε», κατά τον άγιο απόστολο Παύλο. Το θεϊκό κτύπημα στην πόρτα της καρδιάς του το άκουσε αμέσως. Το άκουσε και άνοιξε.

Ένας καλόγερος στο νεανικό του διάβα, μια απλή για τη σωτηρία της ψυχής κουβέντα, αρκούσαν για να βάλουν φωτιά στον νεαρό Δροβιανίτη και να δώσει φλεγόμενος μια υπόσχεση. Και έτσι ο ζηλωτής των γραμμάτων «ζηλεί τα κρείττονα», τα πνευματικά, και κρυφά από τους δικούς του έρχεται στο Περιβόλι της Παναγίας, για να φυτευθεί εκεί. Και πού; Στη Μικραγιάννα. Φθάνει στην Δάφνη με το καράβι. Η θέα από μακρυά του Άθω τον συναρπάζει, τον ενθουσιάζει, του ανοίγει πρόωρα το στόμα σε δοξολογία και αίνο του Θεού.

Φθάνει σε ένα χώρο που λίγο-πολύ έμοιαζε με το χωριό του. «Εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω», όπως αργότερα θα διαβάζει στο Ψαλτήρι. Βέβαια πιο δύσβατη, πιο έρημη, πιο άνυδρη η Μικραγιάννα. Η βροχή γέμιζε την πελεκημένη στο βράχο μέσα στερνούλα. Δεν τον ένοιαζε όμως! «Πυρ πνέων», παραμέριζε την ενθύμηση των Αθηνών και τα τότε καλά της, και έλεγε: «Ως ωραίος ούτος ο τόπος. Αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος. Ώδε κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν». Αγαπούσε την ησυχία, την μητέρα της φιλοσοφίας, τα γράμματα, την μοναξιά, και την βρήκε. Βρέθηκε σε πέλαγος μαθήσεως. Έψαχνε για πνευματικό οδηγό και βρήκε απλό, άγιο και ανεπιτήδευτο άνθρωπο, που γνώριζε Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Τι άλλο μπορούσε να θέλει; Η σωτηρία του εξαρτιόνταν πλέον από τον ίδιο με την υπομονή, την υπακοή και την επιμονή στα δύο πρώτα.

Συνεχίζεται…

Αρέσει σε %d bloggers: