Ο σταυρός τότε και τώρα

Κώδικας 602.13ος αι. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου

Ο σταυρός τότε και τώρα

Αν θέλαμε να δείξουμε κάτι το οποίο να εκφράζει όλη την αθλιότητα της αμαρτίας και τη διαφθορά του προχριστιανικού κόσμου, θα έπρεπε να σταθούμε μπροστά σε ένα σταυρό. Αλλά και αν θέλαμε να δείξουμε κάτι το όποιο σήμερα εκφράζει τα εντελώς αντίθετα, την απόλυτη δηλαδή αγιότητα και την απέραντη αγάπη, πάλι σε ένα σταυρό θα στεκόμασταν. Ο σταυρός είναι το σύμβολο δύο εντελώς αντίθετων κόσμων και συγχρόνως το σύμβολο της μεγαλύτερης αλλαγής, η οποία συντελέσθηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Προ Χριστού ο σταυρός ήταν το ακριβότερο τίμημα το οποίο διέθετε η αμαρτία, για να αμείβει τα θύματά της. Μετά την πτώση οι άνθρωποι αποχαλινώθηκαν και εξόκειλαν σε κάθε είδους αμαρτήματα και εγκλήματα. Η διατάραξη των σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπων με την παράβαση των προπατόρων είχε ως συνέπεια και τη διατάραξη της σχέσεως των ανθρώπων μεταξύ τους. Η συμβίωση των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία, λείψανο της ειρηνικής ζωής την οποία έζησαν στον παράδεισο, διαταράχθηκε από τους καρπούς της παραβάσεως, δηλαδή τα πάθη και την εγκληματικότητα. Οι ίδιοι οι άνθρωποι, θέλοντας να αναχαιτίσουν τα αχαλίνωτα πάθη των κακοποιών και να επιβάλουν κάποια τάξη, θέσπισαν νόμους και όρισαν αυστηρές ποινές. Ως έσχατη ποινή ορίσθηκε ο θάνατος.

Για ορισμένα όμως ειδή εγκλημάτων η απλή ποινή του θανάτου δεν θεωρήθηκε ικανοποιητική. Γι’ αυτό εφεύραν πολλά είδη θανατώσεως, το ένα οδυνηρότερο από το άλλο. Και το πιο οδυνηρό από όλα ήταν ο σταυρός. Ο απλός θάνατος δεν έφθανε, για να καλύψει όλη την εγκληματικότητα του κακούργου κι ούτε μπορούσε να χορτάσει όλη την εκδικητικότητα του τιμωρού. Ο σταυρικός όμως θάνατος έφθανε και για τα δύο. Ήταν, λοιπόν, ο σταυρός έκφραση των ανθρώπινων παθών στο μέγιστο βαθμό.

Όπως υπήρχαν διάφορα είδη θανατώσεως, έτσι υπήρχαν και διάφορα είδη σταυρικής θανατώσεως, ανάλογα με το σχήμα του σταυρού και τον τρόπο με τον οποίο κρεμούσαν επάνω σε αυτόν τον κατάδικο. Αρχικά ο σταυρός ήταν ο κορμός ενός δένδρου ή ένας πάσσαλος σε σχήμα I. Επάνω σε αυτόν έδεναν τον κατάδικο και τον άφηναν να πεθάνει εκεί από την πείνα, τη δίψα, την κόπωση, το ψύχος, τον καύσωνα ή τον κάρφωναν, για να πεθάνει από τους πόνους και την αιμορραγία. Αργότερα πήρε τα σχήματα Υ Τ Χ. Σε σταυρικό θάνατο καταδικάζονταν οι μεγάλοι κακοποιοί, οι διαβόητοι ληστές, οι προδότες της πατρίδος, οι αντάρτες και επαναστάτες, οι αρχηγοί εχθρικών στρατευμάτων και οι ταλαίπωροι δούλοι, τα θύματα της ανθρώπινης αδικίας και εκμεταλλεύσεως.

Η περιγραφή και οι λεπτομέρειες της σταυρώσεως είναι ανατριχιαστικές. Πριν από τη σταύρωση προηγούνταν άλλα μαρτύρια και εξευτελισμοί:

 Η ανελέητη μαστίγωση η φραγγέλωση, η διαπόμπευση του καταδίκου μέχρι τον τόπο της σταυρώσεως, οι εμπτυσμοί, τα ραπίσματα, τα λακτίσματα και οι ύβρεις του πλήθους και των δημίων.

Ο τόπος της σταυρώσεως ήταν συνήθως έξω από τα τείχη της πόλεως, για να μη βρίσκεται το μίασμα μέσα στην πόλη· κοντά σε κάποια πύλη, για να είναι εκτεθειμένος σε κοινή θέα ο σταυρωμένος, ώστε να παραδειγματίζονται ή να συμμετέχουν στην εκδίκηση και οι διερχόμενοι διαβάτες. Οι σταυρωτές αφαιρούσαν όλα τα ρούχα του καταδίκου και τον σταύρωναν γυμνό. Παρέμεναν εκεί μέχρις ότου ξεψυχήσει μετά από κάποιες ώρες πάνω στο σταυρό, τόσο για να επιτείνουν το μαρτύριό του με ποικίλες σαδιστικές επινοήσεις, όσο και για να τον φρουρούν, μήπως τον κλέψουν και τον διασώσουν οι φίλοι και οι συγγενείς του.

Η φρίκη για τη στέρηση της ζωής ήταν μεγάλη. Η ατίμωση εξαιτίας του τρόπου της στερήσεως ασύγκριτα μεγαλύτερη. Οι πόνοι του μαρτυρίου και η δημοσιότητα του εξευτελισμού, ο όποιος γινόταν μπροστά σε όλους, μικρούς και μεγάλους, αύξαναν και τη φρίκη και την ατίμωση. Μια ένδειξη της ατιμίας του σταυρού είναι και το ότι οι ειδωλολάτρες, όταν ήθελαν να εμπαίξουν τους χριστιανούς υπενθύμιζαν σ’ αυτούς το σταυρό, όπως παραδίδει ο Μέγας Αθανάσιος στον περίφημο λόγο του κατά Ελλήνων(=ειδωλολατρών). «Οι ειδωλολάτρες», λέει, «ειρωνεύονται και καγχάζουν εις βάρος μας με μόνο επιχείρημα το σταυρό του Χριστού. Εδώ ακριβώς θα μπορούσε κανείς να ελεεινολογήσει την αναισθησία τους. Διότι με το να διαβάλλουν το σταυρό, δεν βλέπουν ότι η δύναμή του έχει κυριαρχήσει σε ολόκληρη την οικουμένη και ότι με αυτόν τα έργα της θεογνωσίας αποκαλύφθηκαν σε όλους».

Και ο ιερός Χρυσόστομος ρωτά: «Μήπως ο σταυρός είναι κάτι λαμπρό και επίσημο;». Και δίνει ο ίδιος την απάντηση: «Το αντίθετο μάλιστα· προκαλεί ντροπή και μεγάλο εξευτελισμό διότι είναι θάνατος καταδίκου, είναι η χειρότερη μορφή του θανάτου· για τους Ιουδαίους ήταν καταραμένος και τους ειδωλολάτρες προξενούσε αηδία».

Με μια λέξη ο σταυρός ήταν για τους προ Χριστού κατάρα, η οποία καταπίεζε όλο τον κόσμο. Ποιός θα πίστευε ότι θα ερχόταν η ώρα, κατά την οποία το αποτρόπαιο αυτό ικρίωμα θα γινόταν το προσφιλέστερο σύμβολο, το ιερότερο σκεύος στη λατρεία, το αντικείμενο που θα στόλιζε τα στήθη των ευγενέστερων ανθρώπων;

Αυτό το θαύμα, αυτή η μεταβολή έγινε, όταν «ο Λόγος σαρξ εγένετο» και «υπέρ ημών απέθανε». Έκτοτε ο σταυρός είναι η μεγαλύτερη ευλογία.

Για να κατανοήσουμε αυτή την αλλαγή και όλο το μυστήριο του σταυρού, πρέπει να διεισδύσουμε στο βαθύτερο θεολογικό νόημά του. Ο σταυρός, όπως ήταν μέχρι την εποχή του Χριστού, εξέφραζε πιστά την πνευματική κατάσταση του αρχαίου κόσμου. Όλοι, ως ένοχοι ενώπιον του Θεού, ήταν άξιοι σταυρώσεως. Όχι μόνον οι ειδωλολάτρες αλλά και ο περιούσιος λαός του Θεού βρισκόταν υπό κατάρα. Αυτός ο ίδιος ο νόμος, που ο Ισραήλ έλαβε από το Θεό, ήταν ένα στένωμα αδιαπέραστο και από τον πιο άγιο άνθρωπο. Ο καθένας κινδύνευε να πέσει στο βάραθρο της κατάρας. Η φύση του νόμου ήταν τέτοια, ώστε να μην μπορεί να τον τηρήσει φυσικός άνθρωπος.

Ανάμεσα στις κατάρες του νόμου, που στιγμάτιζαν τις διάφορες παραβάσεις, υπήρχαν και δύο, οι οποίες είχαν μυστική σχέση. Η μία είναι· «Επικατάρατος πας άνθρωπος ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις λόγοις του νόμου τούτου ποιήσαι αυτούς» (Δε 27, 26)· η άλλη «Κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου» (Δε 21,23).

Στην πρώτη κατάρα έπεσαν όλοι οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης, διότι η ακριβής τήρηση του νόμου ήταν αδύνατη.

Στη δεύτερη έπεσε μόνον ο Χριστός, διότι οι Εβραίοι, αν και γνώριζαν το σταυρό από τα πανάρχαια χρόνια, δεν τον χρησιμοποίησαν ποτέ. Μόνον όταν επρόκειτο για τον αναμάρτητο Ιησού, τότε με μανία φώναξαν στον Πιλάτο «Σταύρωσον αυτόν».

Ο Κύριος ήλθε στη γη και «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. 3,13). Δεν διάλεξε άλλο είδος θανάτου αλλά τον φρικτό και άτιμο σταυρό, για να μας λυτρώσει με την άκρα ταπείνωση από την ακαθαρσία του εγωισμού, εξαιτίας του οποίου εκπέσαμε από τον παράδεισο. «Εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. 2,8). Κυρίως όμως διάλεξε το θάνατο επάνω στο καταραμένο ξύλο για άλλο λόγο. Έστησε -κατά κάποιο τρόπο- ενέδρα εκεί, που θα συναντούσε την κατάρα και από όπου θα περνούσαν όλοι οι άνθρωποι και θα γίνονταν επικατάρατοι. Έγινε «υπέρ ημών» κατάρα χωρίς προσωπική ένοχη.

Ο Μέγας Αθανάσιος εξηγώντας γιατί ο Κύριος διάλεξε τον σταυρικό θάνατο λέει: «Αν κάποιος ζητά να μάθει γιατί δεν πέθανε με διαφορετικό τρόπο αλλά με το σταυρό, ας ακούσει και αυτός ότι δεν μας συνέφερε με κανένα άλλο τρόπο παρά μόνον έτσι· και καλώς σταυρώθηκε ο Κύριος για χάρη μας. Ήλθε να φορτωθεί την κατάρα που επιβλήθηκε εναντίον μας. Αλλά με ποιόν άλλο τρόπο θα γινόταν κατάρα, αν δεν δεχόταν το θάνατο που επινοήθηκε για τους καταραμένους;».

Ο σταυρός ήταν άτιμος, εφόσον καρφώνονταν επάνω του η κακία και ο εγωισμός. Αλλά όταν καρφώθηκε η τελειότητα και η άκρα ταπείνωση, νικήθηκε, έχασε τις ιδιότητές του και έγινε τίμιο ξύλο και ποθητό. Η μέχρι τότε έκφραση της αμαρτίας και της αθλιότητας του κόσμου έγινε έκφραση της αγιότητας της νέας γενιάς, που έχει αρχηγό της ζωής τον Χριστό· η κατάρα έγινε ευλογία. Η αλλαγή του σταυρού συμβολίζει την αλλαγή του κόσμου. Όπως το σταυρό τον μετέβαλε ο Κύριος από σκεύος ατιμίας σε σκεύος τιμής, έτσι και τον κόσμο τον μετέφερε από την αθλιότητα στη χάρη και την ευλογία.

Τη διαχωριστική αυτή γραμμή της αλλαγής πρέπει να την εννοήσουμε όχι μόνο χρονικά αλλά και τροπικά. Χωρίζει τους «μετά του Χριστού» από τους «άνευ του Χριστού», άσχετα από το αν οι τελευταίοι ζούσαν προ ή μετά Χριστόν. Έτσι, όπως γράφει ο απόστολος Παύλος, ο σταυρός παραμένει «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία» (Α΄ Κορ. 1,23), εφόσον αυτοί δεν δέχονται τον Χριστό. Μόνο για τους γνήσιους δούλους του Εσταυρωμένου, ο τίμιος σταυρός είναι τιμή και δόξα και ευλογία. Γι’ αυτούς το πρώην καταραμένο ξύλο, το σύμβολο της έσχατης τιμωρίας, είναι τώρα πολυαγαπημένο και ποθητό. Είναι το σύμβολο της απέραντης αγάπης και σοφίας και δυνάμεως του ενανθρωπίσαντος Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

 (Στεργίου Ν. Σάκκου, «Ο Σταυρός στην Παλαιά Διαθήκη».Θεσ/νίκη 2005)

 

Αρέσει σε %d bloggers: