Θαύματα της Αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου

Αφηγηθέντες μερικά των θαυμάσιων του Τιμίου Προδρόμου του παρόντος αιώνος, ων αυτήκοοι και αυτόπται γεγόναμεν, δεν εκπίπτομεν του προσήκοντος, αν ιστορήσωμεν και μερικά του παρελθόντος αιώνος, άγνωστα τοις πλειοτέροις των αδελφών, δι΄ ων λαμπροφανώς εμφαίνεται η περί την Μονήν και των εν αυτή οικούντων μεγάλη σκέπη, προστασία και βοήθεια του Τιμίου Προδρόμου.

1. Και πρώτον αυτή η έλευσις[1], η όλως ανελπίστως και παραδόξως γενομένη, ταύτα όλα εισί τεκμήρια, περί της οποίας και ανωτέρω είπομεν, της μεγάλης σκέπης και προστασίας και βοηθείας του Τιμίου Προδρόμου, ων την λεπτομερή εξιστόρησιν παραλείπομεν, διότι αύτη αναγινώσκεται επί τραπέζης κατά την τελουμένην πανηγυρικήν εορτήν της, την Τετάρτην Κυριακήν των Αγίων Νηστειών.

Και ήδη ας είπωμεν τινά τα εις την νήσον Πόρον γενόμενα και τους κινδύνους, ους οι πλέοντες διέφυγον από την ημέραν αναχωρήσεώς των. Και διά να μή λέγωμεν ιδικά μας, παραθέτομεν το κείμενον του ιδίου καθηγουμένου Στεφάνου αναφέρον το ιστορικόν της εποχής[2] και τους λόγους πού εταξίδευσε διά τον Πόρον. Γράφει: «… έπεσεν η Κασσάνδρα, αιχμαλωτίσθησαν όλοι από τους Αγαρηνούς, οι οποίοι απειλούσαν και το Άγιον Όρος να αιχμαλωτίσουν. Βλέποντες οι πατέρες την ορμήν των Τούρκων, εσήκωσαν τα κειμήλια των και έφυγον εις το Ρωμαίϊκο. Απ΄ αυτούς πού ανεχώρησαν ήμουν και εγώ ο ταπεινός με τα ιερά μας κειμήλια και με όσους πατέρας ηθέλησαν να έλθουν μόνοι των… όθεν αναχωρήσαμεν από το Μοναστήρι εις τας 23 Φεβρουαρίου 1821· την νύκτα, όπου εμπαρκάραμεν, εσηκώθη μεγάλη φουρτούνα… εκινήσαμε λοιπόν και όπου μας επήγαινε η θάλασσα. Εφθάσαμε το βράδυ εις την Αμουλιανή[3] και αράξαμεν. Εκεί ήλθον όλα τα καΐκια των κλεπτών, πλην δεν εσυγχώρησεν ο Θεός να μας πειράξουν. Το πρωΐ εσηκώθημεν -επειδή έγινε καλωσύνη εις τον καιρόν- και αρμενίζαμε για να περάσωμεν και πάλιν από το Μοναστήρι, διά να πάρωμεν μερικά πράγματα πού μας έμειναν και τους επτά πατέρας. Όμως ευρέθη ένα καράβι ψαριανό και μας εκυνήγησε να μας πιάση· έρριξε και 4 κανονιές κατεπάνω μας, όμως εφύγαμεν εις τον λιμένα της Συκιάς και δεν μας έφθασεν.

Αρμενίζοντας, λοιπόν, εις το πέλαγος, απαντήσαμεν πολλούς κινδύνους από κακούς ανθρώπους ομοπίστους μας, πλην ο Άγιος Θεός μας ηλευθέρωσεν από όλα. Τέλος, επλεύσαμεν εις την νήσον καλουμένην Πόρον. Εκεί μας εδέχθηκαν οι χριστιανοί, όμως εις τάς αρχάς επάσχισαν μερικοί κακοποιοί να μας κακοποιήσουν, όμως δεν μας άφησεν ο Τίμιος Πρόδρομος. Μάλιστα ένας κακοποιός άρπαγας ήλθε και μας εζήτησε να του δώσωμεν ασήμι, ν΄ ασημώση τις πιστόλες του, και αν δεν του δώσωμεν, έχει να έλθη την νύκτα να μας κάμη πολλά κακά. Όθεν βλέποντες τα δύο «στενά», του έδωσα ένα καντήλι 80 δράμια, και αυτήν την κρίσιν ας την κάμη ο Τίμιος Πρόδρομος.

Λοιπόν, απερνώντας ολίγες ήμερες, απέθανεν εκείνος ο ταλαίπωρος, όπου επήρε το ασήμι με μίαν δυσεντερίαν. Τότε ελάλησα εις τον αδελφόν του, όπου ήτο καλώτατος άνθρωπος και του είπα όλα τα τρέχοντα· εκείνος έμεινε περίλυπος και λέγει μοι: «Βέβαια ο Τίμιος Πρόδρομος τον εθανάτωσεν…». Τρέχει δρομαίος εις το σπίτι του αδελφού του· εξετάζει αν αληθεύη αυτό το πράγμα και τέλος ευρήκεν όλο το ασήμι και μας το έφεραν με μαύρα δάκρυα εις τα ομμάτιά τους…

Άλλος ένας, πρώτος καπετάνιος του Πόρου, μας επήρε τα κουπιά της βάρκας με το ζορμπαλήκι[4] του και πηγαίνοντας με το καΐκι του εις την Πιάδα, εμάλωσαν αναμεταξύ των και ρίχνοντες τις πιστόλες τους, ένα μολύβι[5] εκτύπησε σ΄ ένα κουπί από τα ιδικά μας και το τρύπησε και από το κουπί επέρασε και ελάβωσε τον πρώτον καπετάνιον εις το μηρόν. Αυτός τότε εγύρισεν εις τον Πόρον και μας έδωσεν τα κουπιά οπίσω και μετενόησεν. Επήρε και το λείψανο του Τιμίου Προδρόμου και έκαμε δύο φορές αγιασμούς, πλην δεν ιατρεύθηκε, αλλά απέθανε με όλον όπου η πληγή του δεν ήτο θανατηφόρος.

Αυτά λοιπόν εκηρύχθησαν εις τον κόσμον και έγιναν γνωστά τοις πάσιν. Τί το εντεύθεν; Εκείνοι οι κακοποιοί, όπου ετοιμάζονταν να έλθουν την νύκτα να μας πατήσουν και να μας πάρουν τα πράγματά μας, αυτοί έγιναν ύστερον προστάται μας. Μάλιστα έστειλε και η Βουλή καράβι και γράμμα εις τους προεστούς του Πόρου να μας μπαρκάρουν, να μας στείλουν εις Κόρινθον, όπου την είχαν τότε παρμένην από τους Τούρκους· πλην δεν μας άφησαν οι Ποριώται με κανέναν τρόπον και αυτό ήτο θαύμα του Τιμίου Προδρόμου, επειδή, αν μας άφηναν, βέβαια θα εχάναμε τους θησαυρούς του Μοναστηρίου, επειδή και μετ΄ ολίγον καιρόν, επήραν οι Τούρκοι πάλιν το κάστρον της Κορίνθου. Οι Ποριώται αυτό το καλό μας έκαμαν και ο Τίμιος Πρόδρομος τους έκαμε πολλάς χάριτας· από τάς πολλάς μίαν σας λέγω:

Επί έπτά χρόνους είχαν την πληγήν της ακρίδος και τους αφάνιζαν όλα τους τα υποστατικά. Και όχι μόνο κανένα πράσινο φύλλο δεν τους άφηναν, αλλά και τις φλούδες των δένδρων από τις λεμονιές έτρωγαν. Αφού εμείς εκάναμεν την λιτανείαν και αγιασμούς με την πάντιμον Δεξιάν του Προδρόμου, έγινεν άφαντος η ακρίδα και επαρηγορήθησαν οι άνθρωποι και άρχισαν να μαζώνουν καρπόν από τα υποστατικά τους. Τότε δή, τότε, και εις τους ασθενείς άλλον ιατρόν δεν είχαν ειμή τον Τίμιον Πρόδρομον. Από τας πολλάς ευεργεσίας όπου απελάμβαναν από τον Τίμιον Πρόδρομον, ηθέλησαν να μας δώσουν το Μοναστήριόν τους της Ζωοδόχου Πηγής, όπου έχουν εις τον τόπον τους. Πράγματι μας το έδωσαν και εκατοικήσαμεν εκεί και εζούσαμεν με αυτάρκειαν εις τα σωματικά. Πλην, μετά την πυρπόληση της νήσου Ψαρών, εφοβήθημεν και αναχωρήσαμεν εις τα Επτάνησα, εις νήσον Ζάκυνθον. Εκεί μας εδέχθησαν οι χριστιανοί φιλοφρόνως και εκαθίσαμεν κατά πάντα ευχαριστημένοι και ήσυχοι χρόνους τέσσαρες.

Όταν ήλθεν εις την Ελλάδα ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, εσηκώθημεν από Ζάκυνθον και ήλθαμεν εις την Ελλάδα, εις την νήσον Σκόπελον, εις το μετόχιόν μας, την Φανερωμένην, και εκαθίσαμεν και εκεί ένα και ήμισυ χρόνον και έπειτα εμπαρκαρίσθημεν και ήλθαμεν εις το Ιερόν μας Κοινόβιον με όλα τα ιερά κειμήλιά μας. Ας έχει δόξαν ο Κύριος μετά της Προστάτιδάς μας Θεοτόκου και του Προστάτου ημών Τιμίου Προδρόμου, ένεκα πάντων. Ήλθαμεν εις το Μοναστήριόν μας στις 5 Ιουνίου του 1830. Και οι αναγνώσαντες εύχεσθε υπέρ εμού του ταπεινού καθηγουμένου Στεφάνου ιερομόναχου, όπως εύρη η ψυχή μου έλεος παρά Κυρίου διά των αγίων υμών ευχών. Αμήν.

2. Θαύμα της αγίας Δεξιάς του Προδρόμου

Τη 16η Μαΐου έτους σωτηρίου 1961, ημέρα Δευτέρα, εν τη εορτή του Αγίου Πνεύματος, μετά την λειτουργίαν, ο εφημέριος ιερομόναχος Παύλος, διηγήσατό μοι την εν αυτώ γενομένην θαυματουργίαν της αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου, ως ακολούθως: «Εκατάλαβες τί μου συνέβη σήμερον εις την λειτουργίαν, πάτερ Λάζαρε;» «Τί, του λέγω, παρακαλώ, εξήγησόν μοι καλλίτερον». «Βεβαίως με άκουες εις την ακολουθίαν του όρθρου, πόσον εδυσκολευόμην εις τας εκφωνήσεις, πως είχε φράξει ο λαιμός μου από την κατά καιρούς τυραννούσαν με φαρυγγίτιδα». «Μάλιστα, του λέγω, αυτό το αντελήφθηκα και καθ΄ εαυτόν έλεγον άρα γε εις την λειτουργίαν πώς θα τα καταφέρη ο παπάς; Και μάλιστα σήμερον, όπου έχουν και συλλείτουργον;».

«Άκουσον λοιπόν: Όταν εσυνάχθημεν οι ιερείς εις την εκκλησίαν διά να πάρωμεν καιρόν, βλέπων τον εαυτόν μου εις κακήν κατάστασιν, πριν βάλη Ευλογητός ο ηγούμενος, τον παρεκάλεσα να βγάλη την Αγίαν Δεξιάν του Τιμίου Προδρόμου να την ασπασθώ και να με σταύρωση με αυτήν. Ο ηγούμενος ευθύς εσυγκατένευσε και με εσταύρωσε εις την κεφαλήν διά της Αγίας Δεξιάς, επιλέγων συγχρόνως και την ειθισμένην ευχήν. Την ασπάσθηκα δε και εγώ με πολλήν ευλάβειαν και άγάπην, παρακαλών άμα τον Τίμιον Πρόδρομον να με λυπηθή και να με ιατρεύση από την τυραννούσαν με ταύτην ασθένειαν, διά να μπορέσω εις δόξαν θεού να κάμω τάς εκφωνήσεις με ευχέρειαν φωνής, να είπω δε και το Ευαγγέλιον με ευκολίαν και ευρυφωνίαν, καθώς το λέγομεν εις τοιαύτας εορτάσιμους δεσποτικός εορτάς.

Τοιαύτα περίπου είπα εις τον Τίμιον Πρόδρομον, ασπαζόμενος την Αγίαν Δεξιάν του. Και, ω της θαυμάσιας και ταχείας σου αντιλήψεως, μέγιστε Κυρίου Πρόδρομε! Παρευθύς αισθάνθηκα την ενέργειαν της θείας χάριτος, εμαλάκωσεν ο λάρυγξ μου, άνοιξεν η φωνή μου και ζήλου θείου πλησθείς, μετά πολλής ευλαβείας και αγάπης, έκαμα τις εκφωνήσεις, είπα και το Εύαγγέλιον μετά πάσης ανέσεως και ευκολίας, και από βάθους ψυχής και καρδίας, πανευλαβώς και ευγνωμόνως ευχαρίστησα τον πανάγαθον προστάτην μας, τον πανένδοξον του Κυρίου Βαπτιστήν και Πρόδρομον, ου ταις πρεσβείαις τύχοιμεν τέλους αγαθού και της ουρανών βασιλείας. Αμήν. Γένοιτο, παπά μου, γένοιτο. Αμήν».

Σημειώσεις:

Επί πατριάρχου κυρ Καλλινίκου δωρίζεται επισήμως το λείψανο εις την Μονήν κατά την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, ημέρα επισήμου εορτασμού της ελεύσεώς της, τελείται δε πανηγυρική αγρυπνία.

Από τον κώδικα 627 της μονής, χρονικό του μοναστηρίου από το 1733-1833.

Μικρό νησί με φυσικό λιμάνι στο βάθος του Σιγγιτικού κόλπου.

Έκφρασις της εποχής, ερμηνεύεται «με το θέλημά του».

Εννοεί μία σφαίρα από μολύβι.

Αρέσει σε %d bloggers: