Το Μέγα και Αγγελικό Μοναχικό Σχήμα (8)

Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος (Αρχαίο Κείμενο – 1ο μέρος)

Εις δε την Θείαν Λειτουργίαν.

Μετά την είσοδον του αγίου Ευαγγελίου τοποθετεί τούτο ο ιερεύς προ της ωραίας Πύλης απέναντι ακριβώς της ιεράς εικόνος του Δεσπότου Χριστού, θέτων επάνω αυτού και ψαλίδιον· ο δε μέλλων λαμβάνειν το άγιον Σχήμα ιστάμενος προ των θυρών του ναού, αποβάλλει το κάλυμμα της κεφαλής του και τα οποία φορεί ενδύματα, μένων μόνον μετά του υποκαμίσου, εσωβράκου και των τσουραπίων· εκείθεν δε παραλαμβάνει αυτόν ο Ηγούμενος, κρατών αυτόν εκ της χειρός και προπορευόμενος υποδεικνύει αυτώ ίνα ποιήση -και ποιεί- μετάνοιαν μίαν άμα τη εισόδω εις τον ναόν, μίαν εις το μέσον αυτού, μίαν προ των ωραίων πυλών, ανά μίαν εις τους χορούς δεξιά και αριστερά, ανά τρεις εις τάς αγίας εικόνας του Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου της Μονής, και μίαν εις τον Ηγούμενον του οποίου ασπάζεται την δεξιάν, και ίσταται εξ αριστερών αυτού έχων εσταυρωμένας τας χείρας προ του στήθους του.Τούτων γενομένων, αφού ψαλώσι τα συνήθη απολυτίκια του Αγίου της ημέρας και του Αγίου της Μονής, ψάλλονται υπό των ψαλτών εκατέρων των χορών τα επόμενά αντίφωνα.

Αντίφωνον α΄ . Ήχος δ΄ .

Ηθελον δάκρυσιν εξαλείψαι, των εμών πταισμάτων Κύριε το χειρόγραφον, και το υπόλοιπον της ζωής μου, διά μετανοίας ευαρεστήσαί σοι· αλλ΄ ο εχθρός απατά με, και πολεμεί την ψυχήν μου. Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με.

Τις χειμαζόμενος και προστρέχων, τω λιμένι τούτω ου διασώζεται; ή τις οδυνώμενος και προσπίπτων, τω ιατρείω τούτω ου θεραπεύεται; Δημιουργέ των απάντων, και ιατρέ των νοσούντων, Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με.

Πρόβατον ειμί της λογικής σου ποίμνης, και προς σε καταφεύγω τον ποιμένα τον καλόν· ζήτησόν με τον πλανηθέντα ο Θεός, και ελέησόν με.

Δόξα. Και νυν. Θεοτοκίον.

Εκ παντοίων κινδύνων τους δούλους σου φύλαττε, ευλογημένη Θεοτόκε, ίνα σε δοξάζωμεν, την ελπίδα των ψυχών ημών.

Αντίφωνον β΄ . Ήχος δ΄ .

Εν τη πηγή τη μυστική της αναγεννήσεως, υιοθεσίαν λαβών και απολύτρωσιν, εν αμελεία την ζωήν, και εν παραπτώμασιν εκδαπανήσας αγαθέ, νυν κραυγάζω σοι· δακρύων μετανοίας πηγήν μοι δώρησαι, και απόπλυνον τον ρύπον των εμών πλημμελημάτων, παντοδύναμε Σωτήρ και πολυέλεε.

Ζάλη αμαρτημάτων περιέχει με Σωτήρ, και μηκέτι φέρων τον κλύδωνα, σοί προσπίπτω τω μόνω κυβερνήτη· ως τω Πέτρω την χείρά μοι έκτεινον, της φιλανθρωπίας σου, και σώσόν με.

Δόξα. Και νύν. Θεοτοκίον.

Ρύσαι ημάς εκ των αναγκών ημών, Μήτηρ Χριστού του Θεού, η τεκούσα τον των όλων ποιητήν, ίνα πάντες κράζωμέν σοι· χαίρε η μόνη προστασία των ψυχών ημών.

Αντίφωνον γ΄ . Ήχος δ΄ .

Πού εστίν η του κόσμου προσπάθεια; Πού εστίν η των προσκαίρων φαντασία; ουκ ιδού ταύτα βλέπομεν γην και σποδόν; τί ουν κοπιώμεν εις μάτην; Τί δε ουκ αρνούμεθα κόσμον, και ακολουθούμεν τω κράζοντι· ο θέλων πορευθήναι οπίσω μου, αναλαβέτω τον σταυρόν μου, και ζωήν κληρονομήσει την αιώνιον.

Στίχ. Δεύτε τέκνα ακούσατε μου, φόβον Κυρίου διδάξω υμάς.

Δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς· άρατε τον ζυγόν μου εφ΄ υμάς, και μάθετε απ΄ εμού ότι πράός ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών.

Στίχ. Επλανήθην ως πρόβατον απολωλός, ζήτησον τον δούλόν σου, ότι τας εντολάς σου ουκ επελαθόμην.

Πρόβατον ειμί της λογικής σου ποίμνης, και προς σε καταφεύγω τον ποιμένα τον καλόν· ζήτησόν με τον πλανηθέντα ο Θεός, και ελέησόν με.

Στίχ. Δεύτε προσκυνήσωμεν, και προσπέσωμεν, και κλαύσωμεν εναντίον Κυρίου του ποιήσαντος ημάς.

Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού, και ίδε, και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην, και κατάρτισαι αυτήν, ήν εφύτευσεν η δεξιά σου.

Δόξα. Και νυν. Θεοτοκίον.

Η‘μόνη αγνή και άχραντος Παρθένος, η Θεόν ασπόρως κυήσασα, πρέσβευε του σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

Κάθισμα. Ήχος α΄ . Τον τάφον σου Σωτήρ.

(Τούτο ψάλλεται εκ τρίτου).

Αγκάλας πατρικάς, διανοίξαί μοι σπεύσον, ασώτως τον εμόν, κατηνάλωσα βίον· εις πλούτον αδαπάνητον, αφορών των οικτιρμών σου Σωτήρ, νυν πτωχεύουσαν, μη υπερίδης καρδίαν· σοι γαρ Κύριε, εν κατανύξει κραυγάζω· ήμαρτον Πάτερ, εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου.

Είτα κατηχεί τον υποψήφιον ο Ιερεύς λέγων ούτως·

Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, αδελφέ, και άκουσον της φωνής του Κυρίου λεγούσης· δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς· άρατε τον ζυγόν μου εφ΄ υμάς, και μάθετε απ΄ εμού, ότι πράός ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών.

Νυν ουν την προσήκουσαν απόκρισιν προς εκάστην των ερωτήσεων, μετά φόβου και χαράς απόδος τω Θεώ. Ασφαλώς δε γίνωσκε, ότι αυτός ο Σωτήρ ημών, μετά της πανυμνήτου αυτού Μητρός, και των αγίων Αγγέλων και πάντων των Αγίων αυτού, ενταύθα πάρεστιν, ενωτιζόμενος τα παρά σου εκπορευόμενα λόγια ίνα, όταν έλθη κρίναι ζώντας και νεκρούς, αποδώση σοι, ου καθ΄ ο μέλλεις συνταγήναι και καθομολογήσαι, αλλά καθ΄ ο αν φυλάξαις, α ομολογήσης. Νυν ουν, ει εν αληθεία προσέρχη τω Θεώ, μετά προσοχής αποκρίνου ημίν προς α μέλλεις επερωτάσθαι.

Είτα επερωτά αυτόν ο Ιερεύς, λέγων·

Ερώτησις: Τί προσήλθες αδελφέ, προσπίπτων τω αγίω Θυσιαστηρίω, και τη αγία συνοδία ταύτη;

Απόκρισις: Ποθών τον βίον της ασκήσεως, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Ποθείς αξιωθήναι του αγγελικού Σχήματος, και καταταγήναι εν τώ χορώ των μοναζόντων;

Απόκρισις: Ναί, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Ο Ιερεύς: Όντως καλόν έργον και μακάριον εξελέξω, αλλ΄ εάν και τελειώσης αυτό· τα γάρ καλά κόπω κτώνται, και πόνω κατορθούνται.

Ερώτησις: Εκουσία σου τη γνώμη προσέρχη τω Κυρίω;

Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Μη εκ τινός ανάγκης, ή βίας;

Απόκρισις: Ουχί, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Αποτάσση τω κόσμω, και τοις εν τω κόσμω, κατά την εντολήν του Κυρίου;

Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Παραμένεις τω μοναστηρίω και τη ασκήσει, έως εσχάτης σου αναπνοής;

Απόκρισις: Ναί, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Σώζεις μέχρι θανάτου την υπακοήν τώ προεστώτι, και πάση τη εν Χριστώ αδελφότητι;

Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Υπομένεις πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν του μονήρους βίου, διά την Βασιλείαν των ουρανών;

Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Ερώτησις: Φυλάττεις σεαυτόν εν παρθενία, και σωφροσύνη, και ευλαβεία;

Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.

Και ευθύς η Κατήχησις·

Βλέπε, τέκνον, οίας συνθήκας δίδως τω Δεσπότη Χριστώ· Αγγελοι γαρ πάρεισιν αοράτως, απογραφόμενοι την ομολογίαν σου ταύτην, ην και μέλλεις απαιτείσθαι εν τη δευτέρα Παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Υφηγούμαι ουν σοι την τελειοτάτην ζωήν, εν η κατά μίμησιν η του Κυρίου πολιτεία διαδείκνυται, διαμαρτυρόμενος άπερ χρη ασπάσασθαί σε, και ων περ δέον εκφυγείν. Η αποταγή τοίνυν ουδέν άλλο εστί, κατά τον ειπόντα, ειμή σταυρού και θανάτου επαγγελία.

Γίνωσκε ουν από της παρούσης ημέρας σταυρούσθαι, και νεκρούσθαι τω κόσμω, διά της τελειοτάτης αποταγής· αποτάσση γαρ γονεύσιν, αδελφοίς, γυναικί, τέκνοις, πατράσι, συγγενείαις, εταιρείαις, φίλοις, συνήθεσι, τοις εν κόσμω θορύβοις, φροντίσι, κτήσεσιν, υπάρξεσι, τη κενή και ματαία ηδονή τε και δόξη· και απαρνείσαι ου μόνον τα προειρημένα, αλλ΄ έτι και την σεαυτού ψυχήν, κατά την φωνήν του Κυρίου, την λέγουσαν· ος τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. Ει ουν αληθώς ακολουθείν αυτώ ηρετήσω, και ει αψευδώς κληθήναι μαθητής αυτού επιποθείς, ετοιμάσθητι από του παρόντος, μή προς άνεσιν, μή προς αμεριμνίαν, μή προς τρυφάς, μή προς άλλο τι των επί της γης τερπνών τε και απολαυστικών, αλλά προς αγώνας πνευματικούς, προς εγκράτειαν σαρκός, προς κάθαρσιν ψυχής, προς πτωχείαν ευτελή, προς πένθος αγαθόν, προς πάντα τα λυπηρά και επίπονα της χαροποιού κατά Θεόν ζωής· και γαρ πεινάσαι έχεις, και διψήσαι, και γυμνητεύσαι, υβρισθήναί τε και χλευασθήναι, ονειδισθήναί τε και διωχθήναι, και πολλοίς περιαχθήναι λυπηροίς, οις η κατά Θεόν ζωή χαρακτηρίζεται· και όταν ταύτα πάντα πάθης, χαίρε, φησίν, ότι πολύς ο μισθός σου εν τοίς ουρανοίς υπάρχει. Χαρά ούν χαίρε, και αγαλλιάσει αγαλλιώ, ότι σήμερον εξελέξατό σε, και διεχώρισε Κύριος ο Θεός, από της εν κόσμω ζωής, και έθετό σε, ως εν προσώπω αυτού, εν τη παραστάσει της μοναδικής τάξεως, εν τη στρατεία της αγγελοειδούς ζωής, εν τώ ύψει της ουρανομιμήτου πολιτείας· αυτώ αγγελικώς λατρεύειν· αυτώ ολοκλήρως δουλεύειν· τα άνω ζητείν· ημών γαρ το πολίτευμα, κατά τον Απόστολον, εν ουρανοίς υπάρχει.

Ω της καινής κλήσεως! ω της δωρεάς του μυστηρίου! Δεύτερον βάπτισμα λαμβάνεις σήμερον, αδελφέ, τη περιουσία των του φιλανθρώπου Θεού δωρεών, και των αμαρτιών σου καθαίρη, και υιός φωτός γίνη, και αυτός Χριστός ο Θεός ημών συγχαίρει μετά των αγίων αυτού Αγγέλων επί τη σή μετανοία, θύων σοι τον μόσχον τον σιτευτόν. Αξίως λοιπόν της κλήσεως περιπάτησον· απαλλάγηθι της των ματαίων προσπαθείας· μίσησον την προς τα κάτω έλκουσάν σε επιθυμίαν· όλον σεαυτού τον πόθον μετάθες προς τα ουράνια· μηδόλως στραφής εις τα οπίσω, ίνα μή γένη στήλη αλός, ως η γυνή του Λώτ, ή ώσπερ κύων επί τον ίδιον εμετόν επιστρέφων, και πληρωθή επί σε ο λόγος του Κυρίου ότι, ουδείς βαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον, και στραφείς εις τα οπίσω, εύθετός εστιν εις την Βασιλείαν των ουρανών. Και γάρ ουκ έστι σοι μικρός ο κίνδυνος, επαγγελλομένω νύν πάντα τα προειρημένα φυλάττειν, έπειτα κατολιγωρήσαι της επαγγελίας· και ή προς τον πρότερον βίον επαναδραμείν, ή του Πατρός χωρισθήναι και των συνασκουμένων αδελφών, ή, μένοντα και καταφρονητικώς ζήσαι τάς ημέρας σου· επεί βαρυτέρας έξεις τάς ευθύνας παρά το πρίν, επί του απαραλογίστου βήματος του Χριστού, όσω πλείονος χάριτος απολαύεις άρτι· και καλόν σοι ήν, ως το λόγιον, μή εύξασθαι, ή εύξασθαι και μή αποδούναι. Μηδέ πάλιν νομίσης, ως διά του προλαβόντος χρόνου της ενταύθα σου διατριβής, ικανώς ηγωνίσω προς τάς αοράτους δυνάμεις του εχθρού· αλλά γίνωσκε, ότι μάλλον από του δεύρο διαδέξονταί σε μείζονες αγώνες της προς αυτόν πάλης, ισχύει δε κατά σου ουδαμώς, πεφραγμένον σε ευρίσκων, τη τε προς τον οδηγούντά σε κραταιά πίστει και αγάπη, και τη προς πάσαν υπακοήν και ταπείνωσιν ευθύτητι. Διά τούτο απέστω από σου ανηκοΐα, αντιλογία, υπερηφανία, έρις, ζήλος, φθόνος, θυμός, κραυγή, βλασφημία, λαθροφαγία, παρρησία, μερική φιλία, περπερεία[1], φιλονεικία, γογγυσμός, ψιθυρισμός, επίκτησις ιδιάζουσα οικτρού πράγματος[2], και τα άλλα πάντα της κακίας είδη, δι’ ά έρχεται η οργή του Θεού επί τους τα τοιαύτα πράσσοντας, και ριζούν άρχεται εν αυτοίς ο των ψυχών φθορεύς. Μάλλον δέ, αντ’ αυτών, κτήσαι τα πρέποντα αγίοις· φιλαδελφίαν, ησυχίαν, επιείκειαν[3], ευλάβειαν, μελέτην των θείων λογίων, ανάγνωσιν, τήρησιν καρδίας εκ ρυπαρών λογισμών, εργασίαν την κατά δύναμιν, εγκράτειαν, υπομονήν μέχρι θανάτου, εφ’ ω Πατρί τάς συνθήκας σου έδωκας πρώτον· και τελευταίον, εξαγγελίαν των της καρδίας σου κρυπτών, καθώς αι θείαι υποθήκαι διαγορεύουσιν· εβαπτίζοντο, γάρ φησίν, εξομολογούμενοι τάς αμαρτίας αυτών.

Σημειώσεις:

1.Ανάλυση της λέξεως «περπερεία»: Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, Επίσκεψις βίου Μοναχικού, Εκδόσεις Σαββάλας, σ. 101

2.«οικτρά λέγοντος του παραγγέλματος ή πάντα τα κατά βίον, ως οίκτου άξιον αποτελούντα τον αυτοίς προσανέχοντα, ή τα ευτελέστατα· ίνα ο μοναχός μηδέ τα σμικρότατα εγχειρή επικτάσθαι· ο δη τοις όντως ακτήμονούσιν επιπρέπει εις μάλιστα, οι σχεδόν μόνους εαυτούς κέκετηνται. (και η φράση άχρηστα και αξιοθρήνητα αφορά όλα τα εγκόσμια αγαθά, καθώς πράγματι είναι αξιοθρήνητα όλα όσα στηρίζουν τον εγκόσμιο βίο, αλλά, ταυτόχρονα, με την ίδια φράση εννοούνται και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Το νόημα, τελικά, είναι ότι ο μοναχός δεν θα πρέπει να επιχειρεί να αποκτήσει το παραμικρότερο υλικό αγαθό. Κάτι τέτοιο ταιριάζει απόλυτα στους πραγματικούς ακτήμονες, οι οποίοι το μόνο πού έχουν είναι ο εαυτός τους) Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, Επίσκεψις βίου Μοναχικού, Εκδόσεις Σαββάλας, σ. 56-58. Και στη σ. 105 γράφει ο ίδιος «απορρίπτοντας τις τρίχες της κεφαλής του, απέρριψε ταυτόχρονα και όλα τα αγαθά της προηγούμενης ζωής του… ζητείται από το μοναχό να απαρνηθεί και κάθε δυνατότητα μελλοντικής κερδοσκοπικής δράσης, ώστε να επαναποκτήσει υλικά αγαθά». Και στη σ. 109 «Πολύ καλά άκουσες και απαρνήθηκες όχι μόνο την απλή ατομική χρήση κάποιων αγαθών, αλλά την ιδιάζουσα κατοχή, δηλαδή τα αγαθά πού τίθενται στην απόλυτη προσωπική σου διάθεση ως ιδιοκτησία». Αλλη μετάφραση της φράσεως «ιδιάζουσα επίκτησις =ιδιοποίηση οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή ιδιοτελής κερδοσκοπική δραστηριότητα ή ιδιοτελής κερδοσκοπική δράση ή ιδιάζουσα κατοχή».

3.«επιείκεια μεν γαρ παράθραυσις εστίν ιδίου δικαίου εθελούσιος επί ειρήνη» (επιείκεια σημαίνει να παραβλέπεις το δικό σου δίκιο, με τη θέλησή σου, προκειμένου να διατηρηθεί η ειρήνη) Επίσκεψις βίου Μοναχικού, Εκδόσεις Σαββάλας, σ. 119

Αρέσει σε %d bloggers: