Από το βίο του Αγίου Σάββα του Βατοπαιδινού, του δια Χριστόν σαλού

…Όταν οι δαίμονες είδαν την περιφρόνηση του Αγίου  στις απειλές τους, αποθρασύνθηκαν και ασυγκράτητοι πλέον ορμούν κατά του Μεγάλου με τον εξής τρόπο: Μαζεύονται, όλοι μαζί σαν ένας, τον αρπάζουν αλαλάζοντας με τα φονικά τους χέρια, τον μεταφέρουν στον πλησιέστερο γκρεμό, ενώ αυτός ήταν αφοσιωμένος μόνο στον εαυτό του και στο Θεό και έμοιαζε αναίσθητος, σαν να κοιμόταν μακαρίως, και τον εξακοντίζουν ανάποδα!

Τι κρίματα Θεού! Ο γκρεμός αυτός ήταν τόσο βαθύς και τόσο φοβερός ακόμα και στη θέα, ώστε οτιδήποτε ζωντανό έπεφτε εκεί κάτω ήταν αδύνατο να ζήσει, είτε άνθρωπος είτε ζώο.

Αλλά «τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου» και «επί χειρών αρούσι σε» (Ψαλ. Στ΄11-12) νομίζω πως άκουγε νοερώς κι εδώ ο θαυμαστός Σάββας, στην κατάλληλη στιγμή. Και όχι μόνο το άκουγε, αλλά και το έβλεπε στη πραγματικότητα, και ζούσε υπερφυώς το μέγα θαύμα. Δεν πέφτει ανάποδα, όπως ήθελαν εκείνοι οι μιαροί, αλλά στέκεται τελείως όρθιος, σώος και αβλαβής σ’ εκείνο το βαθύτατο χάσμα. Τι μεγάλη η δύναμη του Χριστού που κατορθώνει τα πάντα!

Κατεβαίνει λοιπόν ο μέγας στο γκρεμό βασταζόμενος ασφαλέστατα στα άυλα χέρια του φύλακα αγγέλου. Στηρίζει τα πόδια του στη γη και στρέφει τα χέρια και τα μάτια στον ουρανό. Μα τι φρικτά είναι τα μυστήρια αυτά του Χριστού! Σαράντα ολόκληρες ήμερες στέκεται σε αυτή τη θέση, δίχως φαγητό, δίχως νερό, άκαμπτος, τελείως ακίνητος και άυπνος. Έμοιαζε σαν άγαλμα που κατασκευάστηκε από κάποια άψυχη ύλη.

Με όλα όσα θα διηγηθώ (γράφει ο βιογράφος του άγιος Φιλόθεος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως) σκοπεύοντας στην αλήθεια, απευθύνομαι στον άνθρωπο που εποπτεύει το λόγο και την αλήθεια. Μα υπολογίζω ελάχιστα τη γνώμη όσων απιστούν στα λόγια μου, αφού οι ίδιοι υπολογίζουν ελάχιστα τα γεγονότα.

Τρεις ημέρες λοιπόν και τρεις νύκτες πέρασαν που ο άγιος προσευχόταν μέσα σ’ εκείνο το βάραθρο, με τα χέρια απλωμένα, ακίνητα προς τον ουρανό. Αλλά καλλίτερα να μας το διηγηθεί ο ίδιος: «Κατόπιν», μας έλεγε, «μου φάνηκε πως με έναν άγνωστο τρόπο αρπάχτηκα από εκεί και ανέβηκα επάνω από τους ουρανούς. Τότε λοιπόν ξεχύθηκε ένα φως. Αλλά πώς να περιγράψει κανείς την ανέκφραστη λαμπρότητα του φωτός εκείνου; Έμοιαζε με ένα πέλαγος άπειρο που σκορπιζόταν παντού σ’ εκείνο το υπερουράνιο πλάτος. Φαινόταν σαν να πλημμυρίζει, να κατακλύζει, να καταλαμπρύνει τα πάντα με το μέγεθος της υπερφυούς αστραπής του. «Εκείνη τη στιγμή είδα τον γλυκύτατο Ιησού να κάθεται υπερφυώς επάνω σε αυτό το απέραντο φως. Τον περικύκλωναν χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες αγγελικών ταγμάτων και τον διακονούσαν, όπως ακριβώς λέγει ο Δανιήλ… Εγώ δεν χόρταινα όμως να κοιτάζω, κι εγώ δεν ξέρω πως, τον γλυκύτατο Ιησού και την ανείπωτη δύναμη και λαμπρότητα του φωτός που ακτινοβολούσε από επάνω Του. Ήταν όλος γλυκασμός, όπως λέγει και το ρητό, όλος επιθυμία, όλος έφεση (Άσμα Ε’ 16), κάλλος απόρρητο, αθανασία, χαρά, ευφροσύνη ανεκλάλητη. Γι’ αυτό και δεν υπήρχε καθόλου κορεσμός, ή μάλλον προσετίθετο μεγαλύτερη επιθυμία, που με τραβούσε προς τα επάνω συνεχώς…»

Όταν λοιπόν ο Σάββας βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, εμφανίστηκε μία στήλη φωτός και ένα ποτάμι από ακτίνες εκείνου του θείου φωτός έπεσε πάνω του. Τότε αντιλήφθηκε πάλι πως βρισκόταν στη γη με το σώμα. Μαζί με το φως, κατέβηκε και ο άγγελος, για να του ερμηνεύσει την όραση, όπως ακριβώς έκανε και ο θείος Γαβριήλ στο Δανιήλ. Στάθηκε δίπλα του, ενώ και ο Σάββας ήταν πλήρης φωτός, χωρίς καθόλου να μειονεκτεί από την αγγελική λαμπρότητα. Τι μεγάλη δόξα και χάρη χορηγείς, Χριστέ μου, στον άνθρωπο!

«Σάββα φίλε μου», του λέει ο άγγελος, «μεγαλύνθηκε  το όνομά σου ανάμεσά μας. Ο Θεός θέλει δι’ εμού να σε μάθει ότι αυτό που σου αποκαλύφθηκε τώρα υπερφυώς, είναι εκείνο ακριβώς που αναφέρεται στα ευαγγέλια, το «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ, Ε’ 8). Αυτό είναι σαφώς η μέλλουσα απόλαυση των δικαίων, η περιλάλητη Βασιλεία των ουρανών. Αυτήν αξιώνονται να απολαύσουν από αυτή τη ζωή όσοι έφθασαν καλά στο αξίωμα της υιοθεσίας, εξ αίτιας της υπέρμετρης καθαρότητάς τους».

Με τέτοια και παρόμοια λόγια ερμήνευε ο άγγελος το όραμα στο θεατή και τον νουθετούσε. Ο Άγιος πλέον έλαβε σύνεση από τον μυσταγωγό, για να ερμηνεύσει τα «υπέρ φύσιν».

Σ’ αύτη τη θέση στεκόταν ο Σάββας όρθιος διαρκώς επί σαράντα μέρες, καθώς είπα. Ακόρεστη η τρυφή, υπερφυής η ενασχόληση.

«Είχα φωτιστεί ολόκληρος», διηγείται ο ίδιος «από εκείνο το φως που κατέβηκε με τον μυσταγωγό θείο άγγελο. Έτσι, μου φαινόταν ότι δεν φορούσα το σώμα μου, ή ότι το φορούσα μα ήταν όλο λεπτό, φωτεινό, κατά κάποιο τρόπο αιθέριο, ώστε να μη μπορεί σε τίποτε να εμποδίσει τη φυσική καθαρότητα του νου. Ή μάλλον μου φαινόταν ότι και τα δύο είχαν μετατραπεί υπερφυώς σε ένα, από τη χάρη του αγαθού Πνεύματος που επικρατούσε και στα δύο. Μπορούσα να κατανοήσω ακριβέστατα τον ίδιο τον εαυτό μου, με έναν ανεξήγητο τρόπο, εννοώ βέβαια το φυσικό τούτο κάλλος του νου και της ψυχής, μα είναι αδύνατον να το περιγράψω με λόγια».

(Αγ. Φιλοθέου Κόκκινου, «Βίος Αγ. Σάββα Βατοπαιδινού, του διά Χριστόν σαλού»)

Αρέσει σε %d bloggers: