Την ανάσταση η Εκκλησία δεν την εξηγεί, αλλά την κηρύττει, την τραγουδάει και την χορεύει!

 «Χριστός ανέστη!» Αυτές οι δύο λέξεις όλες αυτές τις ημέρες είναι στα χείλη όλων των πιστών. «Χριστός ανέστη!» σε χίλιους τόνους ψέλνομε στην Εκκλησία. «Χριστός ανέστη!» χαιρετάμε στο δρόμο. «Χριστός ανέστη!» ακούεται παντού κι όλοι αποκρίνονται «Αληθώς ανέστη ο Κύριος!».

Η πρώτη και μεγάλη εορτή των Εβραίων ήταν το Πάσχα, που εορταζόταν κάθε χρόνο μέσα στο μήνα Μάρτιο, για να θυμάται ο λαός την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και τη διάβαση με θαυμαστό τρόπο της ερυθράς θάλασσας. Ήταν η εορτή της διάβασης, γιατί αυτό θα πει η εβραϊκή λέξη Πάσχα, διάβαση· το πέρασμα δηλαδή μέσα από τη θάλασσα και την απελευθέρωση του λαού με την αρχηγία του Μωϋσή.

Η πρώτη και μεγάλη εορτή της Εκκλησίας είναι το «καινόν πάσχα», το καινούργιο δηλαδή Πάσχα. Αυτό το Πάσχα δεν είναι πια η διάβαση και το πέρασμα από την Αίγυπτο προς την Παλαιστίνη, αλλά η διάβαση και το πέρασμα από το θάνατο προς τη ζωή κι από τη γη προς τον ουρανό. Έτσι, όπως το ακούμε στο πρώτο τροπάριο του Κανόνα της εορτής «εκ γαρ θανάτου προς ζωήν  και εκ γης προς ουρανόν  Χριστός ο Θεός · ημάς διεβίβασεν…».

Τώρα όχι πια ο Μωϋσής, που χτύπησε τη θάλασσα με το ραβδί του κι έγινε δρόμος για να περάσει ο λαός. Αλλά ο Ιησούς Χριστός με την Ανάστασή του μας οδήγησε και μας πέρασε από το θάνατο στη ζωή. Γι’ αυτό η μεγάλη εορτή της Εκκλησίας είναι «Αναστάσεως ημέρα». Οι Εβραίοι, μετά το πέρασμα της θάλασσας έψαλαν το «άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται» κι oι χριστιανοί καλούνται τώρα από την Εκκλησία να λαμπρυνθούν «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί…»· φωτεινοί δηλαδή και γεμάτοι χαρά να εορτάσουν την ήμερα της Αναστάσεως.

Όλα τώρα είναι γεμάτα φως, γι’ αυτό η ήμερα της Αναστάσεως, το «καινόν Πάσχα», λέγεται «λαμπρή», εορτή δηλαδή που λάμπει μέσα στο φως. Το φως που δίνει ο Θεός στην υλική κτίση, τώρα σ’ αυτή την εποχή της Άνοιξης που ξαναγεννιέται και ανασταίνεται ο φυσικός κόσμος. Το φως που δίνει ο Χριστός με την Ανάστασή του, με την οποία φωτίσθηκαν ο ουρανός και η γη και τα καταχθόνια. Γιατί και στον Άδη κατέβηκε ο Χριστός και χάρισε ζωή σε όλους που ήσαν στα μνήματα, «και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Ένα από τα πιο ποιητικά τροπάρια στον αναστάσιμο Κανόνα, που είναι το τραγούδι μας αυτές τις ήμερες, είναι ακριβώς αυτό, όπου ο ιερός ποιητής, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εκφράζει αυτή την πραγματικότητα του φυσικού και πνευματικοί φωτός, μέσα στο οποίο λούζεται η μεγάλη εορτή· «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός  ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια…». Τώρα με την Ανάσταση του Χριστού, όλα πλημμύρησαν στο φως κι ο ουρανός και η γη κι ό,τι είναι κάτω από τη γη, εκεί που πρώτα βασίλευε ο κατασκότεινος Άδης.

Η εορτή του Πάσχα δεν είναι εορτή μιας ημέρας ούτε μιας εβδομάδας ούτε σαράντα ήμερων μέχρι της Αναλήψεως, αλλά είναι εορτή όλου του εκκλησιαστικού έτους, όλης της χρονιάς και όλης της ζωής μας. Κάθε Κυριακή όλο το χρόνο την Ανάσταση του Κυρίου εορτάζουμε, γι’ αυτό και λέμε το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…». Μα και κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία «Πάσχα επιτελούμεν», καθώς το λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Πάσχα έχουμε και εορτή της Αναστάσεως κάθε μέρα που γίνεται η θεία Λειτουργία, που σφαγιάζεται και θάβεται και ανασταίνεται πάνω στην αγία Τράπεζα ο αμνός του Θεού.

Μα όλα αυτά δεν λέγονται και δεν εκφράζονται με λόγια. Γι’ αυτό στη εορτή αυτή  δεν θα πρέπει να λέμε τίποτα, αλλά μόνο να αφήνουμε να μπαίνει μέσα μας το φως κι η χαρά του Θεού και να ανοίγουμε το στόμα, για να ψάλουμε και να τραγουδήσουμε τη θεία Ανάσταση. Γιατί όλα τα τροπάρια της Εκκλησίας δεν είναι παρά τα ιερά τραγούδια της πίστεως μας, τα τραγούδια του Θεού, καθώς τα ‘λεγε κάποιος άγιος άνθρωπος, ο μακαρίτης κυρ Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης.

Και είναι κρίμα, γιατί τώρα τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν και δεν θέλουν να ψάλλουν τα τροπάρια της Εκκλησίας, που και σε λόγια και σε μουσική είναι ασυγκρίτως καλύτερα απ’ όλα τα βρώμικα τραγούδια, που τραγουδάνε τώρα μικροί και μεγάλοι και τα ακούμε κάθε μέρα μέσ’ στα σπίτια μας και τα ‘χουμε μέσ’ στα αφτιά μας από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Αυτά όχι μόνο δεν είναι ιερά, όχι μόνο δεν είναι ελληνικά, δεν έχουν δηλαδή χαρακτήρα ελληνικό, αλλά καθώς λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γιατί και τότε αυτά δεν ήσαν άγνωστα, «πάσης γέμουσιν ακολα­σίας» είναι δηλαδή γεμάτα από κάθε βρωμιά.

Αλλά τέλος πάντων, το θέμα τώρα δεν είναι αυτό. Αλλά η ψαλμωδία της Εκκλησίας, που είναι η καλύτερη γλώσσα, με την οποία μπορούμε να εκφράσουμε θεολογικά τη πίστη μας. Η πίστη είναι ένα βαθύτατο αίσθημα μέσα στον άνθρωπο· σε κάθε άνθρωπο, γιατί μ’ όσα κι αν λένε άπιστος άνθρωπος δεν υπάρχει. Μα ό,τι αισθάνεται κανείς και ζει μέσα του, και μάλιστα όσο περισσότερο το ζει και το αισθάνεται, δεν μπορεί να το εκφράσει με λόγια· δεν μπορεί να το καταλάβει λογικά, δεν το χωράει ο λογισμός του. Γι’ αυτό η καρδιά έχει τη δική της γλώσσα, που δεν είναι η γλώσσα του μυαλού, αλλά είναι το τραγούδι. Κάθε ζωντανός άνθρωπος τον καλύτερο εαυτό του τον εκφράζει με το τραγούδι.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία έχει τα δικά της ιερά τραγούδια. Η Εκκλησία την πίστη και τις εντολές του Θεού τις κάνει τροπάρια και ιερά τραγούδια. «Ψαλτά μοι ήσαν τα δικαιώματά σου» λέει ο Ψαλμός, που θέλει να πει πως οι εντολές του Θεού στην καρδιά και το στόμα του πιστού ανθρώπου είναι ένα παντοτινό τραγούδι και μια Ψαλμωδία. Και την Ανάσταση του Κυρίου η Εκκλησία δεν την εξηγεί, γιατί το θαύμα υπερβαίνει κάθε εξήγηση, αλλά την κηρύττει και την τραγουδάει.

Το ομορφότερο ιερό τραγούδι της εορτής του «καινού» Πάσχα αυτές τις ημέρες είναι ο Κανόνας του αγίου Ιωάννη του Δαμάσκηνου, το «Αναστάσεως ήμερα  λαμπρυνθώμεν λαοί…». Παίρνοντας τα πρώτα λόγια και πολλά άλλα του Κανόνα από ένα λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο ιερός ποιητής κάνει ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της Εκκλησίας, τονισμένο από τον ίδιο σε καθαρή ελληνική μουσική.

Παίρνω ένα από τα τροπάρια του Κανόνα, για να σας δείξω ακριβώς αυτό που είπα παραπάνω, ότι δηλαδή η καλύτερη γλώσσα της πίστεως είναι η ψαλμωδία και το τραγούδι, και όχι μόνο το τραγούδι, αλλά μαζί και ο χορός. Πολλές φορές ακούμε στην Εκκλησία το «Σκιρτήσατε, χορεύσατε, εν ευφροσύνη ψάλατε…»· οι πιστοί καλούνται να αισθανθούν μέσα τους σκιρτήματα ιερής χαράς και να τα εκδηλώσουν με το χορό και το τραγούδι. Να μη σας κάνει κακή εντύπωση και να μη σας τρομάζει, Όταν λέμε για χορό στην Εκκλησία, γιατί όλες οι ιερατικές κινήσεις μέσα στη θεία λατρεία, το πώς βηματίζει ο λειτουργός ιερέας, το πώς θυμιατίζει, το πώς ευλογεί, όλα είναι ένας ιερός χορός.

Το τροπάριο του Κανόνα, για το οποίο είπα, είναι εκείνο που αναφέρεται στον προφήτη και βασιλέα Δαβίδ. Ήταν τότε, που υστερ’ από μια αιχμαλωσία της, επανέφεραν την κιβωτό της διαθήκης στην Ιερουσαλήμ. Ήταν τόση η χαρά του Δαβίδ, που πήγαινε μπροστά, ένας νικητής βασιλιάς, μαζί με τα παιδιά, έπαιζε το όργανο και πηδούσε και χόρευε στο δρόμο. Της αρραβωνιαστικιάς του, που τον είδε από το παράθυρο, της κακοφάνηκε και τον περιφρόνησε μέσα της  ύστερα τον ειρωνεύτηκε και του είπε· «Τί όμορφος, αλήθεια, που ήταν σήμερα ο βασιλιάς, όταν χόρευε μαζί με τα παιδιά στο δρόμο!». Τότε ο Δαβίδ με θυμό της είπε·  «Και παίζομαι και ορχήσομαι ενώπιον Κυρίου»·δηλαδή αν είναι για το Θεό, και θα παίξω και θα χορέψω.

Αυτό το επεισόδιο από τη Παλαιά Διαθήκη παίρνει ο ποιητής και μουσικός Ιωάννης ο Δαμασκηνός και κάνει ένα από τα πιο ωραία και χαρακτηριστικά τροπάρια του Κανόνα. Παραλληλίζει σ’ αυτό τη χαρά του βασιλέα που χόρευε στο δρόμο και την ένθεη ευφροσύνη των πιστών, που είναι ο άγιος λαός του Θεού, μπροστά στο μέγα θαύμα και το γεγονός της Αναστάσεως. Να τώρα το τροπάριο, που ίσως κάποιοι να μην το καταλαβαίνουν, επειδή δεν ξέρουν το επεισόδιο της Παλαιάς Διαθήκης, στο όποιο αναφέρεται· «Ο θεοπάτωρ μεν Δαβίδ * προ της σκιώδους κιβωτού * ήλατο σκιρτών * ο λαός δε του Θεού ο άγιος * την των συμ­βόλων έκφρασιν ορώντες * ευφρανθώμεν ενθέως * ότι ανέ­στη Χριστός ως παντοδύναμος».

Θαρρώ πως είναι αρκετά όσα είπαμε·  ας κλείσουμε λοιπόν εδώ. «Ευφρανθώμεν ενθέ­ως»· ας χαρούμε κι ας χορέψουμε, με πλημμυρισμένη τη ψυχή μας από θεϊκή χαρά. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το μέγιστο θαύμα της πίστεως μας και το μοναδικό γεγονός της ιστορίας. Πάνω σ’ αυτό το θαύμα στέκει η Εκκλησία, δηλαδή εμείς, ο λαός του Θεού. «Την των συμβόλων έκφρασιν ορώντες * ευφρανθώμεν ενθέως»· βλέποντας πως όλα, όσα συμβολικά γίνονταν στη Παλαιά Διαθήκη, τώρα ξεδιαλύθηκαν σε μας, ας χαρούμε κι ας χορέψουμε, σαν τον βασιλέα Δαβίδ, που γεμάτος χαρά μαζί με τα παιδιά έψελνε και χόρευε στο δρόμο. Εκείνος, γιατί ξαναπήραν την κιβωτό και την έφερναν στην Ιερουσαλήμ. Εμείς, γιατί αναστήθηκε ο Χριστός, σαν Θεός παντοδύναμος. «Χριστός ανέστη!», αδελφοί. Αμήν.

(+ο Σερβίων και Κοζάνης  Διονύσιος, «Ο λόγος του Θεού» τ. Β΄)

Αρέσει σε %d bloggers: