Περί Πόντου και 19ης Μαΐου

Χάρτης του Πόντου

Πόντος, Ιστορικά στοιχεία

Η ιστορία του Ελληνισμού του Εύξεινου Πόντου, αρχίζει με το πέρασμα από το μύθο στην λήθεια, με την Αργοναυτική εκστρατεία και τις πρώτες εγκαταστάσεις των Ελλήνων αμέσως μετά τον Τρωικό πόλεμο (1100 π.Χ.). Η σημασία του Εύξεινου Πόντου διαφαίνεται από τις αρχές του Η’ π.Χ. αιώνα με την ίδρυση της Σινώπης από Μιλήσιους το 785 π.Χ. και αργότερα των άλλων πόλεων: Τραπεζούντας (756 π.Χ.), Κερασούντας (700 π.Χ.), Αμισού (Σαμψούντας 600 π.Χ.), Κοτυώρων (Ορντού), Τριπόλεως κλπ.
Μαρτυρία για τον πλούτο, την ευημερία και την ελληνικότητα των αποικιών αυτών είναι η περιγραφή του Ξενοφώντα στην Κάθοδο των Μυρίων.

Μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι Έλληνες βρισκόταν μόνο την παραλιακή περιοχή της αποικισμένης χώρας, από τότε όμως άρχισε η εξάπλωση προς νότο και ο εξελληνισμός των γηγενών φυλών. Στο μεσοδιάστημα των Αλεξανδρινών χρόνων και της Ρωμαϊκής κατακτήσεως, στην περίοδο των Μιθριδατών, ο εξελληνισμός προχωρεί βαθύτερα.

Στη Ρωμαϊκή περίοδο έρχεται σύμμαχος του ελληνισμού ο Χριστιανισμός, που διέδωσαν οι απόστολοι Ανδρέας και Πέτρος και τα Χριστιανικά μοναστήρια αποτελούν εστίες πίστης και εθνικής συνείδησης. Στους Βυζαντινούς χρόνους ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέβαλε τον Πόντο σε επαρχία του κράτους, ενώ ο Ιουστινιανός όρισε πρωτεύουσα της επαρχίας την Τραπεζούντα.

Ο δεσμός Aυτοκρατορίας και Εύξεινου Πόντου διατηρείται μέχρι την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204, όταν δημιουργείται η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας από τους Κομνηνούς, που υποτάχθηκε το 1461, οκτώ χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους, το 1453. Επακόλουθο της καταλήψεως της Τραπεζούντας ήταν οι σφαγές, οι λεηλασίες και ο βίαιος εξισλαμισμός.


Η προσφορά των Ποντίων και η Ποντιακή αναγέννηση.

Από το 1100 π.Χ. έως το 1923 μ.Χ., ένα διάστημα 3.000 χρόνων, ο Πόντος υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα τμήματα του ελληνισμού, όπου οι κάτοικοι της περιοχής αυτής τόσο στα χρόνια της αρχαιότητας και του Μ. Αλεξάνδρου όσο και της ρωμαιοκρατίας και του Βυζαντίου και αυτής της τουρκοκρατίας (1461-1922) δεν έπαυσαν να διατηρούν αλώβητη την εθνική τους συνείδηση.

Σ΄ όλη τη διάρκεια των αιώνων αυτών, ο Εύξεινος Πόντος ανέδειξε το φιλόσοφο Διογένη, τον Ηρακλείδη τον Πολιτικό, τον Διΐφιλο, τον Στράβωνα και τόσους άλλους και στους Νέους Χρόνους τους Καρατζάδες, τους Μουρούζηδες, τους Γαβράδες, τους Υψηλάντηδες, τον Πασσαλίδη, τον Καπετανίδη, κ.ά.
Η οικονομική ανάκαμψη του Ποντιακού Ελληνισμού συνδυάστηκε με δημογραφική άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 άτομα, το 1880 σε 330.000 άτομα, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στα αστικά κέντρα.

Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461.

Μετά τη λήξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου και τη διεθνή τάση για αυτοδιάθεση των λαών, εξέχοντες Πόντιοι (Κ. Κωνσταντινίδης κ. ά ) συνέλαβαν την ιδέα της δημιουργίας Ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου με υπομνήματα και παραστάσεις προς τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, σχεδιάζοντας και χάρτη του «διεκδικούμενου Πόντου», σχέδιο όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Πόντος, το παραλιακό τμήμα της Β.Α. Μ. Ασίας, που απλώνεται από την περιοχή της Σινώπης ως το ανατολικό άκρο του Ευξείνου Πόντου (Βατούμ), είχε το 1918 έκταση 71.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων με 2.048.250 κατοίκους την περίοδο εκείνη, από τους οποίους 697.000 ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι.

Οι κυριότερες πόλεις του Πόντου ήταν: η Τραπεζούντα με 50.000 κατοίκους τότε, από τους οποίους 15.000 Έλληνες, η Κερασούντα με 20.000 κατοίκους, από τους οποίους 12.000 Έλληνες, η Τρίπολη με 10.000, από τους οποίους 3.000 Έλληνες, τα Κοτύωρα (Ορντού) με 12.000, από τους οποίους 6.000 Έλληνες, η Αμισός (Σαμψούντα) με 35.000, από τους οποίους 18.000 Έλληνες, η Σινώπη με 15.000, από τους οποίους 4.500 Έλληνες, η Νικόπολη με 1.500 Έλληνες, η Αργυρούπολη με 6.000 κατοίκους, από τους οποίους 2.500 Έλληνες και η Αμάσεια με 42.000, από τους οποίους 18.000 Έλληνες.

Ο Πόντος ήταν χωρισμένος σε 6 μητροπόλεις:

1. τη μητρόπολη Τραπεζούντας με 84 σχολεία, 165 καθηγητές και δασκάλους και 6.800 μαθητές και μαθήτριες,

2. τη μητρόπολη Ροδοπόλεως με 55 σχολεία, 87 καθηγητές και δασκάλους και 3.053 μαθητές και μαθήτριες,

3. τη μητρόπολη Κολωνίας με 88 σχολεία, 94 καθηγητές και δασκάλους και 4.900 μαθητές και μαθήτριες,

4. τη μητρόπολη Χαλδίας – Κερασούντας με 252 σχολεία, 322 καθηγητές και δασκάλους και 24.800 μαθητές και μαθήτριες,

5. τη μητρόπολη Νεοκαισαρείας με 182 σχολεία, 193 καθηγητές και δασκάλους και 12.800 μαθητές και μαθήτριες και 6. τη μητρόπολη Αμασείας με 376 σχολεία, 386 καθηγητές και δασκάλους και 23.600 μαθητές και μαθήτριες.

Σε όλο τον Πόντο λειτουργούσαν 1.047 σχολεία με 1.247 καθηγητές και δασκάλους και 75.953 μαθητές και μαθήτριες. Ανάμεσα στα σχολεία το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, το Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως, το Λύκειο Γουμεράς, το Ημιγυμνάσιο Κερασούντας, το Γυμνάσιο Αμισού κλπ. Σε σύνολο επίσης 1.131 ναών, 22 μοναστηριών, 1.647 παρεκκλησίων και 1.459 κληρικών της εποχής αυτής περίφημα ήταν για τη διατήρηση και καλλιέργεια του θρησκευτικού φρονήματος και της παιδείας συνάμα τα μοναστήρια Παναγίας Σουμελά, Παναγίας Γουμερά, Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, Αγίου Ιωάννου του Βαζελώνος κλπ.

Η Γενοκτονία.

Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε, «άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικοπαίδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης».

Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του.

Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας.

Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, και οι Πόντιοι και οι Πόντιες δολοφονήθηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Από την έκρηξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου έως το 1923, οι Νεότουρκοι και οι Κεμαλικοί με τα σκληρά μέτρα που έλαβαν εναντίον των Ελλήνων του Πόντου με τη μέθοδο των εξοριών, βιασμών, σφαγών, εξανδραποδισμών και απαγχονισμών (κατά τον Πανάρετο Τοπαλίδη) εξόντωσαν:

α. κατά την περίοδο 1914-1918………….170.576 Ποντίους

β. κατά την περίοδο 1918-1923………….119.122 Ποντίους
δηλαδή συνολικά…………………………..289.698 Ποντίους

ποσοστό δηλαδή 41,56% σε σύνολο 697.000 Ελλήνων κατοίκων, ενώ κατά τον Γ. Βαλαβάνη οι απώλειες των Ποντίων σύμφωνα με τη Μαύρη Βίβλο του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων στην Αθήνα ανέρχονται σε 303.238 ως το 1922. Συγκεκριμένα οι Έλληνες του Πόντου πριν το Γενικό Πόλεμο του 1914 ανέρχονταν σε 700.000 κατοίκους, αριθμός που αναγνωρίσθηκε επίσημα από την κυβέρνηση του Κιαμήλ πασσά.

Η στατιστική της Μαύρης Βίβλου, η οποία εκδόθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο του Πόντου στα 1922 αναφέρει: οι σφαγέντες και οπωσδήποτε εξολοθρευθέντες Έλληνες του Πόντου από το 1914 μέχρι το 1922 ανέρχονται εις τους εξής αριθμούς:

Περιφέρεια Αμασείας 134.078
Περιφέρεια Ροδοπόλεως 17.479
Περιφέρεια Χαλδείας – Κερασούντας 64.582
Περιφέρεια Νεοκαισαρείας 27.216
Περιφέρεια Τραπεζούντας 38.435
Περιφέρεια Κολωνίας 21.448
Σύνολο 303.238

Μέχρι την άνοιξη του 1924 το μαρτυρολόγιο των Ποντίων περιέλαβε ακόμα 50.000 νεομάρτυρες στην πλειοψηφία τους γυναικόπαιδα, συνολικά δηλαδή ο αριθμός των Ποντίων που δολοφονήθηκαν ως το Μάρτιο του 1924 ήταν 353.000, ποσοστό που ξεπερνάει το 50% του συνολικού πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου.

Οι νεοτουρκικές και κεμαλικές αρχές προσχεδίασαν και συμμετείχαν στη γενοκτονία. Οι διαταγές για τους εκτοπισμούς στο Κουρδιστάν και την Συρία, των Ποντιακών πληθυσμών είτε με τη μορφή κυβερνητικών αποφάσεων είτε νομοσχεδίων της «εθνοσυνέλευσης», όπως η 1041της 12ης Ιουνίου 1921, η 941 της 16ης Ιουνίου του ίδιου έτους, έχουν την υπογραφή των υπουργών αλλά και του Κεμάλ.

Οι θηριωδίες και οι βαρβαρότητες του προκατόχου του Τοπάλ Οσμάν κλιμακώνονται και εκτελούνται κατόπιν διαταγής του αρχηγού του κεμαλικού στρατού Νουρεντίν Πασά, του μετέπειτα σφαγέα του Ελληνισμού της Σμύρνης και δήμιου του Αρχιεπισκόπου Σμύρνης – νεομάρτυρα και εσχάτως αγιοποιηθέντα Χρυσόστομου.

Η εκρίζωση αυτή των Ελλήνων του Πόντου είναι από τα πρωτοφανή εγκλήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Ύστερα από 27 αιώνες ζωής ένας λαός εκριζώθηκε αφήνοντας πατρογονικές εστίες, εκκλησίες, τάφους προγόνων και ρίχτηκε στις ακτές της Ελλάδος. Η Μακεδονία, η Θράκη, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, ο Πειραιάς, η Πάτρα, ο Βόλος, η Καβάλα, η Δράμα και άλλες περιοχές είναι οι χώροι όπου προσπάθησαν και ρίζωσαν οι πρόσφυγες Πόντιοι.


Η σημασία της 19ης Μαΐου

Μόλις το 1994 το ελληνικό κοινοβούλιο και μετά από αγώνες πολλών χρόνων θέσπισε τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης των 353.000 και πλέον Ποντίων που δολοφονήθηκαν από τους νεότουρκους και κεμαλικούς.

Οι Πόντιοι, ένας λαός με μεγάλη αγάπη στην ελευθερία, την αλήθεια, τη ζωή, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τις ηθικές αξίες, τον άνθρωπο, ήταν αδύνατο να ζήσουν στην απόκρυψη της Ιστορίας, στον εφησυχασμό, στην υποκρισία, στο ψέμα. Έτσι μία ημέρα διώξεων, παθών, θανάτου, μετατράπηκε σε ημέρα ζωής, αφετηρία ανάστασης και Ποντιακής αναγέννησης.

Ο ορισμός, η καθιέρωσης της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης της γενοκτονίας συμβόλιζε τη νίκη της ζωής επί του θανάτου, της ανάστασης επί της σταύρωσης, της αναγέννησης επί της παρακμής, της Ιστορίας. Το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων μαρτύρων ανδρών, γυναικών, παιδιών, βρεφών, το αίμα των ανταρτών του Πόντου ζητούσε δικαίωση. Δεν μπορούσε να μείνει χωρίς μια ημέρα απόδοσης τιμής, αλλά και αγωνιστικής κινητοποίησης για την αναγνώριση και τη δικαίωσή του από την ανθρωπότητα.

Τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα του κεμαλικού φασισμού και ρατσισμού, οι βιασμοί, οι διώξεις, οι απελάσεις από την ιστορική πατρίδα των νέων ανθρώπων, γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων, ήταν ένα από τα πιο μεγάλα και συνεχή εγκλήματα που γνώρισε ο κόσμος.

Δυστυχώς, οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να αναδείξουν ένα σχέδιο, να προτείνουν και να υλοποιήσουν μία στρατηγική όπως οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι, που θα ανάγκαζε το θύτη να αναγνωρίσει το έγκλημα και να ζητήσει συγνώμη. Αντίθετα, η μακροχρόνια ολιγωρία και η στήριξη μέσω εξωελλαδικών αλλά και μέσα στην Ελλάδα μηχανισμών του φασιστικού τουρκικού καθεστώτος της Τουρκίας μπροστά στο αναμφισβήτητο έγκλημα, ήταν η πολιτική που κυριάρχησε.

Από την άλλη οι Πόντιοι για μεγάλο χρονικό διάστημα για τη συνέχεια και της ιστορίας και της ταυτότητάς τους περιορίστηκαν σε μια μονομερή πολιτιστική απάντηση. Οι συνθήκες όμως παραχάραξης και εξέλιξης των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν επέτρεψαν να εκφραστούν οι προβληματισμοί και οι ανησυχίες των Ποντίων. Παράλληλα έλειψε κάθε ιστορική αναφορά είτε στο σχολείο είτε στο Πανεπιστήμιο που θα ήταν μία μεγάλη συνεισφορά στις νέες γενιές για την γνώση και τη μνήμη. Έλειψε μία Νυρεμβέργη για τους υπεύθυνους της Ποντιακής γενοκτονίας.

Όλα αυτά δεν επέτρεψαν φυσικά τον Ποντιακό Ελληνισμό να έχει τη δική του ημέρα μνήμης, όπως άλλοι λαοί, η οποία τόσο στο εθνικό και στο διεθνές πεδίο θα συμβόλιζε το δικαίωμα ενός λαού στη μνήμη, τη μη παραγραφή του εγκλήματος και την αποτροπή τέλεσης νέων μαζικών δολοφονιών.

Σήμερα υπάρχουν δυνάμεις που αντιστρατεύονται στην αναγνώριση του εγκλήματος της γενοκτονίας, πολεμούν το δικαίωμα στη μνήμη και την αξιοπρέπεια ενός λαού.

Οι δυνάμεις που πράττουν ανήθικα και χυδαία, που δε σέβονται την ημέρα μνήμης είναι πολλές και έχουν διάφορη προέλευση. Και όλα αυτά τη στιγμή που στην ίδια την Τουρκία υπάρχουν δημοκρατικές δυνάμεις που καλούν το τουρκικό καθεστώς να αναγνωρίσει τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Μετά τον άγνωστο διανοούμενο που έγραψε στο περιοδικό Kaldirac (Μοχλός – Κωνσταντινούπολη) για τη γενοκτονία των λαών του Εύξεινου Πόντου, τελευταίο δείγμα αποτελεί ο Σύλλογος Αντιπάλων της Γενοκτονίας ο οποίος έστειλε 11.247(!) υπογραφές, προς την τουρκική Εθνοσυνέλευση με τίτλο «αναγνωρίστε τη γενοκτονία» και υπότιτλο «αυτός είναι ο αληθινός δρόμος της φιλίας και της ειρήνης».


Οι Πόντιοι σήμερα

Σήμερα στην Ελλάδα και τη Διασπορά, στις Η.Π.Α., τη Γερμανία, την Αυστραλία, τον Καναδά, οι Πόντιοι είναι περίπου ενάμιση εκατομμύριο ψυχές, αποτελούν εκλεκτό τμήμα του ελληνικού έθνους, που μπόλιασαν μαζί με τους άλλους πρόσφυγες τον ελλαδικό χώρο με την εργατικότητα, την έφεση στην οικονομία, στις επιστήμες και τον πολιτισμό, και συντέλεσαν και συντελούν στην αναγεννητική προσπάθεια του έθνους, κράτησαν και κρατούν τον πολιτισμικό τους πλούτο, το αρχαιοπρεπές γλωσσικό ιδίωμα, που είναι η πιο γνήσια επιβίωση της αρχαίας ιωνικής διαλέκτου, τα τραγούδια, τους χορούς και τους μεταλαμπαδεύουν στις επερχόμενες γενιές.

Με τα σωματεία και το θέατρο, τα περιοδικά και εφημερίδες οι Πόντιοι διασώζουν την πολιτισμική κληρονομιά, με τις ενώσεις και τους συλλόγους καλλιεργούν την παράδοσή τους και ζουν και πορεύονται με γνώμονα πάντα την ποντιακή ζωή και την ποντιακή τους συνέχεια.

Θεοφάνης Μαλκίδης

Πηγή: Ενωμένη Ρωμιοσύνη

Αρέσει σε %d bloggers: