«Η θεολογική διαθήκη» του π. Γεωργίου Φλωρόφσκι

VatopaidiFriend: Αξίζει να διαβάσετε το παρακάτω κείμενο του μακαριστού π. Γεωργίου Φλωρόφσκι (1893-1979) που το τιτλοφορεί ο ίδιος ως την «θεολογική του διαθήκη». Πρόκειται για ένα χειρόγραφο που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και βρέθηκε μετά τον θάνατο του μεγάλου αυτού θεολόγου από τον Andrew Blane, ο οποίος και το δημοσιεύει.

«Σε μια τόσο επίσημη περίσταση όπως αυτή, μόνο λόγια ευχαριστίας κι ευγνωμοσύνης αρμόζουν. Πράγματι, είμαι βαθιά συγκινημένος από αυτό το γενναιόδωρο δείγμα αναγνώρισης πού η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου θέλησε να μου απονείμει. Όμως, ξέρω, προφανώς καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, και τις αποτυχίες μου και τα μειονεκτήματά μου. Ξέρω πράγματι ότι ήμουν ένας οκνηρός δούλος από την αρχή μέχρι το τέλος. Και μάλιστα ξέρω πολύ καλά πόσα πράγματα δεν έχω κάνει, πράγματα πού έπρεπε να έχω κάνει, και πόσα πολλά πράγματα έκανα πού δεν έπρεπε να κάνω.

Δεν έλαβα κανονική θεολογική εκπαίδευση (παρόλο πού το φταίξιμο δεν είναι δικό μου). Είμαι αυτοδίδακτος στην θεολογία, κάτι σαν ερασιτέχνης, αυτοδημιούργητος – για να χρησιμοποιήσω μίαν αμερικανική έκφραση. Εκπαιδεύτηκα για να γίνω καθηγητής ιστορίας και φιλοσοφίας. Όντως, την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία μου την άρχισα όταν ήμουν ακόμη στη Ρωσία, πριν από πολλά χρόνια, ως Επισκέπτης Καθηγητής της Φιλοσοφίας, και το μόνο μάθημα πού δίδαξα μ΄ αυτή την ιδιότητα στο Πανεπιστήμιο της Οδησσού ήταν Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών. Τη θεολογία μου δεν την έμαθα στο σχολείο, αλλά στην Εκκλησία, μετέχοντας στη λατρεία της. Την άντλησα πρώτα από τα λειτουργικά βιβλία και, πολύ αργότερα, από τα γραπτά των αγίων Πατέρων. Όταν το 1926 μου προτάθηκε να διδάξω Πατρολογία στο νεοσύστατο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του Παρισιού, ήμουν εντελώς απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο. Έπρεπε πρώτα να μάθω αυτό πού έπρεπε να διδάξω. Δεν ντρέπομαι γι΄ αυτό. Πολλοί έχουν βρεθεί σ΄ αύτη τη θέση. Η φράση αυτή ανήκει, παρεμπιπτόντως, στον σπουδαιότερο θεολόγο και ιεράρχη του περασμένου αιώνα, στον αείμνηστο Μητροπολίτη Φιλάρετο της Μόσχας. Και αυτός μάθαινε τα αντικείμενά του ενώ τα δίδασκε στην Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης. Η δική μου μέθοδος μελέτης ήταν πολύ απλή. Τα δύο πρώτα χρόνια της δουλειάς μου ως καθηγητή στο Παρίσι διάβαζα συστηματικά τα έργα των πιο σημαντικών Πατέρων, κάποια στο πρωτότυπο, κάποια σε μετάφραση. Μελέτησα κατά κύριο λόγο πηγές πριν στραφώ στη λόγια γραμματεία. Πιθανόν να είναι αυτός ο λόγος πού φαίνομαι τόσο «παλιομοδίτης». Δεν ξεκίνησα με τις «καλύτερες κριτικές», και γι΄ αυτό η κριτική ούτε με ζάλισε ούτε με διέφθειρε. Αντίθετα, εξαιτίας αυτού απέκτησα ανοσία για πάντα έναντι της ρουτίνας, έναντι εκείνης της «θεολογίας της επανάληψης» η οποία βρίθει από αρχαϊκούς τύπους και φράσεις, αλλά τόσο συχνά της λείπει τελείως το πνεύμα ζωντάνιας. Οι Πατέρες με δίδαξαν τη χριστιανική ελευθερία. Υπήρξαν παραπάνω από απλοί νομοθέτες· ήταν αληθινοί προφήτες με την αληθινή σημασία της λέξης – άντίκρυζαν το μυστήριο του Θεού. (Ήταν πρωτίστως άνθρωποι με ενόραση και πίστη). Ήταν άνθρωποι του Θεού, οραματιστές. Αυτός είναι ο δρόμος πού με οδήγησε αρκετά νωρίς στην ιδέα αυού πού τώρα ονομάζω «νεοπατερική σύνθεση». Οφείλει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από συλλογή Πατερικών ρητών και διατυπώσεων. Πρέπει να είναι μια σύνθεση, μια δημιουργική επανεπιβεβαίωση όλων εκείνων των ενοράσεων πού χορηγήθηκαν στους αγίους του παρελθόντος. Πρέπει να είναι Πατερική, πίστη στο πνεύμα και το δράμα των Πατέρων – ad mentem Patrum. Αλλά ταυτόχρονα, πρέπει να είναι και νεοπατερικη, καθώς απευθύνεται στη νέα εποχή, με τα δικά της προβλήματα και ερωτηματικά. Μ΄ αυτό το πνεύμα και μ΄ αυτόν τον τρόπο έγραψα, ήδη τριάντα χρόνια πρίν, τις δύο θεολογικές μου εργασίες, για το Δόγμα της Δημιουργίας και το Δόγμα της Απολύτρωσης, τις οποίες ακόμη θεωρώ τα μεγαλύτερα επιτεύγματά μου, και ίσως τα μοναδικά. Δυστυχώς, λίγο αργότερα περισπάστηκα. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στους πειρασμούς. Άφησα τη δουλειά μου πάνω στους Πατέρες ημιτελή: από τους πέντε προγραμματισμένους τόμους, μόνο δύο ολοκληρώθηκαν, κι αυτοί στις αρχές της δεκαετίας του ΄30. Αντί να ολοκληρώσω αυτή τη δουλειά, στράφηκα στη ρωσική θεολογία και αυτή η μελέτη ολοκληρώθηκε την παραμονή ακριβώς του πρόσφατου πολέμου. Αυτή η μελέτη, όμως, αποδείχθηκε έργο μάλλον αποδόμησης παρά οικοδόμησης. Την ίδια εποχή εμπλεκόμουν σε διάφορες οικουμενικές δραστηριότητες, στην αρχή σε περιορισμένη κλίμακα. Για πολλά χρόνια περνούσα τις καλοκαιρινές μου διακοπές στην Αγγλία, εξηγώντας την Ορθοδοξία σε Αγγλικανούς φοιτητές και λαϊκούς, και ταξιδεύοντας από κολλέγιο σε κολλέγιο και από πόλη σε πόλη. Αργότερα αναμίχθηκα στη μείζονα οικουμενική κίνηση της «Πίστης και Τάξης». Δεν μετανιώνω για όλα αυτά, για αυτού του είδους τις «παρακάμψεις». Επίσης απήλαυσα πάρα πολύ τη διδασκαλία, στα χρόνια του πολέμου, στα ρωσικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην Bela Crkva και στο Βελιγράδι. Έμαθα πολλά διδάσκοντας. Και ανακάλυψα ότι η διδασκαλία είναι, και πρέπει να είναι, κάτι παραπάνω από παροχή γνώσης. Ο δάσκαλος έχει να διδάξει ζωντανά πρόσωπα, αδελφούς και αδελφές του εν Χριστώ, και να τους διδάξει για τη ζωή,γιά την αιώνια ζωή εν τέλει. Ακόμη και ως δάσκαλος, πρέπει κανείς να παραμένει μαθητής, κάτι πού πράγματι είναι αναπόφευκτο.

Μου αρέσει να μαθαίνω. Μου αρέσει να παραμένω in statu pupilari [σε κατάσταση μαθητείας]. Δεν είναι μήπως η ανώτερη βαθμίδα το να είσαι μαθητής, μαθητής του ενός και μόνου Κυρίου, του μόνου στον οποίο ανήκει δικαιωματικά ο τίτλος του Διδασκάλου; Κανένας μέσα στην Εκκλησία δεν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του δάσκαλο. Ο μόνος Διδάσκαλος είναι ο Χριστός. Όμως, και πόσα έχουν μείνει απραγματοποίητα! Έγραψα λιγότερα από όσα όφειλα ή μπορούσα πιθανόν να γράψω. Και τώρα προφανώς είναι πιά πολύ αργά. Ελπίζω, όμως, ότι θα μου δοθεί ο χρόνος να συντάξω τη «θεολογική διαθήκη» μου και να μεταφέρω τη βαθειά μου έγνοια για τις μέλλουσες γενιές.

Αυτή η διαθήκη περιλαμβάνει τρία κύρια σημεία.

Πρώτον, η Ορθόδοξη Θεολογία πρέπει να είναι μία ιστορική θεολογία. Ένας διακεκριμένος Βρετανός ιστορικός είπε πρόσφατα: «Ο Χριστιανισμός είναι μία καθημερινή πρόσκληση στη μελέτη της ιστορίας» (F. Μ. Powicke). Κι ένας άλλος σύγχρονος ερευνητής υποστήριξε, πολύ σωστά, ότι «εμείς οι χριστιανοί δεν πιστεύουμε σε ιδέες, αλλά σε ένα Πρόσωπο» (Dom Ansgar Venier) και αυτό το πρόσωπο είναι ο αγαπημένος μας Κύριος και Σωτήρας, Ιησούς Χριστός. Η Θεολογία δεν είναι διαλεκτική εννοιών, αλλά ομολογία πίστης. Ο Θεός μας είναι Θεός δρων, ο οποίος δρα στην ιστορία, από τη δημιουργία του ανθρώπου, συνεχίζει να δρα στις ζωές μας και θα συνεχίζει να δρα μέχρι ο Κριτής να έρθει για να ελέγξει ζώντας και νεκρούς. Η Θεολογία είναι επομένως η μελέτη των θείων πράξεων.

Δεύτερον, καθώς μελετάμε αυτές τις πράξεις του Θεού ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό πού έχει εύστοχα περιγραφεί από τον Gerhardt Kittel ως «το σκάνδαλο της ιδιαιτερότητας». Η σωτηρία «εκ των εβραίων έστιν» και κηρύχτηκε στον κόσμο στην ελληνική γλώσσα. Πράγματι, το να είσαι Χριστιανός σημαίνει να είσαι Έλληνας, εφόσον η βασική μας αυθεντία θα είναι για πάντα ένα ελληνικό βιβλίο, η Καινή Διαθήκη. Το χριστιανικό μήνυμα έχει διά παντός διατυπωθεί σε ελληνικές κατηγορίες. Αυτό με καμιά έννοια δεν σήμανε συνολική πρόσληψη του Ελληνισμού καθαυτού, αλλά ανατομία του ελληνισμού. Το παλιό έπρεπε να πεθάνει, το νέο όμως παρέμενε ελληνικό: ο χριστιανικός Ελληνισμός της δογματικής μας, από την Καινή Διαθήκη μέχρι τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ή μάλλον μέχρι σήμερα. Προσωπικά είμαι αποφασισμένος να υπερασπιστώ αυτή τη θέση, και μάλιστα σε δύο διαφορετικά μέτωπα: και κατά της όψιμης αναβίωσης του εβραϊσμού, και κατά όλων των προσπαθειών επαναδιατύπωσης δογμάτων σε κατηγορίες σύγχρονων φιλοσοφιών, είτε γερμανικών, είτε δανέζικων, είτε γαλλικών (Χέγκελ, Χάϊντεγκερ, Κίρκεργκωρ, Μπέργκσον, Teilhard de Chardin), και σε κατηγορίες του υποτιθέμενου Σλαβικού πνεύματος. Η θέση μου, ομολογουμένως, χρειάζεται ακριβολογία και ανάλυση, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος.

Τρίτο και τελευταίο, πρέπει να θεολογούμε όχι για να ικανοποιούμε τη διανοητική μας περιέργεια, θεμιτό και αν είναι αυτό, αλλά για να ζούμε, να έχουμε ζωή περισσή εν τη Αληθεία, η οποία, τελικά, δεν είναι ένα σύστημα ιδεών, αλλά ένα Πρόσωπο, ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Στο ζήτημα αυτό μόνο οι Πατέρες μπορούν να είναι σίγουροι και ασφαλείς οδηγοί.

Όλα αυτά αποτελούν ένα πρόγραμμα. Είναι το πρόγραμμα βάσει του οποίου εγώ πορεύτηκα στο λογικό μου εγχείρημα. Τώρα, μόνη μου ελπίδα είναι ότι ο Κύριός μας αγκαλιάζει ακόμη και τις προθέσεις μας.

Πηγή: Andrew Blane, π. Γεώργιος Φλωρόφσκι – Η ζωή και το έργο ενός μεγάλου θεολόγου, Εκδόσεις  «Εν πλω», Αθήνα 2010, σ. 279-285.

Αρέσει σε %d bloggers: