Είδες άσπρο κόρακα;

Ο Κάβουρας κληρονόμησε από τον πατέρα του αμπέλια και χωράφια, ελιές και περιβόλια. Ο Προκόπης δεν κληρονόμησε τίποτα∙ ακόμα και το καλύβι που του άφησε ο πατέρας του ήταν χρεωμένο. Μα το ξεχρέωσε, το γκρέμισε και το έχτισε σπίτι. Αμπέλια δεν είχε κι αμπέλια φύτεψε∙ χωράφια αγόρασε∙ αγόρασε κι ελιές, τις ξανάνιωσε, φύτεψε κι άλλες και τους ξερότοπους, που είχε από τον πατέρα του, τους έκαμε περιβόλια πολύκαρπα. Ο Προκόπης πρόκοβε κι ο Κάβουρας, λες και το είχε τ’ όνομά του, πήγαινε στραβά σαν το κάβουρα.

-«Στραβά πηγαίνεις, κάβουρα, να ιδώ την καταντιά σου», έλεγαν κουνώντας το κεφάλι οι νοικοκυραίοι του τόπου.

Γέρασαν τ’ αμπέλια του, έπιασαν αγριάδα τα χωράφια του, γέμισαν ξεράδια οι ελιές του κι αρρώστησαν τα δέντρα στα περιβόλια του.

-Να πεις πως δε σκάβω και δεν κλαδεύω και δε βλαστολογώ τ’ αμπέλια μου, πως δεν οργώνω τα χωράφια μου και δεν καλλιεργώ τα περιβόλια μου; Γιατί, παιδιά, δε θέλει η γη να μου δώσει καρπούς; Έτσι παραπονιόταν στους πατριώτες του ο Κάβουρας.

Εκείνοι του έλεγαν την αλήθεια:

-Δεν κάνεις ό,τι πρέπει, δεν το κάνεις!

Μα που να τους ακούσει!

-Το ’χει η μοίρα μου, έλεγε σταυρώνοντας τα χέρια.

Έτσι, από μεγάλο νοικοκύρη που τον άφησε ο πατέρας του, σε λίγα χρόνια άρχισαν να τον παίρνουν και α χρέη μπροστά. Έτριβαν από χαρά τα χέρια τους οι δανειστές του.

-Με τον καιρό θα πάρουμε εμείς τα κτήματα και να δεις πως θ’ αναγκάσουμε τη γη να μας δώσει ό,τι θέλουμε.

Μια Κυριακή, ύστερ’ από τη λειτουργία, ο Κάβουρας έπινε τον καφέ του μαζί με τον Προκόπη. Ήταν άνοιξη, εποχή που ρίχνουν την όψιμη σπορά, καλαμπόκια και φασόλια.

-Εσύ δεν είχες κι απόχτησες, είπε ο Κάβουρας μελαγχολικός στον Προκόπη. Εγώ βρήκα και θα τα χάσω. Δε μου λες και συ καμιά συμβουλή, Προκόπη;

-Να σου πω, φίλε μου. Μα καθώς ξέρεις, τα έχω λίγα τα λόγια μου. Αν πω κάτι, πρέπει και να το κάμεις.

-Πες μου και θα σ’ ακούσω.

-Δε μου λες, είδες στη ζωή σου άσπρο κόρακα;

-Αστειεύεσαι;

-Πες μου, είδες άσπρο κόρακα;

-Όχι∙ έμαθα στο σχολείο πως τα κοράκια, άμα βγουν από τ’ αυγό, βγάζουν άσπρα πούπουλα, μα στις πενήντα μέρες μαυρίζουν. Άμα θέλουμε να πούμε για κάτι που δε γίνεται, λέμε: όταν ασπρίσει ο κόρακας.

-Ναι, είπε ο Προκόπης, γιατί ποτέ δεν ασπρίζει. Μα είναι κι άσπρος κόρακας, κι αυτός είναι που σου χάλασε τα κτήματα. Τρυπά τα δέντρα σου και ξεραίνονται∙ βόσκει στ’ αμπέλια σου και στα χωράφια σου και δεν κάνουν προκοπή.

-Λες; ρωτά συλλογισμένος ο Κάβουρας. Μα πως δεν τον ξέρει ο κόσμος!

-Όχι, ο κόσμος, εσύ θέλεις να πεις. Γιατί κάθε τόσο έρχεται ένας ή δυο. Τους κυνηγούν όλα τα ζώα, γι’ αυτό κρύβονται. Για να δεις τον άσπρο κόρακα πρέπει να σηκωθείς πρωί, τα χαράματα και να γυρίσεις τον κάμπο και τα βουνά και τ’ ακρογιάλια και κάπου θα τον πετύχεις. Να κοιτάζεις που θα πάει να καθίσει, για να βρεις τη φωλιά του. Την έχει στρωμένη με κάποιο βοτάνι θαυματουργό. Αν πάρεις απ’ αυτό και βάλεις λίγο στο κάθε σου κτήμα, έγινε η δουλειά σου. Να δεις τότε πως θα ξαναγεμίσουν τα βαρέλια σου κρασί και λάδι. Και γιατί; θα πεις. Γιατί τότε δε θα ξεκολλούν από τα κτήματά σου τα Γοργόνια.

-Τι είναι πάλι αυτά;

-Άκουσε, είπε ο Προκόπης. Τα Γοργόνια είναι όμορφα αγόρια, που μένουν πάντα στα χωράφια, στ’ αμπέλια και στα καλλιεργημένα κτήματα. Αγαπούν πολύ τη δουλειά και πολλοί τα είδαν να σκάβουν, να οργώνουν, να σκαλίζουν, να ποτίζουν και να κάνουν με προθυμία όλες τις δουλειές στα κτήματα. Γι’ αυτό λένε για κείνον που είναι γρήγορος και δουλευτής πως δουλεύει σαν Γοργόνι.

-Δύσκολο να σηκωθώ πρωί, μα θα προσπαθήσω.

-Όπως θέλεις, λέει ο Προκόπης.

Τη Δευτέρα, κατά τα χαράματα, ξύπνησε ο Κάβουρας. Η υπερέτριά του κοιμόταν και την ξύπνησε, για να του φτιάσει καφέ. Έπειτα βγήκε. Πέρασε πρώτα από το περιβόλι του, που είχε στην ακρογιαλιά. Είδε τον περιβολάρη του να φορτώνει σ’ ένα καΐκι πολλά κοφίνια γεμάτα πορτοκάλια και λεμόνια.

-Μπα! λέει. Τόσο πρωί; Εμείς συμφωνήσαμε το μεσημέρι!

Κοιτάζει καλύτερα. Δεν ήταν το καΐκι που είχε συμφωνήσει. Θα πει λοιπόν πως ο περιβολάρης του τον έκλεβε.

Προχώρησε στις ελιές του. Κοιτάζει για κοπριά, πουθενά κοπριά! Κι όμως, χτες το απόγεμα φόρτωσε δυο αμάξια, τα πλήρωσε, κι ο αμαξάς τον βεβαίωσε πως τα ξεφόρτωσε στις ελιές. Λοιπόν, του είπε ψέματα. Ή την πούλησε ή την έριξε στο δικό του.

Δυο παράξενα ως τώρα, κι ας μην είδα τον άσπρο κόρακα! συλλογίστηκε ο Κάβουρας.

Ύστερα προχώρησε στα χωράφια του. Ο ήλιος είχε σηκωθεί δυο οργιές κι ακόμη να ’ρθουν οι ζευγολάτες! Κι εκείνοι του έλεγαν πως έπιαναν δουλειά πριν να φέξει. Κοιτάζει τα οργώματα, δεν ήταν βαθιά. Μπήκε σε υποψία.

-Ας περάσω κι από τ’ αμπέλια μου, λέει, να ίδω μην κάνουν τα ίδια κι οι σκαφτιάδες. Και πλήρωσα τόσα μεροδούλια!… Πάει, βλέπει τ’ αμπέλι του, κι εκεί άλλες αναποδιές. Σαν να τα είχαν σγαρλίσει με τα πόδια τους κότες κι όχι δουλευτάδες με τις αξίνες τους.

Είχε προχωρήσει η μέρα αρκετά κι απελπίστηκε πως θα δει τον άσπρο κόρακα. Αφού όμως βγήκε στην εξοχή, αποφάσισε να καθίσει με τους εργάτες του. Πήγε και στάθηκε από πάνω τους. Φυσικά, οι εργάτες δούλεψαν περισσότερο και καλύτερα εκείνη την ημέρα.

Βγήκε κι άλλες φορές να δει τον άσπρο κόρακα. Βέβαια, το πουλί δεν το έβλεπε, επιστατούσε όμως σε όλες τους τις δουλειές. Κι οι δουλειές του άρχισαν να καλυτερεύουν.

Το φθινόπωρο απάντησε μια μέρα τον Προκόπη.

-Ε, πώς πάμε; Τον είδες τον άσπρο κόρακα; τον ρώτησε εκείνος με χαμόγελο.

-Τον είδα και τα Γοργόνια δουλεύουν, είπε ο Κάβουρας. Ο Θεός να σου το πληρώσει το καλό που μου έκαμε. Τώρα νιώθω και τα λόγια του μακαρίτη του πατέρα μου, πως «το μάτι του νοικοκύρη κάνει το χωράφι και προκόβει».

Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, 1978

Αναρτήθηκε στις Γονείς & Παιδιά. Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: