Τρία αντίδωρα (με φωτογραφικό υλικό)

του Σπύρου Μπαζίνα

Το καλύτερο γεύμα της ζωής μου

Έζησα πολλά χρόνια στην ξενιτιά. Ταξίδευσα σε πολλές χώρες και σε όλες τις ηπείρους. Έφαγα στα καλύτερα εστιατόρια όλου του κόσμου. Όμως, το καλύτερο γεύμα στην ζωή μου το έφαγα στο Άγιον Όρος.

Ο π. Δ. ήταν Αρχοντάρης και δεν μπορούσε να πάει στην Μονή Διονυσίου να δει τον μακαριστό Γέροντα Χαράλαμπο, τότε ηγούμενο της Μονής Διονυσίου, όπως επιθυμούσε. Εγώ ήθελα να πάω στην Μονή Διονυσίου να δω και τον μακαριστό π. Θεόκλητο. Με παρεκάλεσε λοιπόν ο π. Δ. να του κάνω μια χάρη. Να πάρω ένα χαρτάκι με ερωτήσεις κι ένα κασετοφωνακι για να καταγράψω τις απαντήσεις του Γέροντα Χαράλαμπου.

Την επόμενη μέρα, μετά το τέλος της αγρυπνίας, έφαγα κάτι και ξεκίνησα για την Διονυσίου με τα πόδια. Η διαδρομή με ζέστανε (ήταν άνοιξη, αν θυμάμαι καλά, πέρασαν πολλά χρόνια). Έφτασα στην Διονυσίου και πήγα κατευθείαν στο κελλακι του. π. Θεόκλητου απέναντι από την Μονή. Με κράτησε πολλή ώρα και μου είπε πολλά. Θυμάμαι ένα που μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση.

Τον ρώτησα: «Πάτερ, μπορεί κανείς να φτάσει στο Θεό με την λογική;»

Η απάντηση του μου έμεινε αξέχαστη: «Με την λογική του ανθρώπου που έχει νήφουσα καρδία που προκαλεί την Χάρη του Θεού και περνά από την κάθαρση, στην έλλαμψη και από εκεί στην θέωση, ναι».

Και μου εξήγησε ότι οι ανθρώπινες λειτουργίες, που είναι βέβαια πεπερασμένες και αυτές καθ’ εαυτές δεν μπορούν να φτάσουν στον άπειρο Θεό, είναι ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο. Έτσι, το μυαλό λειτουργεί καλά όταν και η καρδιά λειτουργεί καλά, και ο όλος άνθρωπος με την Χάρη του Θεού μπορεί να περάσει τα στάδια του πνευματικού αγώνα και να φτάσει στην θέωση. Όταν όμως το μυαλό αυτονομείται, όπως γίνεται με στα πλαίσια του ουμανισμού, του διαφωτισμού η του ορθολογισμού, το μυαλό παίρνει ανάποδες στροφές και βέβαια δεν μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στον Θεό.

Μετά πήγα στον Γέροντα Χαράλαμπο. Με περίμενε. Του διάβασα τις ερωτήσεις του π. Δ. και κατέγραψα στο κασετοφωνάκι τις απαντήσεις που έδωσε με θαυμαστή ευχέρεια αλλά και απλότητα. Μου έδωσε για δώρο ένα κατοστάρι κομποσκοίνι με ένα μετρητή από πράσινες χάντρες, που πολύ με βοήθησε στην ζωή μου.

Ξεπροβοδίζοντας με, μου είπε με πατρικό ενδιαφέρον και την συνηθισμένη του φιλόξενη διάθεση: «Να περάσεις από την Τράπεζα, να σου δώσει ο Τραπεζάρης κάτι να φας.»

Πήγα, και ο καλός Τραπεζάρης μου έδωσε ένα ζεστό καρβελάκι, μια ζουμερή ντομάτα και μια χούφτα ελιές. Μετά από πεζοπορεία μιας περίπου ώρας, σταμάτησα να ξαποστάσω και να φάω. Θεέ μου, τι δείπνο ήταν αυτό! Τι γλύκα! Τι νοστιμιά!

Η Θεία Χάρη με την ευχή του Γέροντα μετά από την νηστεία, την προσευχή, την πεζοπορεία και πάνω από όλα την υπακοή έκανε αυτό το λιτό γεύμα το καλύτερο που έχω δοκιμάσει μέχρι σήμερα στην ζωή μου.

Η αξία μιας καλής πράξης την ημέρα

Ήταν καλοκαίρι του 1988. Έκανα με τα πόδια μόνος την διαδρομή Δάφνη-Καρυές-Σταυρονικήτα-Ιβήρων-Φιλοθέου-Λαύρα-Κερασιά-Αγία Άννα. Στον δρόμο από την Λαύρα στην Κερασιά, λίγο έξω από την Κερασιά συνάντησα ένα γεροντάκι που έσκαβε στον κήπο του.

Η Ιερά Μονή Ιβήρων. Εξωτερική άποψη. The Holy Monastery of Iviron. External view.

«Καλώς τον», μου είπε, «έλα να πιεις ένα νερό.»

Παίρνω το νερό. Τον ευχαριστώ. Πίνω. Δοξάζω τον Θεό. Πιάνουμε κουβέντα.

«Πως σε λένε;»

«Σ.»

«Από πού είσαι;»

«Από την Αθήνα.»

«Που πας;»

«Στον π. Θ.»

«Τι δουλειά κάνεις;»

«Δικηγόρος.»

«Δεν πειράζει!»

«Άκου παιδί μου, Σ., να σου πω μια ιστορία. Ήταν ένας πλούσιος άνθρωπος, γεμάτος πάθη, εγωισμό, φιλοχρηματία, φθόνο, οργή. Μια μέρα, εκεί που έβγαινε από ένα φούρνο φορτωμένος με ψωμιά, ένας φτωχούλης του ζήτησε ελεημοσύνη. Όμως, ο πλούσιος θύμωσε και στον θυμό του πέταξε ένα καρβέλι ψωμί στον φτωχό. Αυτός το πήρε και το έφαγε στο σπίτι του με τα παιδάκια του. Έφτασε ο καιρός και ο πλούσιος κοιμήθηκε. Ήρθαν τότε οι δαίμονες και του τραβούσαν την ψυχή του να την πάνε στην κόλαση. Μπήκαν τα πάθη του στην μια πλευρά της ζυγαριάς και η ζυγαριά έγερνε προς την κόλαση. Έβαλε τότε, Σ. παιδί μου, και ο φύλακας άγγελος του από την άλλη πλευρά το καρβέλι, που ο πλούσιος είχε πετάξει με θυμό αλλά ο φτωχός το έφαγε με τα παιδιά του και ωφελήθηκε, και αμέσως η ζυγαριά ισορρόπησε και η ψυχή σώθηκε. Βλέπεις, παιδί μου, τι αξία έχει και η πιο μικρή καλή πράξη ανεξάρτητα από την προαίρεση αυτού που την κάνει;! Άντε στο καλό, παιδί μου και να θυμάσαι, πριν βάλεις το κεφάλι σου στο μαξιλάρι κάθε βράδυ, να κοιτάς να έχεις κάνει τουλάχιστον μια καλή πράξη. Αυτό μπορεί να σε σώσει.»


Η απελευθερωτική δύναμη της υπακοής

Ήταν Δεκέμβριος του 1988. Λόγω της χιονοθύελλας, η πτήση της Ολυμπιακής από την Αθήνα έφτασε στην Θεσσαλονίκη με τρεις ώρες καθυστέρηση. Το ταξί που είχα παραγγείλλει για να με πάει στην Ουρανούπολη είχε φύγει. Μεσάνυχτα, στο αεροδρόμιο ερημιά.

Κατά παράξενο τρόπο όμως, αν και συνήθως ανήσυχος, δεν είχα καμία ανησυχία. Βέβαια, όταν πλησίαζα το Άγιον Όρος πάντα μου έφευγε κάθε ανησυχία (ούτε και με πείραζε η υπερβολική ζέστη η το τσουχτερό κρύο). Αλλά πάλι αυτό το συναίσθημα του εφησυχασμού εκείνης της νύχτας μου ήταν πρωτόγνωρο. Ήταν σαν κάποιος να με φρόντιζε.

Βγήκα από την αίθουσα του αεροδρομίου και άρχισα να κοιτώ γύρω. Πρόσεξα λίγο παρακάτω ένα μεσόκοπο άνδρα να κάνει βόλτες πάνω-κάτω με το κεφάλι σκυμμένο. Ξαφνικά, σηκώνει το κεφάλι, με βλέπει και μου λέει κάπως θυμωμένα:

«Τι κοιτάς εσύ;»

Μαζεύτηκα, και του λέω:

«Τίποτα!»

«Που πας;»

«Στην Ουρανούπολη, αλλά άργησα και το ταξί που είχα παραγγείλει έφυγε.»

Με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω μετρώντας με και μου λέει πάλι κάπως θυμωμένα:

«Έλα, θα σε πάω εγώ!»

Αυτή ήταν η πρώτη έκπληξη.

Επειδή ο κανονικός δρόμος είχε πολύ χιόνι, πήγε από την εθνική οδό που πάει για Καβάλα (αν δε με απατά η μνήμη μου). Το ταξίδι μας διήρκεσε πάνω από τέσσερεις ώρες. Ο οδηγός συνεχώς έβριζε άσχημα και έλεγε:

«Τι ήθελα εγώ να σε πάω στην Ουρανούπολη;!»

Δεν έβγαλα άχνα σε όλη την διαδρομή μη κάνει κανένα αστείο και με παρατήσει μέσα στην νύχτα στα χιόνια! Απλά προσευχόμουν, στην Παναγία.

Μόλις φτάσαμε στο διάσελο και είδαμε την Ουρανούπολη, απότομα το κλίμα άλλαξε, γλύκανε. Παράξενο πράγμα!

Έσκυψε το κεφάλι, χαμογέλασε και μου είπε:

«Χα, ξέρεις ποιος μου είπε να σε φέρω;!»

«Ποιος;»

«Η Παναγία!»

Να και η δεύτερη έκπληξη! Τότε είπα μέσα μου «Μη πεις κουβέντα. Δεν ξέρεις τι γίνεται!»

Ξεκουράστηκα λίγες ώρες και το πρωί πήρα το καραβάκι για την Δάφνη. Στο καραβάκι είδα τον γνωστό μου π. Φ. Ο π. Φ. με σύστησε στον Μοίραρχο του Αστυνομικού Τμήματος στις Καρυές. Άρχισε η συζήτηση και ο π. Φ. με ρώτησε:

«Που πας, Σ.»

Στις Καρυές, πάτερ. Στον Γέροντα Παΐσιο, και μετά θα έλθω στην Μονή σας.»

«Α, δεν μπορείς να πας στις Καρυές. Έχει πολύ χιόνι και το λεωφορείο δεν πάει. Αλλά κάτσε να πας με τον Μοίραρχο. Θα έλθει να τον πάρει το τζίπ που έχει κίνηση στους τέσσερεις τροχούς.»

Να μην τα πολυλογώ. Με πήγε ο κάλος Μοίραρχος στο κελί του π. Μ., όπου θα διανυκτέρευα για να πάω το πρωί στον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο. Και παρά το χιόνι δεν βραχήκαν ούτε τα παπούτσια μου! Από την μια έκπληξη στην άλλη. Πολλές οι συμπτώσεις για να είναι τυχαίες. Αλλά έπεται και συνέχεια.

Θυμάμαι το βράδυ εκείνο στο κελί του π. Μ. σαν ένα από τα πιο ευλογημένα βράδια της ζωής μου. Μετά το βραδινό και το απόδειπνο, αποσυρθήκαμε. Θυμάμαι την σόμπα που έκαιγε, την λάμπα θυέλλης που φώτιζε, το προσευχητάρι που διάβαζα, μα πάνω από όλα την εικόνα της Παναγίας μας πάνω από το προσκέφαλο μου. Σε δύσκολες ώρες της ζωής μου, η μνήμη μου με οδηγούσε σε αυτήν την βραδιά και μου έδινε ένα σωσίβιο μέσα στην τρικυμία του κόσμου. Και σήμερα ακόμη που γράφω, δάκρυα ευγνωμοσύνης γεμίζουν τα μάτια μου …

Και ήλθε η ευλογημένη ημέρα. Όρθρος και σύντομο πρωινό, και έπειτα η σύντομη διαδρομή για το κελλάκι του Γέροντα Παϊσίου. Κατηφόρισα το μονοπάτι, πέρασα το ρυάκι πετώντας.

Χτύπησα το καμπανάκι. Πέρασε λίγη ώρα. Βγήκε ο Γέροντας Παΐσιος. Φάνηκε σαν να με περίμενε, και μου είπε καλόκαρδα:


«Καλώς τον. Πάρε λουκούμι και πιές νερό.» Η βρύση και τα λουκούμια ήταν μπροστά στην πόρτα έξω από τον φράχτη.

Μετά μου ανοίγει την πόρτα του φράχτη, με οδηγεί στην αυλή και από εκεί στο κελλάκι του. Προσκύνησα τις εικόνες και καθίσαμε. Άρχισα να του λέω το πρόβλημα μου. Φαινόταν σαν να  το ήξερε γιατί μου είπε ειδικές λεπτομέρειες που εγώ δεν είχα προσέξει. Αφού με άκουσε υπομονετικά πολλή ώρα, μου είπε:

«Και τώρα, παιδί μου Σ., τι σκέπτεσαι να κάνεις;»

Θαύμασα τον σεβασμό του στην ελευθερία μου. Εγώ κατέθετα στα πόδια του τα εσώψυχα μου και αυτός δεν έπαιρνε δικαιώματα. Τότε του είπα:

«Ο,τι μου πεις εσύ, Γέροντα, θα κάνω.»

Θυμάμαι ότι την ίδια εκείνη στιγμή έφυγε από πάνω μου το βάρος εκείνου του διλήμματος. Ένοιωσα την αξία, το απελευθερωτικό και λυτρωτικό νόημα της υπακοής στον Θεό στο πρόσωπο του πνευματικού. Ο Γέροντας μου είπε, και με συμβούλεψε διακριτικά τι να κάνω.

Μετά από λίγη ώρα έφυγα. Κατηφόρισα προς το κελί του π. Σ. Να του πω τα καλά νέα. Και τότε αισθάνθηκα για πρώτη (αλλά όχι τελευταία) φορά στην ζωή μου ένα βελούδινο χέρι να μου χαϊδεύει το μάγουλο. Την ίδια στιγμή μου ήλθε ο λογισμός ότι ήταν η γιορτή της Αγίας Άννας με το παλαιό ημερολόγιο. Άννα λέγαν την κοπέλα που παντρεύτηκα με την ευχή του Γέροντα Παϊσίου και έφυγα στην ξενιτιά (με την ευχή του να μη γυρίσω αν δεν βρω «κάτι καλό»). Και η Αγία Άννα, την οποία Αγιορείτες Πατέρες αποκαλούν χαϊδευτικά, «η Γιαγιάκα μας», έγινε και η προστάτις της οικογενείας που κάναμε.

Μόλις έφτασα στο κελλάκι του π. Σ., λερωμένος και κουρασμένος όπως ήμουν μου είπε κάτι που κανείς δεν μου είχε πει μέχρι τότε ούτε και μου είπε κανείς μετά:

«Σ., τι σου συμβαίνει και είσαι τόσο όμορφος;!»

«Μπα σε καλό σου, π. Σ.», είπα μέσα μου. Μου φάνηκε παράξενο γιατί τότε δεν ήξερα για την αλλοίωση που πάθαιναν όσοι έβλεπαν τον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο. Χαρές και πανηγύρια μόλις του είπα τα νέα. Την επομένη μέρα πήγα στην Μονή του π. Φ. να πάρω και την ευχή του Γέροντα. Αξέχαστες οι εκδηλώσεις αγάπης του Γέροντα και των Πατέρων. Έφυγα αναπαυμένος για μια ζωή.  Η μνήμη της παράταξης των στρατιωτικών αγίων πάνω από τον χορό στο Καθολικό και η επίκληση των ευχών των Αγίων και των Πατέρων μου έδινε ενθάρρυνση και γαλήνη σε δύσκολες ώρες («ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον», Iωαν. 16:33, και «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε», Κορινθ. Α’ 16:13).

Επιμύθιο

Κατέγραψα αυτές τις αναμνήσεις μου σε ένδειξη αγάπης, σεβασμού και ευγνωμοσύνης προς τους μακαριστούς Γέροντες αλλά και προς όλους τους Αγιορείτες Πατέρες που διακονούν κυριολεκτικά όλην την ανθρωπότητα στο Περιβόλι της Παναγίας μας (αλλά και τους Μοναχούς και τις Μοναχές που συνδέονται με αυτό και την ησυχαστική παράδοση των Πατέρων της Ερήμου). Τις κατέγραψα όμως και ως απολογία στους δυο παιδικούς φίλους και συμμαθητές μου, οι οποίοι, όταν υπερασπίστηκα και υπερασπίζομαι το Βατοπαίδι, το Άγιον Όρος και την Εκκλησία (οι διώκτες δεν κάνουν διακρίσεις) στους διωγμούς που υφίστανται για λόγους εσωτερικής αλλά και εξωτερικής πολιτικής, με ρώτησαν αν είμαι με το κόμμα της Εκκλησίας η αν έχω συμφέροντα με την Εκκλησία!

Επαναλαμβάνω τα αυτονόητα που τους είπα, καταθέτοντας έτσι χωρίς φόβο η πάθος την μαρτυρία μου. Η Εκκλησία είναι το όλον, ο Χριστός και όλοι οι πιστοί, μέλη της αγωνιζόμενης στην γη και της θριαμβεύουσας στον ουρανό Εκκλησίας, και δεν μπορεί να είναι το μέρος, ένα κόμμα η ένα κράτος. Το να αποκαλούμε η να προσπαθούμε να μετατρέψουμε το όλον εις μέρος είναι ο ορισμός της αίρεσης και αποτελεί βλασφημία. Όμως, το ομολογώ, τα συμφέροντα που έχω με την Εκκλησία είναι πραγματικά τεράστια. Με την ευχή του Γέροντα μου, παίρνω αντίδωρο κάθε Κυριακή και κοινωνώ συχνά εδώ στην ξενιτιά, και μια φορά το χρόνο απολαμβάνω την λιτή αλλά αβραμιαία φιλοξενία του Αγίου Όρους. Όσο για την Εκκλησία, το Άγιον Όρος η το Βατοπαίδι, δεν έχουν ανάγκη καμιάς, μα καμιάς προστασίας. Έχουν τον Κύριο, την Παναγία, όλους τους αγίους, αλλά και όλους τους καλόπιστους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Γνωρίζουν δε άριστα ότι είναι θεματοφύλακες της μοναδικής ελπίδας της ανθρωπότητας και ότι έχουν χρέος να διαφυλάξουν την πατροπαράδοτη πίστη αλλά και τα μέσα που τους διαθέτει ο Κύριος για να διακονήσουν τον λαό. Το ερώτημα είναι αν ο καθένας από μας θα διαλέξει να αγωνισθεί πλάι στον Χριστό και στους αγίους του, και να σωθεί, η να πολεμήσει τον Χριστό και να χαθεί, γιατί «σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 9:5).

«Επόμενος τοις θείοις Πατράσιν», επαναλαμβάνω τον χαιρετισμό-ευχή του μακαριστού Γέροντα Παϊσίου «καλώς τα παιδιά, η όλοι στον Παράδεισο η κανείς στην κόλαση!». Την ευχή του να έχουμε.


Πηγή: Άγιον Όρος – Το Ζωντανό Βυζάντιο (facebook)

Αρέσει σε %d bloggers: