Μεγάλο θαύμα στη Σερβία (4ο μέρος)

Το μοναστήρι της Ζίτσας στη Σερβία

Τους μεταφέρω στο μοναστήρι της Ζίτσας αλλά ξαφνικά εξαφανίζονται

Όταν φθάσαμε στη γέφυρα, μπροστά στο μοναστήρι της Ζίτσα, ο καλόγερος μου απευθύνθηκε εκ νέου:

«Ντούσαν, αυτό που σου συνέβη τώρα, και αυτό που θα σου συμβεί, κατά τη διάρκεια της ημέρας, μην το διη­γηθείς σε κανένα, πριν περάσουν οι τρεις επόμενοι μήνες, και μετά μπορείς να το πεις μόνο στους συγγενείς και στους φίλους!»

Του απάντησα συντομότατα: «Καλά!» και κοίταξα πάλι στον καθρέπτη για να δω αν μπορώ να κάνω στρο­φή στο χώρο μπροστά από τη στάση της Ζίτσα.

Και τη φορά αυτή, προς έκπληξη μου, είδα στον καθρέπτη τα φωτοστέφανα γύρω από τα κεφάλια τους. Η ψυχική μου κατάσταση ήταν ήδη σοβαρά διατα­ραγμένη από όλα αυτά τα γεγονότα. Αισθανόμουν ωστόσο, την ακαταμάχητη ανάγκη να χωριστώ απ’ αυτούς τους παράξενους ταξιδιώτες, όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Στο χώρο στάθμευσης, μπροστά από το μοναστήρι της Ζίτσα ήταν μερικά αυτοκίνητα και μια μεγάλη ομάδα τουριστών που περιεργάζονταν το μοναστήρι και την περιοχή του. Οδήγησα το αυτοκίνητο μέχρι τη μπροστινή πλευρά, ως τον τοίχο του μοναστηριού, για να τους ανοίξω την πόρτα και να μπορέσουν να βγουν έξω, ο καλόγερος και η καλόγρια. Αλλά, και τη φορά αυτή δε με λυπήθηκαν. Όταν γύρι­σα το κεφάλι μου, μέσα στο αυτοκίνητο δεν υπήρχε πλέον κανένας.

Έτρεμα πάλι από το φόβο. Το βλέμμα μου πέταξε από την ανοιχτή πόρτα, ως την πόρτα που ήταν ακόμη κλειδωμένη. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Κοίταξα πάλι μερικές φορές, με πολύ μεγάλη προσοχή, αλλά στο αυτοκίνητο δεν υπήρχε κανένας, ούτε έξω απ’ αυτό.

Η απιστία, ο φόβος και ο τρόμος με διαπέρασαν με μιας, με όλη τους τη δύναμη. Η αβεβαιότητα στον εαυτό μου εξωτερικεύτηκε πέρα από κάθε μέτρο. Φοβήθηκα μήπως έχασα τα λογικά μου. Για να διαψεύσω τον εαυτό μου γι’ αυτή του την αίσθηση άρχισα να δαγκώνω τα χέρια μου, να τραβάω τα μαλλιά μου και να κτυπάω το πρόσωπο μου χωρίς μέτρο.

Μέσα στη δοκιμασία μου δεν αντιλήφθηκα ότι μαζεύ­τηκε γύρω μου ο κόσμος που είχε έλθει στη Ζίτσα. Μέσα στην ταραχή μου άκουσα να με ρωτούν, ορισμένοι άνθρωποι, από το πλήθος: «Τι μου συνέβη; Γιατί χτυπιέμαι και δαγκώνομαι;» Η κατάσταση μου ήταν απογοητευτική. Έτρεμα όπως σε πυρετό, και τους απάντησα:

«Φύγετε, άνθρωποι, από μένα!»

Βγήκα απ’ αυτό τον ανθρώπινο κλοιό, απομακρύνθη­κα λίγο για να συγκεντρωθώ και να τακτοποιήσω, σε κάποιο βαθμό, τις σκέψεις μου.

Μένω κλειδωμένος μέσα στο δωμάτιο μου αλλά και μέσα στον κανόνα μου

Στη μοναξιά μου κοίταξα το ρολόι. Ήταν 11.30 η ώρα το πρωί. Άρχισα να ξαναθυμούμαι τότε, κάθε λέξη που είπαν οι συνταξιδιώτες μου, από τότε που τους πήρα στο αυτοκίνητο μου, μέχρι αυτό το μέρος, όπου εξαφανί­στηκαν με τον ανεξήγητο τρόπο που σας ανέφερα.

Από όλα όσα έγιναν, πιο πολύ με τάραξαν τα τελευ­ταία τους λόγια: Να μην πω σε κανένα τίποτε τους τρεις επόμενους μήνες, για αυτά που μου συνέβησαν, και αυτά που θα μου συμβούν, κατά τη διάρκεια της μέρας! Από την υπερβολική συγκίνηση και ταραχή, άρχισα να μιλάω στον εαυτό μου δυνατά.

«Θεέ, μου τι μπορεί να μου συμβεί; Θα πάω στα Λου­τρά, δε θα γευματίσω, αμέσως θα ξαπλώσω για να ξεκουραστώ. Τι θα μπορούσε να μου συμβεί;» Επανα­λάμβανα, μονολογώντας μέσα μου. «Μήπως θα πεθάνω;» αναρωτήθηκα, αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι δεν θα μπορέσω να διηγηθώ όσα πέρασα και όσα θα περάσω, αν πεθάνω, και ο καλόγερος μου είπε ότι θα μπορώ να τα διηγηθώ όλα, άμα περάσουν τρεις μήνες.

Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα μου ήλθε σαν ένα είδος μικρής παρηγοριάς, και ένοιωσα κάπως αστείος που μόλις πριν από λίγο φοβήθηκα το θάνατο, αλλά τις στιγμές εκείνες δεν ήμουν ικανός να κατανοήσω καλύτε­ρα, και να εξηγήσω στον εαυτό μου, όλα αυτά τα αινιγ­ματικά γεγονότα. Μετά από σύντομη ανάπαυση, συνέχισα το ταξίδι μου για τα Λουτρά της Ματαρούσκα, αλλά ως τα σήμερα δεν μου έγινε τελείως σαφές πως τόσο ταραγμένος μπόρεσα να οδηγήσω το αυτοκίνητο από τη Ζίτσα μέχρι τα Λου­τρά.

Ευτυχώς, έφτασα στα Λουτρά χωρίς συνέπειες, όμως τελείως συγχυσμένος και τσακισμένος από τη δυνατή κούραση. Ήθελε μερικά λεπτά για να γίνει δώδεκα, όταν πέρα­σα δίπλα στο ξενοδοχείο «Ζίτσα» και είδα τους ξένους να πηγαίνουν στο εστιατόριο για γεύμα. Δεν αισθανόμουν όμως πείνα, αν και ήταν ώρα φαγητού. Η ανάπαυση, μου ήταν πιο απαραίτητη. Πήρα τα πράγματα μου και πήγα στο δωμάτιο μου να ξαπλώσω και να σκεφτώ πιο λεπτομερειακά ολόκληρο το γεγο­νός.  Ξάπλωσα στο κρεβάτι, χωρίς να βγάλω τίποτε από πάνω μου, πράγμα αντίθετο με τις συνήθειες μου, όσο αφορά τουλάχιστο την ανάπαυση μου.

Αμέσως, αισθάνθηκα «πάτημα» στο μέσο του στήθους και κάτι σα δυνατό και βαθύ τρύπημα με βελόνα, στην καρδιά. Μετά από αυτό, με έπιασε ακαταμάχητη υπνη­λία που με οδήγησε σε ένα πολύ βαθύ ύπνο..

Συνεχίζεται…

Πηγή: Ιωάννου Β. Στόγια , Ένα Μεγάλο Σύγχρονο Θαύμα, Ζωντανός στον άλλο κόσμο, Δράμα 2010, σ.14-17.

Αρέσει σε %d bloggers: