Ύμνος της 4 Αυγούστου

1865 Με βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου του Α΄, οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνου στην Ελευθερία» του Διονύσιου Σολωμού, μελοποιημένες από τον Νικόλαο Μάντζαρο, καθιερώνονται ως ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας.

Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου  Σολωμού

1.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη

τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,

σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη

ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2.- Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη

τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,

καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,

χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

3.- Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες

πικραμένη, ἐντροπαλή,

κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,

«ἔλα πάλι» νὰ σοῦ πεῖ.

4.- Ἄργειε νὰ ‘λθει ἐκείνη ἡ μέρα,

κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,

γιατί τὰ ‘σκιαζε ἡ φοβέρα

καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5.- Δυστυχής! ΙΙαρηγορία

μόνη σου ἔμενε νὰ λὲς

περασμένα μεγαλεῖα

καὶ διηγώντας τὰ νὰ κλαῖς.

6.- Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ἕνα ἐκτύπαε τ’ ἄλλο χέρι

ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά.

7.- Κι ἔλεες: «Πότε, ἅ, πότε βγάνω

τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ’ ἐρμιές;».

Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω

κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

8.- Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα

μὲς στὰ κλάιματα θολό,

καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἒσταζ’ αἷμα,

πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

9.- Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα

ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ

νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα

ἄλλα χέρια δυνατά.

10.- Μοναχὴ τὸ δρόομο ἐπῆρες,

ἐξανάλθες μοναχή.

δὲν εἲν’ εὔκολες οἱ θύρες,

ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλεῖ.

11.- Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,

ἀλλ’ ἀνάσαση καμιά.

ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια

καὶ σὲ γέλασε φριχτά.

12.- Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σου

ὀποῦ ἐχαίροντο πολύ,

«σύρε νάβρεις τὰ παιδιά σου,

σύρε», ἐλέγαν οἳ σκληροί.

13.- Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι

καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ

ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι

ποῦ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

14,- Ταπεινότατή σου γέρνει

ἡ τρισάθλια κεφαλή,

σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει

κι εἶναι βάρος του ἢ ζωή.

15.- Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,

ποῦ ἀκατάπαυστα γυρεύει

ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

16.- Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη

τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,

καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,

χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17.- Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου

ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τσ’ ἐχθροὺς

εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου

ἒτρεφ’ ἄνθια καὶ καρπούς,

18.- ἐγαλήνευσε. καὶ ἐχύθη

καταχθόνια μία βοή,

καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη

πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ

19.- Ὅλοι οἱ τόποι σὸν σ’ ἐκράξαν

χαιρετώντας σὲ θερμά,

καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν

ὅσα αἴσθανετο ἢ χαρδιά.

20.- Ἐφωνάξανε ὡς τ’ ἀστέρια

τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,

κι ἐσηκώσανε τὰ χέρια

γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

21.- μ’ ὄλον ποὺ ‘ναι ἁλυσωμένο

τὸ καθένα τεχνικά,

καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο

ἔχει: «Ψεύτρα Ἐλευθεριά».

22.- Γκαρδιακὰ χαροποιήθη

καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,

καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη

ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23.- Ἀπ’ τὸν πύργο τοῦ φωνάζει,

σὰ νὰ λέει σὲ χαιρετῶ,

καὶ τὴ χήτη τοῦ τινάζει

τὸ λιοντάρι τὸ Ἰσπανο.

24.- Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας

τὸ θηρίο, καὶ σέρνει εὐθὺς

κατὰ τ’ ἄκρα της Ρουσίας

τὰ μουγκρίσματα τσ’ὀργῆς.

25.- Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει

πῶς τὰ μέλη εἲν’ δυνατά.

καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει

μία σπιθόβολη ματιά.

26.- Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη

καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,

ποῦ φτεράκαι νύχια θρέφει

μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ.

27.- καὶ σ ἐσὲ καταγυρμένος,

γιατί πάντα σὲ μισεῖ,

ἒκρωζ’ ἔκρωζε ὁ σκασμένος,

νὰ σὲ βλάψει, ἂν ἠμπορεῖ.

28.- Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι

πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾶς.

δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι

στὲς βρισὶες ὀποῦ ἀγρικᾶς,

29.- σὰν τὸ βράχον ὀποῦ ἀφήνει

κάθε ἀκάθαρτο νερὸ

εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνει

εὐκολόσβηστον ἀφρό.

30.- ὀποῦ ἀφήνει ἀνεμοζάλη

καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ

νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,

τὴν αἰώνιαν κορυφή.

31.-Δυστυχιά του, ὤ, δυστυχιά του,

ὁποιανοὺ θέλει βρεθεῖ

στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου

καὶ σ’ ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.

32.- Τὸ θηρίο π’ ἀνανογιέται

πῶς. τοῦ λείπουν τὰ μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ.

33.- τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,

τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,

κι ὅπου φθάσει, ὅπου περάσει,

φρίκη, θάνατος, ἐρμιά.

34.- Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,

ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ.

ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη

πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.

35.- Ἰδού, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει

τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς.

τώρα τρόμου ἀστροπελέκι

νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

36.- Μεγαλόψυχο τὸ μάτι

δείχνει, πάντα ὅπως νικεῖ,

κι ἃς εἲν ἅρματα γεμάτη

καὶ πολέμιαν χλαλοή.

37.- Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν

γιὰ νὰ ἰδεῖς πὼς εἲν’ πολλά.

δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν

ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

38.- Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτὰ

γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα

ποῦ θὲ νὰ ‘βρει ἡ συμφορά!

39.- Κατεβαίνουνε καὶ ἀνάφτει

τοῦ πολέμου ἀναλαμπή.

τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,

λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

40.- Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;

Λίγα τὰ αἵματα γιατί;

Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει

καὶ στὸ κάστρο ν’ ἀνεβεῖ.

41.- Μέτρα ! Εἲν’ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,

ὀποῦ φεύγοντας δειλιοῦν.

τὰ λαβώματα στὴν πλάτη

δέχοντ’, ὥστε ν’ ἀνεβοῦν.

42.- Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε

τὴν ἀφεύγατη φθορά.

νά, σᾶς φθάνει. ἀποκριθεῖτε

στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά!

43.-Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη

ἔτσι ἀρχίζει, ὀποῦ μακριὰ

ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη

ἀντιβούιζε φοβερά.

44.- Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,

ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,

ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,

ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45.- Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη

ποῦ τὴν τρέμει ὁ λογισμός!

Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη

πάρεξ θάνατου πικρός.

46.- Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,

οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,

ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος

τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47.- καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι

ὀποῦ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,

ἐπαράστεναν τὸν Ἅδη

ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά.

48.- Τ’ ἀκαρτέρειε. Ἐφαῖνοντ’ ἴσκιοι

ἀναρίθμητοι, γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49.- Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,

σὰν τὸ ροῦχο ὀποῦ σκεπάζει

τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

50.- Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι

ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,

ὅσοι εἲν’ ἄδικα σφαγμένοι,

ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

51.- Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-

σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς.

σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη

ἐσκεπάζοντο ἀπ’ αὐτούς.

52.- Θαμποφέγγει κανέν’ ἄστρο,

καὶ ἀναδεύοντο μαζί,

ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο

μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53.- Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,

μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,

ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54.- ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ’ ἄδεια

τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,

σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,

ὀποῦ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55.- Μὲ τὰ μάτια τοὺς γυρεύουν

ὅπου εἲν’ αἵματα πηχτά,

καὶ μὲς στὰ αἵματα χορεύουν

μὲ βρυχίσματα βραχνά.

56.- καὶ χορεύοντας μανίζουν

εἰς τοὺς Ἕλληνες κοντά,

καὶ τὰ στήθια τοὺς ἐγγίζουν

μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57.- Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει

βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,

ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,

κι ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58.- Τόοτε αὐξαίνει τοῦ πολέμου

ὁ χορὸς τρομακτικά,

σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου

στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59.- Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου.

κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖ

εἶναι κτύπημα θανάτου

χωρὶς νὰ δευτερωθεῖ.

60.- Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει.

λὲς κι ἐκείθενε ἡ ψυχὴ

ἀπ’ τὸ μίσος ποὺ τὴν καίει

πολεμάει νὰ πεταχθεῖ.

61.- Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε

μὲς στὰ στήθια τοὺς ἀργά,

καὶ τὰ χέρια ὀποῦ χουμᾶνε

περισσότερο εἲν’ γοργά.

62.- Οὐρανὸς γι’ αὐτοὺς δὲν εἶναι,

οὐδὲ πέλαγο, οὐδὲ γῆ.

γι’ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι

μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

63.- Τόση ἡ μάνητα κι ἡ ζάλη,

ποῦ στοχάζεσαι μὴ πὼς

ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ’ ἄλλη

δὲν μείνει ἒ ν ἃ ς ζωντανός.

64.- Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα

πῶς θερίζουνε ζωές!

Χάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.- καὶ παλάσκες καὶ σπαθὶα

μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,

καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία,

σωθικὰ λαχταριστά.

66.- Προσοχὴ καμία δὲν κάνει

κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγή.

πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,

φθάνει. ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67.- Ποὶος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,

πάρεξ ὅταν ξαπλωθεῖ;

Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο

καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68.- Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,

καὶ «Ἀλλά», ἐφώναζαν, «Ἀλλά»,

καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰ χείλη

«φωτιά», ἐφώναζαν, «φωτιά».

69.- Λιονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,

πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,

καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,

πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

70.- Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα

καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί.

παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,

καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

71.- Ἦταν τόσοι ! Πλέον τὸ βόλι

εἰς τ’ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.

Ὅλοι χάμου ἐκεῖτοντ’ ὅλοι

εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72.- Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη

καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,

καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει

αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73.- Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,

δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιο

στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι.

φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

74.- Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη

τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,

καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,

χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75.- Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι.

δὲν λάμπ’ ἥλιος μοναχὰ

εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει

εἰς τ’ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά.

76.- Εἰὶς τὸν ἥσυχον αἰθέρα

τώρα ἀθώα δὲν ἀντηχεῖ

τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,

τὰ βελάσματα τὸ ἄρνι.

77.- Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες

σὰν τὸ κύμα εἰς τὸ γιαλό,

ἀλλ’ οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες

δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78.- Ὢ τρακόσιοι, σηκωθεῖτε

καὶ ξανάλθετε σέ μας.

τὰ παιδιά σας θέλ’ ἰδεῖτε

πόσο μοιάζουνε μέ σας.

79.- Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται

καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ

εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται

κι ὅλοι χάνουνται ἀπ’ ἐδῶ.

80.- Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου

πείνα καὶ θανατικό,

ποῦ μὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου

περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό.

81.- καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια

ἀπεθαίνανε παντοῦ

τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια

τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82.- Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,

ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,

εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,

ματωμένη περπατεῖς.

83.- Στηὴ σκιὰ χεροπιασμένες,

στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ

κρινοδάκτυλες παρθένες

ὀποῦ κάνουνε χορό.

84.- Στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν

ὡραία μάτια ἐρωτικά,

καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν

μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85.- Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει

πῶς ὁ κόρφος καθεμιᾶς

γλυχοβύζαστο ἑτοιμάζει

γάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς.

86.- Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,

τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ.

φιλελεύθερα τραγούδια

σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87.- Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη

τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,

καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,

χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

88.- Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι

τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,

μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι

γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89.- Σοὺ ‘λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας

ἡ Θρησκεία μ’ ἕνα σταυρό,

καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας

ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90.- «σ’ αὐτό», ἐφώναξε, «τo χῶμα

στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».

Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα

μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

91.- Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,

καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ

γύρω γύρω τῆς πυκνώνει

ποῦ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92.- Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία

ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτή.

βλέπει τὴ φωταγωγία

στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93.- Ποιοὶ εἲν’ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν

μὲ πολλὴ ποδοβολή,

κι ἂρματ’, ἅρματα ταράζουν;

Ἐπετάχτηχες ἐσύ!

94.- Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,

σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,

καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,

δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

95.- Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη

χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός.

φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,

κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96.- Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,

τρία πατήματα πατᾶς,

σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,

κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾶς.

97.- Μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει

προχωρώντας ὁμιλεῖς:

«Σήμερ’, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,

ναὶ τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

98.- Αὐτὸς λέγει, ἀφοκρασθεῖτε:

«Ἐγὼ εἲμ’ Ἄλφα, Ὠμέγα ἔγω.

πέστε, ποὺ θ’ ἀποκρυφθεῖτε

ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99.- Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,

ποῦ, μ’ αὐτὴν ἂν συγκριθεῖ

κείνη ἡ κάτω ὀποῦ σας ἔχω,

σὰν δροσιὰ θέλει βρεθεῖ.

100.- Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,

τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,

χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,

ζῶα καὶ δέντρα καὶ θνητούς.

101.- Καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,

καὶ δὲν σώζεται πνοή,

πάρεξ τοῦ ἄνεμου ποὺ πνέει

μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή»».

102.- Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:

Τοῦ θυμοῦ Τοῦ εἶσαι ἀδελφή;

Ποὶος εἲν’ ἄξιος νὰ νικήσει

ἢ μὲ σὲ νὰ μετρηθεῖ;

103.- Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση

τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,

ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει

τὴ μισόχριστη σπορά.

104.- Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν

τὰ νερά, καὶ τ’ ἀγρικῶ

δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν

σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105.- Κακορίζικοι, ποὺ πάτε

τοῦ Ἀχελώου μὲς στὴ ροὴ

καὶ πιδέξια πολεμᾶτε

ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106.- νὰ ἀποφύγετε; Τὸ κύμα

ἔγινε ὅλο φουσκωτό.

ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα

πρὶν νὰ εὐρεῖτε ἀφανισμό.

107.- Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,

καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει

τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108.- Σφαλερὰ τετραποδίζουν

πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109.- Ποὶος στὸ σύντροφον ἁπλώνει

χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθεῖ.

ποὶος τὴ σάρκα τοῦ δαγκώνει

ὅσο ὀποῦ νὰ νεκρωθεῖ.

110.- Κεφαλὲς ἀπελπισμένες,

μὲ τὰ μάτια πεταχτά,

κατὰ τ’ ἄστρα σηκωμένες

γιὰ τὴν ὕστερη φορᾶ.

111.- Σβιέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη

τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή-

τὸ χλιμίτρισμα καὶ οἱ κρότοι

καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί,

112.- Ἔτσι ν’ ἄκουα νὰ βουΐξει

τὸ βαθὺν Ὠκεανό,

καὶ στὸ κύμα του νὰ πνίξει

κάθε σπέρμα ἀγαρηνό!

113.- Καὶ ἐκεῖ ποὺ ‘ναι ἡ Ἁγία Σοφία,

μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,

ὅλα τ’ ἄψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114.- σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξει

ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,

κι ἀπ’ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξει

ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.

115.- Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένει,

κι ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ

μ’ ἀργὸ πάτημα ἂς πηγαίνει

μεταξύ τους καὶ ἂς μετρᾶ.

116.- Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει

καὶ δὲν φαίνεται, καὶ πλιο

117.- καὶ χειρότερα ἀγριεύει

καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός.

πάντα, πάντα περισσεύει.

πολὺ φλοίσβισμα καὶ ἀφρὸς

118.- Ἅ, γιατί δὲν ἔχω τώρα

τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;

Μεγαλόφωνα τὴν ὥρα

ὀποῦ ἐσβιοῦντο οἱ μισητοί,

119.- τὸ Θεὸν εὐχαριστοῦσε

στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,

καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε

ἀναρίθμητος λαός.

120.- Ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία

ἡ ἀδελφή του Ἀαρῶν,

ἡ προφήτισσα Μαρία,

μ’ ἕνα τύμπανο τερπνὸν

121.- καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες

μὲ τσ’ ἀγκάλες ἀνοικτές,

τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,

μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

122.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη

τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,

σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη

ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123.- Εἰς αὐτήν, εἲν’ ξακουσμένο,

δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ.

ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν’ ξένο

καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124.- Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει

κύματ’ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,

μὲ τὰ ὁποία τὴν περιζώνει,

κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125.- Μὲ βρυχίσματα σαλεύει

ποῦ τρομάζει ἡ ἀκοή.

κάθε ξύλο κινδυνεύει

καὶ λιμνιώνα ἀναζητεῖ.

126.- Φαίνετ’ ἔπειτα ἡ γαλήνη

καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἥλιου,

καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει

τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127.- Δὲν νικιέσαι, εἲν’ ξακουσμένο,

στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτέ.

ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν’ ξένο

καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128.- Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,

καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ

τὰ τρεχούμενα κατάρτια,

τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129.-Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,

καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἲν’ πολλές,

πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,

ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς.

130.- Μ’ ἐπιθύμια νὰ τηράζεις

δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,

καὶ θανάσιμον τινάζεις

ἐναντίον τοὺς κεραυνό.

131.- Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει,

καὶ σηκώνει μία βροντή,

καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει

μὲ αἱματόχροη βαφή.

132.- Πνίγοντ’ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι

Καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί.

χαίρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,

ποῦ σὲ πέταξαν ἐκεῖ.

133.- Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι

μὲ τσ’ ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,

καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη

δίνοντας τὰ εἰς τὸ φιλί.

134.- Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε

τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,

καὶ τὸ χέρι ὀποῦ ἐφιλῆστε

πλέον, ἅ, πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135.- Ὅλοι κλάψτε. ἀποθαμένος

ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς.

κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος

ὡσὰν νὰ ‘τανε φονιάς!

136.- Ἔχει ὀλάνοικτο τὸ στόμα

π’ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ

τ’ Ἅγιον Αἷμα, τ’ Ἅγιον Σῶμα.

λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγεῖ

137.- ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει,

λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθεῖ,

εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσει

καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμεῖ.

138.- Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει

εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,

καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει

τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139.- Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει.

Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ

νὰ σωπάσω μὲ προστάζει

μὲ τὸ δάχτυλο ἡ θεά.

140.- Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη

τρεῖς φορὲς μ’ ἀνησυχιά.

προσηλώνεται κατόπι

στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾶ:

141.- «Παλληκάρια μου, οἱ πολέμοι

γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,

καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει

στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142.- Ἀπ’ ἐσᾶς ἀπομακραίνει

κάθε δύναμη ἐχθρική,

ἀλλὰ ἀνίκητη μία μένει

ποῦ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

143.- Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,

ἄχ, τὸ νοῦ σας τυραννεῖ.

144.- Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει

ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ

καθενὸς χαμογελάει,

«πάρ’ τό», λέγοντας, «καὶ σύ».

145.- Κειο τὸ σκῆπτρο πού σας δείχνει

ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά.

μὴν τὸ πιάστε, γιατί ρίχνει

εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146.- Ἀπὸ στόμα ὀποῦ φθονάει,

παλληκάρια, ἂς μὴν πωθεῖ,

πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει

τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147.- Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους

τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:

«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους

δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».

148.- Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα.

ὅλο τὸ αἷμα ὀποῦ χυθεῖ

γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα

ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149.- Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε

γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,

σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθεῖτε

σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150.- Πόσο λείπει, στοχασθεῖτε,

πόσο ἀκόμη νὰ παρθεῖ.

πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθεῖτε,

πάντα ἐσᾶς θ’ ἀκολουθεῖ.

151.- Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,

καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ

καὶ φωνάξετε μὲ μία:

«Βασιλεῖς, κοιτάξτ’ ἐδῶ!

152.- Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε

εἶναι τοῦτο, καὶ γι’ αὐτὸ

ματωμένους μας κοιτᾶτε

στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

153.- Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν

τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν

καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀφανίζουν,

καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154.- Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχάθη

αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,

ποῦ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη

τῆς νυκτός: Νὰ ἐκδικηθῶ.

155.- Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες

τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;

Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες

καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156.- Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος

σὰν τοῦ Ἀβὲλ καταβοᾶ.

δὲν εἲν’ φύσημα τοῦ ἀέρος

ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157.- Τί θὰ κάμετε; Θ’ ἀφῆστε

νὰ ἀποκτήσομεν ἐμεῖς

λευθεριᾶν, ἢ θὰ τὴν λύστε

ἐξ αἰτίας πολιτικῆς;

158.- Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,

ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:

Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,

καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ!»».

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/solomos_anthem.html

Πηγή: http://andronianoi.ucoz.com/news/2009-08-04-2114

Αρέσει σε %d bloggers: