Οι άγγελοι και ο Όσιος Σάββας ο Βατοπαιδινός

Γόνος ευλαβών Θεσσαλονικέων ο όσιος Σάββας, έζησε τον 14ο αιώνα καί ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή από τον Άθωνα. Αργότερα επισκέπτεται τούς  Άγιους Τόπους, όπου, κλεισμένος σε κάποιο σπήλαιο του Ιορδάνη, γεύεται την εμπειρία του ακτίστου φωτός.

Εκεί, στην έρημο του Ιορδάνη, πέρασε κάποτε πενήντα μέρες χωρίς να βρει τίποτα για να φάει. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν κι έπεσε στη γη σχεδόν νεκρός. Τότε τον πλησιάζει άγγελος Κυρίου, όχι για να παραλάβει την ψυχή του, αλλά για να του μεταδώσει δύναμη και αναψυχή.

Ο μισοπεθαμένος ασκητής ένιωσε μιαν άρρητη ευωδιά, μία δροσιά, ένα φως. Ό άγγελος τόν έπιασε από το χέρι, τον ανασήκωσε και, σαν να ήταν παλιοί γνώριμοι, του μίλησε φιλικά:

– «Ανδρίζου και ίσχυε»! Από τώρα θα βρίσκομαι πάντα κοντά σου εγώ, σαν άμαχος σύμμαχος. Έτσι με πρόσταξε ο Θεός, γι’ αυτό μη φοβάσαι τίποτα.

Άλλοτε πάλι, με συνεργεία του πειρασμού, του επιτέθηκαν δυό άραβες ληστές και τον χτύπησαν πολύ άσχημα. Τόσο, που κειτόταν καταγής, χωρίς να μπορεί να σαλέψει. Τότε ο φύλακας άγγελος του εμφανίζεται και πάλι κοντά του. Τόν πιάνει από το χέρι και τον στήνει όρθιο, χαρίζοντας του σωματική υγεία και ψυχική ευφροσύνη.

Συνεχίζοντας ο όσιος την ανοδική πορεία του με υπερφυσικούς αγώνες, επιστρέφει αργότερα στον Άθωνα και κοινοβιάζει στη μονή του Βατοπαιδίου. Εδώ θ’ αξιωθεί ν’ απολαύσει μια θαυμαστή οπτασία με αγίους αγγέλους, ιδιαίτερα διδακτική και ωφέλιμη για κάθε  υποτακτικό:

Ήταν η ώρα του γεύματος. Οι μοναχοί, κι ανάμεσα τους ο όσιος Σάββας, έτρωγαν στήν κοινή τράπεζα. Όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να δημιουργείται ένας θόρυβος από συνομιλίες ανάμεσα σε ορισμένους αδελφούς, αταίριαστος στην ιερότητα του χώρου.

Οι υπεύθυνοι έκαναν τις απαραίτητες συστάσεις στους υπαίτιους της αταξίας και της συγχύσεως, μα εκείνοι δεν συμμορφώνονταν. Τότε, σηκώθηκε όρθιος ο ηγούμενος και επιτίμησε με πολλή αυστηρότητα καί πικρία τους αναιδείς και φλύαρους ταραχοποιούς. Διέκοψε μάλιστα και την ανάγνωση και συνέχισε με αγανάκτηση τους έλεγχους.

Όταν ο αναγνώστης έπαψε, σήκωσε ο όσιος τα μάτια του και αντίκρυσε θέαμα θαυμαστό: Δύο φωτεινοί άγγελοι φάνηκαν να ξεπροβάλλουν από την ηγουμενική θέση. Ακτινοβολούσαν περισσότερο κι απ’ τον ήλιο. Αμέσως έλαμψε όλος ο γύρω χώρος.

Οι δύο άγγελοι ήταν ωραίοι και χαρωποί, ευγενικοί και γλυκόθωροι. Φαίνονταν έτοιμοι να διακονήσουν σε επίσημη δεξίωση, γιατί κρατούσαν στα χέρια τους ποικίλα εδέσματα, που προορίζονταν για τους συνδαιτημόνες.

Ο ένας απ’ αυτούς κρατούσε φιάλες και καλάθια από καθαρό χρυσάφι, πού είχαν μέσα εκλεκτά οπωρικά, γλυκίσματα και φαγητά μαζί με διάφορα λουλούδια ευωδιαστά και πολύχρωμα.

Οι άγγελοι άρχισαν να μοιράζουν στους αδελφούς απ’ τ’ αγαθά τους, αλλά δεν έδιναν σε όλους το ίδιο. Όσοι αδελφοί υπέμεναν μακρόθυμα, ταπεινά και αγόγγυστα τη δίκαιη οργή και τον έλεγχο του ηγουμένου, δέχονταν άφθονες τις αγγελικές δωρεές, μαζί με το ιλαρό τους βλέμμα και τη μυστική ομιλία τους. Όσοι όμως αντιδρούσαν και γόγγυζαν στις πατρικές επιτιμήσεις, δεν αξιώνονταν να πάρουν απ’ τα ουράνια εκείνα δώρα. Σ’ αυτούς οι άγγελοι δεν έδιναν καμιά σημασία κι έφευγαν λυπημένοι.

Βλέποντας ο όσιος ένα τέτοιο θέαμα, σκίρτησε από χαρά. Άνοιξε τα χέρια και την αγκαλιά του για να πάρει από εκείνα τ’ αγαθά. Και οι φιλάνθρωποι άγγελοι του έδιναν άφθονα τα δώρα τους. Ο όσιος παρακαλούσε ενδόμυχα να μη σταματήσει ο γέροντας τους ονειδισμούς, για να μη σταματήσουν και οι άγγελοι τη διανομή.

Όταν τελείωσε το γεύμα κι έγινε η τελετή της Υψώσεως της Παναγίας, οι δύο άγγελοι στέκονταν όρθιοι κοντά στην ηγουμενική τράπεζα και συμπροσεύχονταν με ευλάβεια.

Όταν ξεκίνησε ο ηγούμενος να βγει από την Τράπεζα, τον ακολούθησαν οί άγγελοι καί στάθηκαν κι αυτοί κοντά στην καθιερωμένη θέση, απ’ όπου εκείνος συνήθιζε νά προσφέρει την ευλογία του. Περνούσαν τώρα μπροστά του οι μοναχοί βάζοντας μετάνοια και ζητώντας συγχώρηση.

Όσοι απ’ αυτούς το έκαναν με ταπείνωση και συναίσθηση, τους πλησίαζαν οι άγγελοι, τους πρόσφεραν πάλι από τα δώρα τους και τους ψιθύριζαν κάτι μυστικά, μ’ ένα γλυκό και σεμνό χαμόγελο.

Όσοι όμως περνούσαν με υποκρισία και γογγυσμό, αυτούς και πάλι τους αποστρέφονταν. Τελειώνοντας έτσι τη θεϊκή τους διακονία οι δύο άγγελοι έγιναν άφαντοι.

Πηγή: Εμφανίσεις και θαύματα των αγγέλων, Ιερά Μονή Παρακλήτου

Αρέσει σε %d bloggers: