Ελληνική Μυθολογία του Νίκου Τσιφόρου (Μέρος 1)

Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΡΙΝ ΓΙΝΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΦΙΡΜΑ

ΗΤΑΝΕ ένας που τον λέγανε Γκαίτε. Γερμαναράς και σοφός. Άλλα δεν πά νά σαι Γερμαναράς και σοφός! Άμα έρθη η ώρα σου θα ποθάνης. Τό λοιπόν, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαιτε, αποφάσισε τό 1832 να κλατάρη κι’ έπεσε στο κρεβάτι. Και την ώρα που πέθαινε φώναξε δυνατά:

— Φώς. Περισσότερον φώς… (Λίχτ. Μέρ λίχτ).

Τό είπε ό άνθρωπος και αξιοπρεπέστατα πάει στο «τίποτα». Αλλά οί άνθρωποι που είναι μουσκάρια και δεν ξέρουνε τί τους γίνεται, πήραν αυτά τα λόγια και τα κάναν σημαδιακά.

— Κύττα ρε τι είπε ο σοφός.

— Τί είπε;

— Φώς περισσότερον να χυθή είς την ανθρωπότητα. Εις το πνεύμα μας. Να ίδωμεν καθαρά την άλήθειαν.

— Είπε τέτοιο;

— Ναι ( για ).

— Τσ, τσ, τσ!

Και κανένας δε σκέφτηκε ότι πέθαινε ο άνθρωπος κι’ ήθελε φώς παραπάνω, θολώσανε τα μάτια του από θάνατο. Σκοτείνιασε η λάμπα. και κείνη την ώρα δεν τούκοβε να πεί φιλοσοφίες και να κήρυξη μπούρδες, αλλά σάν άνθρωπος βρέθηκε σε μιά αδυναμία και είπε έτσι. Αν τόλεγε αυτό ένας κοινός άνθρωπος, έτσι θα το εξηγούσανε. Με το φυσικό δρόμο. Αλλά βλέπεις ο Γκαίτε ήτανε σοφός. Κι άμα λέει καμμιά μπούρδα ένας, όλοι οι άλλοι σοφοί πασκίζουνε να τής δώσουνε σημασία, αλλιώς δεν θά τούς πάρουνε για σοφούς…

Φώς ήθελε ο Γκαιτε κι’ όλοι θέλουμε φώς και δεν θάχαμε μήτε δαδί, άν δεν ήτανε στη μέση ο Προμηθέας τότε και η ΔΕΗ σήμερα. Μόνο που ο Προμηθέας ήτανε λεβέντης και τόφερε τζάμπα, ενώ η ΔΕΗ, αν δεν την πλήρωσης μιά μέρα, στο κόβει και τα λοιπά και τα λοιπά…

Ο Τιτάνας ο Ίαπετός, παντρεύτηκε μια ωκεανίδα, Κλυμένη τ’ όνομα και σκαρώσανε τέσσερα παιδιά. τον Άτλαντα, τον Μενοίτιο, τον Επιμηθέα και τον Προμηθέα. Άτυχα τα δόλια και τα τέσσερα, αλλά τώρα να που με μονάχα για τα δυό τελευταία που ξεκινήσανε από την Ινδία, να γίνουνε και δικοί μας σημαδιακοί ημίθεοι…

Τον Προμηθέα στις «Βέδες» τον λένε Πραμαναθα, και είναι ίδια η ρίζα του ονόματος του και η… ιστορία του (μόνο που εκεί δεν καταδικάζεται να χάνη τό συκώτι του). Όλα τα ίδια, ανάθεμα τα…

Ο Προμηθέας, να τα που με καθαρώτερα, είναι «η ανθρώπινη πρόνοια».Ο Επιμηθέας, «η ανθρώπινη πείρα». Τό συμπέρασμα.

Νά, λοιπόν, η πρόνοια τών ανθρώπων που κάνει τό θεό να θυμώνη μαζί τους.Ο Μεγάλος δεν συγχωρεί στον μικρό νάναι έξυπνος και να τον γελάση… Κάθε μεγάλος τα θέλει όλα δικά του. και ο Προμηθέας, ο άνθρωπος, του την έφερε του Δία.

Είχανε, λοιπόν, μαζευτή τότε όλοι, θεοί και άνθρωποι — άς πούμε μιά επιτροπή ανθρώπων — να κουβεντιάσουνε ένα ζήτημα μάσας. Είπανε, δηλαδή, οί θεοί:

—Εσείς σφάζετε ζώα και τρώτε.

—Ε, τί να φαμε; Αγκωνάρια;

— Ναι, αλλά τα ζώα τα φτιάξαμε μείς που είμαστε θεοί.

— Εργοστάσιο έχετε, ό,τι θέλετε φτιάνετε.

—Άλλο λέμε μεις. Άμα σφάζετε ένα ζώο, δεν πρέπει να μάς προσφέρετε και μας ένα κομμάτι που να τό λένε «θυσία»;

Οι άνθρωποι ποτέ δεν έχουνε καμμιά όρεξη να προσφέρουνε κομμάτια στους μεγάλους, είτε στην Αγορανομία, να πούμε, είτε στην Εφορία, είτε στά μικρά μέρη, στον ενωματάρχη. Αλλά άμα δεν προσφέρουνε, τούς βρίσκουνε τυχαία κάτι συμφορές και τούς κοστίζει πολύ περισσότερο. Κατεβάσανε, λοιπόν, τό κεφάλι και είπανε:

— Καλά, αφεντικά, να σας προσφέρουμε.

Φώναξε ο Δίας τον Προμηθέα, που του είχε ανοίξει την κεφάλα για να βγή από μέσα η Αθηνά (άλλη ιστορία αυτή που θά την πούμε με τη σειρά της) και όσο νάναι τον θεωρούσε ξυπνό και τουδωσε όρτινο.

— Για κύττα συ, τι θα τρώμε μεις οι θεοί, τι θα τρώνε οι άνθρωποι.

Ο Προμηθέας, πρόνοια ανθρώπινη, να πούμε, δεν συμπαθούσε τους θεούς. «Όλο τρώνε, καλοπερνάνε και δουλεία τίποτα. Τους έχουμε, τους προσκυνάμε, τους φωνάζουμε ζήτω, τους βάζουμε στα καλύτερα μέρη, άλλα όχι και να μας φάνε τα σπλάχνα». Και σκέφτηκε και για τ’ ανθρωπάκια. «Παιδεύονται τα κακόμοιρα να φάνε ένα κομμάτι ψωμί, σκοτώνονται, ύποφέρουνε, πληρώνουνε φόρους, τα κυνηγάνε, αυτοί είναι οι συντελεστές της κοινωνίας και ο πλούτος του κόσμου κι’ όχι οί Μεγάλοι, οί χαραμοφάηδες». Πήρε, λοιπόν, ένα ταύρο που τον είχανε κόψει, έπιασε τα ψαχνά τα καλά και το κιλότο, τα τύλιξε μέσα στο τομάρι του σφαγμένου ζωντανού κι’ ύστερα πήρε τα κόκκαλα, τα πασάλειψε με λίπος να γυαλίζουνε σάν μπακίρια και τα παρουσίασε στο ν Δία.

— Αφεντικό, διάλεξε μόνος σου.

Ό Δίας, όπως πάντες οι υψηλά Ιστάμενοι, θαμπώθηκε από τη γυαλάδα, καθόσον η γυαλάδα τους βαράει στα μάτια τους αφέντες, όχι η ουσία. άπλωσε, λοιπόν, τη χερούκλα του και είπε:

— Αυτά, τα γυαλιστερά.

— Μάλιστα.

Αλλά μόλις έκανε να καταπιή ένα γυαλιστερό, είδε απ’ όξω λίπος κι από μέσα κόκκαλο και έγινε σκύλος.

— Γιατί μου την έφερες, ρέ;

— Έγώ; Έγώ σάς είπα…

Ή συμφωνία όμως με τους ανθρώπους είχε κλειστή και μείνανε οι θεοί με τα κόκκαλα, που «αι φυλαί των ανθρώπων τα καίουν επί αρωματισμένων βωμών», κατά που λέει ο Ησίοδος για τούς θεούς. Και η εξυπνάδα του Προμηθέα, της ανθρώπινης πρόνοιας, άφησε επιτέλους να φάμε και μείς κανά ψαχνό και έδωσε τα κόκκαλα στους Όλυμπίους και στα σκυλιά… Και μακάρι να γινότανε και σήμερα έτσι, άλλά δεν γίνεται, κατά πώς θα τόχετε αντιληφθή απαξάπαντες…

Ό Ζεύς — παλιοκάθαρμα ώρες – ώρες — άμα και είδε ότι την έπαθε, δεν μίλησε αμέσως, αλλά έκανε ό,τι κάνουνε όλοι οι «υψηλά ιστάμενοι», χτύπησε δηλαδή την ανθρωπότητα από άλλη μεριά.

— Τέτοιοι είσαστε; Πάρτους πίσω τη φωτιά. δεν τούς δίνω φωτιά…

Όπως, να πουμε, σήμερα σου δίνουνε ένα προνόμιο από τη μιά μεριά και σου παίρνουνε είκοσι προνόμια από την άλλη. Και οι άνθρωποι μείνανε χωρίς φωτιά, και υποφέρανε (διαβάστε Αισχύλο να καταλάβετε τη θέση τους) κι’ ούτε σπίτια είχανε, ζούσανε σε σπηλιές και παγώνανε τό χειμώνα και δεν καταλαβαίνανε μήτε άνοιξη, μήτε καλοκαιρι, μήτε τίποτα…Ο Προμηθέας τό πήρε κατάκαρδα.

— Ρέ τούς φουκαράδες. Και τό θεώρησε και αδικία.

— Γιατί, δηλαδή; Τι θεός είναι κανένας άμα δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για τον εαυτό του και την οικογένειά του; Πως μπορεί να τον προσκύνηση ο κόσμος άμα τα θέλη όλα για πάρτη του; Οι αφέντες είναι καλοί όταν εξυπηρετούνε τον λαό τους κι’ όχι άμα κάνουνε κουμάντο για τις κλήρες τους.

Τόβαλε, λοιπόν, πείσμα να δώση πίσω τη φωτιά στο ν κόσμο…

Συνεχίζεται…

Αρέσει σε %d bloggers: