Η Οσιομάρτυς Μεγαλόσχημη Μοναχή Ελένη του Τσίν (+ Σεπτέμβριος 1977) [μέρος 2ο]

Οι Γερόντισσες Ελένη και Νίνα έξω από το ασκητήριο τους στο Τσιν

Ιερομ. Σάββα Βατοπαιδινού

Η γνωριμία μου με την Γερόντισσα

Τα χαρίσματά της

A. Το χάρισμα της προοράσεως.

Επιθυμούσα πολύ και παρακαλούσα τον Θεό να συναντηθώ με πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι θα με καθοδηγούσαν στη σωτηρία.
Μία φορά ένας Έλληνας άρρωστος ήρθε από απόσταση 100 χλμ. ήθελε να πάει στην Γερόντισσα Ελένη για να θεραπευθεί. Με το θέλημα του Θεού με παρακάλεσε να πάω μαζί του σαν μεταφραστής επειδή γνώριζα Ρωσικά. Πήγαμε στη Γερόντισσα και την παρακάλεσα να θεραπεύσει τον άρρωστο. Εκείνη απάντησε: «Θα γίνει καλά, να μή στενοχωριέται». Με την ευχή της Γερόντισσας γρήγορα θεραπεύθηκε. Ύστερα με παραβολές μου αποκάλυψε τις σκέψεις μου. Απορούσα γιατί όσα μου έλεγε δεν τα είχα εκμυστηρευθεί σε κανένα. Σκεφτόμουν. «Πώς μπορούσε να ξέρει τους μυστικούς λογισμούς μου;».
Επειδή με ζήλο αναζητούσα το δρόμο της σωτηρίας, με το θέλημα του Θεού η Γερόντισσα έστειλε κάποιον σ’ εμένα και με παρακάλεσε να τη βοηθήσω να φτιάξει έναν φράχτη και μερικές άλλες εργασίες.
Κάποτε μετά την τράπεζα ήμουν καθισμένος με τη Γερόντισσα και μιλούσαμε πνευματικά. Ξαφνικά, μου λέει: «Έχω φοβερό πονοκέφαλο». Τότε τη ρώτησα: «Γερόντισσα, νοιώθεις σαν να έχεις μυρμήγκια, που περπατάνε στο κεφάλι σου»; Μου απάντησε: «Έτσι σε σένα περπατάνε». Όντως είχα ακριβώς τέτοιο πονοκέφαλο. Εκείνα τα χρόνια προσευχόμουν πολύ και κοιμόμουν λίγο. Αρχισαν αδιαθεσίες. Η Γερόντισσα όμως πήρε την αρρώστια μου. Από τότε άρχισα να τη σέβομαι περισσότερο.
Κάθησα μία εβδομάδα μαζί της και μετά γύρισα στο σπίτι μου. Oι Γερόντισσες μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Σκεφτόμουν τί χαρίσματα είχε η Γερόντισσα Ελένη από το Θεό. Πώς μπορούσε να γνωρίζει τις μυστικές μου σκέψεις; Θα ήθελα πολύ οι Γερόντισσες να έμεναν στο σπίτι μου. Θα τις φρόντιζα και θα ήταν αρκετό να έκαναν μόνο προσευχή για μένα.
Σε λίγο ξαναπήγα στο κελλί τους. Η Γερόντισσα Ελένη πάλι κατάλαβε τους λογισμούς μου και μου είπε: «Χριστοφόρε, όπως σκέφτεσαι ακριβώς έτσι θα γίνει». Δεν ήρθαν όμως οι Γερόντισσες στο σπίτι μου, αλλά μετά από μερικά χρόνια πήγα εγώ σ’ αυτές και τους έκανα υπακοή. Πήγαινα πολύ συχνά και η Γερόντισσα Ελένη πάντοτε ήξερε τους λογισμούς μου.
Κάποτε είχαμε μία συζήτηση στο σπίτι της. Η Γερόντισσα διηγήθηκε μία ιστορία, η οποία με αφορούσε προσωπικά. «Μία νύχτα ήμουν στο κελλί μου καθισμένη. Ξαφνικά γέμισε φώς. Και είπα: “Kύριε δεν είμαι άξια να δώ τέτοια Χάρη”, και έκλεισα τα μάτια μου. Σε λίγο τα άνοιξα. Το φως εξαφανίστηκε, επειδή δεν ήταν από το Θεό. Αν δείς τέτοια οπτασία, να μην τη δέχεσαι αμέσως». Αυτά η Γερόντισσα τα είπε για μένα, επειδή πολύ συχνά όταν στεκόμουν για προσευχή έβλεπα παρόμοιες οπτασίες και νόμιζα ότι ήσαν από τον Θεό.
Μετά τη συζήτηση αυτή πήγα στο κελλί μου τα μεσάνυχτα. Αρχισα να κάνω τον κανόνα μου. Ήλθε πάλι το φώς, γέμισε το σπίτι και με σήκωνε στον αέρα. Τότε θυμήθηκα τα λόγια της Γερόντισσας και είπα: «Κύριε δεν είμαι άξιος να δώ τη Χάρη σου». Έκλεισα τα μάτια μου και σταμάτησα τις μετάνοιες. Έτσι στεκόμουν 2-3 λεπτά καταφρονώντας την οπτασία. Ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν. Τότε κατάλαβα πως οι οπτασίες δεν ήταν από τον Θεό, αλλά από τον εχθρό.
Μετά από αυτό το περιστατικό οι οπτασίες συνεχίστηκαν μερικά χρόνια ακόμα, όμως δεν τις δεχόμουν και σιγά σιγά με την ευχή της Γερόντισσας Ελένης ολότελα εξαφανίστηκαν. Μετά από αυτά περισσότερο εμπιστευόμουν τα λόγια της.
Κάποτε ένας ιερέας του χωριού μας κατά την θεία Λειτουργία στο Ιερό Βήμα μου είπε: «Χριστόφορε, (τό κοσμικό μου όνομα) να μάθεις να διακονείς όπως ο υποδιάκονος». Εγώ του απάντησα: «Ναί πάτερ, θα μάθω και θα γίνω ιερέας». Και εκείνος μου λέει: «Δεν θα γίνεις ιερέας». Τότε στεναχωρέθηκα πολύ, όχι μόνο ότι δεν θα γίνω ιερέας, αλλά διότι δεν θα σωθώ, και σκεφτόμουν: «Ο ίδιος ο Κύριος σταυρώθηκε για τους αμαρτωλούς και αυτός μου λέει δεν θα γίνω ιερέας. Μήπως άδικα αγωνίζομαι για τη σωτηρία μου και άδικα πηγαίνω στην εκκλησία»; Παρ’ ολίγο να πέσω σε απόλυτη απελπισία.
Σύντομα, μετά από αυτό το περιστατικό με τον ιερέα, πήγα στη Γερόντισσα. Έτυχε να είμαι στο κελλί της και κατά τη συνήθεια της Εκκλησίας άρχισα να ψάλλω το «Κύριε εκέκραξα». Ξαφνικά μπαίνει στο κελλί η Γερόντισσα και χαμογελώντας, μου λέει: «Χριστόφορε θα γίνεις ιερέας, θα γίνεις». Xάρηκα πολύ, ακούγοντας αυτά τα λόγια, αλλά απάντησα ότι δεν είμαι άξιος για να γίνω. Αυτή μου είπε ξανά: «Θα γίνεις ιερέας». Εγώ με αντίρρηση της είπα: «Όχι, Γερόντισσα, δεν θα γίνω ιερέας». Τότε μου λέει: «Θα δείς. Θα γίνεις ιερέας και ο λαός θα σε αγαπήσει». Πράγματι, αυτό πραγματοποιήθηκε ύστερα από 28 χρόνια.

Β. Το χάρισμα των ιαμάτων

Κάποτε, ήρθε στην οικοδομή ένας νέος άνθρωπος και στο πόδι του είχε ένα έκζεμα. Είπε στη Γερόντισσα· «έχω έκζεμα και οι γιατροί μου είπαν να κάνω εγχείρηση, αλλά εγώ φοβάμαι πολύ». Η Γερόντισσα τον ευλόγησε και του είπε: «Πήγαινε, ας σου κάνουν την εγχείρηση, μή φοβάσαι». Ο νέος έκανε όπως του είπε και όταν ανάρρωσε εντελώς, ήρθε στη Γερόντισσα ευχαριστημένος και είπε όλα όπως έγιναν.
· Αλλη φορά, έφεραν από το Καζακστάν μια δαιμονισμένη, και η Γερόντισσα Ελένη, την έκανε καλά και επέστρεψε θεραπευμένη στο σπίτι της.
· Ένας άνδρας από το χωριό Στρόμα, δούλευε στο αρτοποιείο της πόλης, είχε πολλές θλίψεις γιατί η κόρη του αρρώστησε. Πήγε σ’ όλους τους γιατρούς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αυτοί επειδή ήξεραν την ασθένεια του είπαν, «μήν ξοδεύεις μάταια τα λεφτά σου, η αρρώστια της κόρης σου είναι ανίατη». Εκείνος, δεν ήξερε τί να κάνει. Ακουσε ότι στο χωριό Τσίν, υπάρχει η ευλογημένη Γερόντισσα, η οποία θεραπεύει όλες τις ασθένειες και έστειλε εκεί την κόρη του μαζί με μία συγχωριανή της Γερόντισσας. Η Γερόντισσα Ελένη τη θεράπευσε. Η κοπέλα έγινε καλά και στη συνέχεια παντρεύτηκε. Το 1937, έτος μετά την εξορία των Ελλήνων, ο πατέρας της επισκέφθηκε τη Γερόντισσα, συζήτησε μαζί μου και μου διηγήθηκε όλη την ιστορία.
· Στο χωριό Τσίν, η κόρη κάποιου γιατρού, παντρεύτηκε και οι γείτονές της της έκαναν μάγια. Αυτό έγινε το 1937. Η κοπέλα αυτή τρελλάθηκε και ο πατέρας της άρχισε να αναζητά θεραπεία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κάποιες γυναίκες του είπαν· «μήπως να πάμε στη Γερόντισσά μας, εκείνη μπορεί να μας βοηθήσει». Αυτός απάντησε· «τί μπορεί να κάνει η Γερόντισσά σας, όταν οι επιστήμονες δεν μπορούν να βοηθήσουν;». Οι γυναίκες όμως πάλι του είπαν: «Αν πάμε τί κακό θα είναι· αν δεν μας βοηθήσει, τουλάχιστον δε θα μας βλάψει». Έκεινος τότε συμφώνησε και έτσι οι γυναίκες πήγαν στη Γερόντισσα, της εξήγησαν πως δαιμονίστηκε η κοπέλα και τη ρώτησαν την αιτία. Εκείνη τους απάντησε ότι στην κοπέλα έκαναν μάγια. Το ανακοίνωσαν στο πατέρα της, και εκείνος πήγε σε γκουρού για να μάθει την αλήθεια, αλλά και αυτός του είπε το ίδιο. Μετά απ’ αυτό οι γυναίκες ξαναπήγαν την κοπέλα στη Γερόντισσα η οποία την θεράπευσε εντέλως. Το 1969 πήγα στο σπίτι αυτής της κοπέλας· τότε ήδη είχε δύο παιδιά. Επειδή ήξερε ότι ήμουν δόκιμος της Γερόντισσας, μου διηγήθηκε την ιστορία με την ασθένειά της. «Εγώ θυμάμαι καλά πώς τρελλάθηκα· εκείνο τον καιρό μου παρουσιάστηκε ο δαίμονας με μορφή ωραίου παλληκαριού, με απερίγραπτη ομορφιά και μου υποσχέθηκε ότι θα με παντρευτεί αν στραγγαλίσω τον άνδρα μου. Από τότε όλη η προσπάθειά μου ήταν να πιάνω τον άνδρα μου από το λαιμό για να τον στραγγαλίσω, αλλά με συγκρατούσαν οι γύρω μου. Στο τέλος όμως η Γερόντισσα Ελένη με θεράπευσε». Από τότε ο πατέρας της έγινε μεγάλος ευεργέτης της Γερόντισσας.
Κάποια άλλη φορά συνάντησα κάποιον άνθρωπο που δούλευε στο τυροκομείο και μου είπε το εξής· «όλη τη νύχτα δεν μπορώ να κοιμηθώ και το πρωί πηγαίνω στη δουλειά μου σαν τρελλός· τί να κάνω;» Του απάντησα ότι θα πάω στη Γερόντισσα να την παρακαλέσω να προσευχηθεί για σένα και όλα θα πάνε καλά. Αυτός χάρηκε, με παρακάλεσε όμως να μην το ξεχάσω. Πράγματι η Γερόντισσα συμφώνησε και προσευχήθηκε γι’ αυτόν. Όταν τον ξανασυνάντησα, ρώτησα για την υγεία του, και μου απάντησε: «όλα είναι καλά! Ευχαριστώ».

Άλλα θαυμαστά γεγονότα.

Εκείνο τον καιρό ήταν μεγάλη ανομβρία και τα φύλλα του δάσους ήταν ξερά. Μετά που άναψαν τη φωτιά, κάποια στιγμή άρχισε να φυσάει δυνατός άνεμος και η φωτιά διαδόθηκε ακαριαία προς το κελλί της Γερόντισσας. Οι δόκιμες φοβήθηκαν και άρχισαν να φωνάζουν: «Πυρκαγιά, Γερόντισσα Ελένη, πυρκαγιά, θα καούμε». Τότε βγήκαμε από το κελλί και είδαμε πως η φωτιά το είχε ήδη περικύκλωσει. Η Γερόντισσα με ρώτησε: «Χριστοφόρε, άραγε είναι επικίνδυνο αυτό»; Για να μή φοβηθεί η Γερόντισσα της είπα: «Γερόντισσα μή φοβάστε» και άρχισα να σβήνω τη φωτιά. Όμως δεν τα κατάφερνα επειδή έγινε πολύ δυνατή. Τότε η Γερόντισσα ευλόγησε τη φωτιά με το σημείο του σταυρού και μου είπε: «Πήγαινε πιο πέρα για να μην καείς». Μπήκε στο κελλί πήρε το σταυρό και την εικόνα της Παναγίας και με τα δύο σταύρωνε τη φωτιά λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Μήτερ Θεού, βοηθήστε μας». Το πύρ γύρω από το κελλί αμέσως έσβησε, αλλά καιγόταν ακόμα έκταση μήκους εκατόν μέτρων περίπου, κοντά στο φράχτη. Η φωτιά προχώρησε προς το δάσος και άρχισε να το καίει. Η Γερόντισσα όμως πήγε προς συνάντηση της φωτιάς και τη σταύρωσε με τα εξής λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθησέ μας», και η φωτιά αμέσως έσβησε.
Παραξενεύθηκα πολύ, πώς μπόρεσε να σβηστεί τέτοια φωτιά χωρίς ανθρώπινη επέμβαση. Όταν όλοι μπήκαμε στο κελλί και αρχίσαμε συζητήσεις, εγώ είπα «Γερόντισσα αν καιγόταν το δάσος, εγώ θα έλεγα ότι ήμουν ένοχος για την πυρκαγιά, για να μην σας κατηγορήσουν». Η Γερόντισσα μου απάντησε «Εγώ όμως αυτό δεν θα το επέτρεπα…» και σιώπησε. Εμείς καταλάβαμε πώς αυτό το περιστατικό έγινε διότι έκαψαν τα άχυρα χωρίς ευλογία.
Εγώ σεβόμουν πολύ τη Γερόντισσα και συχνά σκεφτόμουν τα χαρισμάτα που είχε. Όταν πήγαινα στο σπίτι μου σχεδίαζα πόσο σύντομα θα ήταν η επόμενη επίσκεψή μου.
Κάποτε πήγα στη Γερόντισσα και τη βοήθησα. Ενώ έκοβα τα ξύλα είχα λογισμούς πώς θα μπορέσω να πάω στην Ελλάδα. Ξαφνικά με φώναξε η Γερόντισσα και μου είπε τα εξής: «Στην Ελλάδα θα πάς μέν, αλλά όχι έτσι όπως σκέφτεσαι τώρα. Εσύ, Χριστοφόρε, θα έρθεις ξανά εδώ και θα μας φέρεις τα καλαμπόκια».
Μετά από αυτό δεν πήγα ξανά στη Γερόντισσα Ελένη επειδή σύντομα μας μετέφεραν στο Καζακστάν, με την εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου. Αυτό έγινε το 1949. Οι άνθρωποι βρίσκονταν σε απόγνωση, δεν είχαν ελπίδα ότι θα επιστρέψουν ξανά στην πατρίδα τους, στο Σοχούμ, μεταξύ τους ήμουν και εγώ. Όμως όταν θυμόμουν την κουβέντα με την Γερόντισσα που μου είπε: «Χριστόφορε θα έρθεις ξανά και θα μας φέρεις τα καλαμπόκια», έλεγα στους ανθρώπους πως θα επιστρέψουμε πάλι στην πατρίδα μας. Αυτοί όμως μου απαντούσαν: «Αν δείς το σβέρκο σου, θα δείς και το Σοχούμ».
Από το 1949 ως το 1955 ήμουν στην εξορία στο Καζακστάν. Όλο τον καιρό εκείνο σκεφτόμουνα πότε θα γυρίσω στην πατρίδα και θα πάω πίσω στη Γερόντισσα. Το έτος 1955 απελευθερώθηκα και κατευθείαν επέστρεψα στην Γερόντισσα και έμεινα μαζί της δεκαπέντε ημέρες. Εκείνο τον καιρό πονούσα πάρα πολύ το πόδι μου, άνοιξε πληγή και έβγαινε πύον, πονούσα μέχρι το κόκκαλο του ποδιού. Αν δεν ήμουν τότε με τη Γερόντισσα οι γιατροί θα μου έκοβαν το πόδι. Η Γερόντισσα όμως με την ευχή της θεράπευσε το πόδι μου και μου είπε ότι η αρρώστια μου ήρθε από τους εχθρούς μου διά μέσου του μάγου. Τότε τη ρώτησα: «Και ποιός μου το έκανε αυτό»; «Ο Θεός σε γιάτρεψε και δεν χρειάζεται να ξέρεις ποιός το έκανε αυτό. Εκείνοι πάντως θα τιμωρηθούν γι’ αυτό» μου απάντησε.
Μετά την ανάρρωσή μου αποφάσισα να μείνω στη Γερόντισσα, αλλά εκείνη μου είπε: «Πήγαινε πίσω και άλλαξε τα πιστοποιητικά σου (Ελληνικό διαβατήριο σε Σοβιετικό), πάρε άδεια και όταν θα έρθεις τότε θα δούμε τί θα κάνουμε». Έτσι πήγα στο Καζακστάν, διαγράφηκα και μου έδωσαν άδεια για να γυρίσω πίσω, αλλά χωρίς το πιστοποιητικό, επειδή πολλοί με εμπόδιζαν και δεν κατάφερνα να αλλάξω το Ελληνικό διαβατήριο σε Σοβιετικό.
Το 1956 πήγα στη Γερόντισσα. Όταν συναντηθήκαμε και πήρα την ευχή της, μου είπε: «Είσαι μακάριος Χριστοφόρε, όπως εσύ κανείς δεν ήρθε εδώ». Εγώ σκεφτόμουνα γιατί μου λέει «όπως εσύ κανείς δεν ήρθε εδώ; τόσος κόσμος έρχεται εδώ». Φαίνεται ότι με αυτά τα λόγια η Γερόντισσα προφήτευσε ότι στο μέλλον θα γινόμουν μοναχός. Τότε, το 1956-57 ήμουν απασχολημένος με πολλές δουλιές και δεν σκεφτόμουν τον μοναχισμό.
Κάποτε την παρακάλεσα να μου επιτρέψει να της κτίσω καινούριο σπίτι. «Μόνος σου δεν μπορείς», μου είπε. Το 1957 κάηκε το παλιό της σπίτι. Με Έλληνες που ήρθαν από το Καζακστάν κτίσαμε ένα καινούριο. Κατά την οικοδομή του σπιτιού γίνονταν μεγάλα θαύματα.
Κοντά στο σπίτι υπήρχε μία πηγή. Το νερό της ήταν πολύ λίγο. Όταν οι εργάτες άρχισαν να κτίζουν το σπίτι η ροή του νερού εικοσαπλασιάστηκε, έγινε σαν το μέγεθος ενός δακτύλου. Θαύμα ήταν και το ότι οι δασοπόνοι έδωσαν άδεια για τα οικοδομικά υλικά. Όλοι σχεδόν και οι αρχές έδιναν βοήθεια.
Οι άνθρωποι από το χωριό Γεωργεύκα υποσχέθηκαν τα πέταυρα (λεπτά σανίδια επικάλυψης) για την στέγη. Ο καιρός όμως πέρασε και αυτοί ξέχασαν την υπόσχεσή τους. Όταν άρχισαν οι ανομβρίες τότε θυμήθηκαν την Γερόντισσα και την παρακάλεσαν να προσευχηθεί για να βρέξει. Μερικοί ήλθαν και της είπαν: «Γερόντισσα, όλη η σοδειά θα χαθεί. Ευχηθείτε για να βρέξει!». Αυτή δεν τους απάντησε. Τους είπε όμως: «Πηγαίνετε και να πείτε στα παλληκάρια που υποσχέθηκαν τα ξύλα της σκεπής να τα φέρουν. Τότε ίσως βρέξει». «Καλά, Γερόντισσα, θα τους το πούμε». Αυθημερόν έκανε προσευχή ζητώντας από τον Θεό βροχή. Αμέσως αστραποβρόντησε, έρριξε βροχή η οποία όμως σταμάτησε. Το γεγονός αυτό είναι σαν να τους έλεγε: «η βροχή είναι έτοιμη να έρθει, εκπληρώστε όμως και εσείς την υπόσχεσή σας». Τα παλληκάρια πήγαν στο δάσος. Μέχρι να βρούν τα κατάλληλα δένδρα και να ετοιμάσουν τα ξύλα της σκεπής πέρασαν είκοσι ημέρες. Εμείς βρήκαμε εν τώ μεταξύ άλλα ξύλα και σκεπάσαμε την μισή στέγη. Ξέραμε όμως από την Γερόντισσα Ελένη ότι δεν θα βρέξει αν δεν έλθουν τα ξύλα της σκεπής. Κάθε πρωί λέγαμε: «Δεν ήλθαν τα ξύλα, δεν έρχεται βροχή». Μία νύχτα, μετά τις είκοσι ημέρες, έπεσε ραγδαία βροχή. Εμείς απορούσαμε, επειδή δεν μας είχαν φέρει ακόμα τα ξύλα. Το πρωί ρωτήσαμε την Γερόντισσα: «Γιατί έβρεξε αφού ακόμα δεν έχουν φέρει τα ξύλα;». «Μάλλον θα μας τα φέρουν». Πράγματι, το μεσημέρι ήρθαν έξι άλογα φορτωμένα με τα ξύλα για την σκεπή. Την επόμενη νύχτα έβρεξε πολύ.
Κατά τη διάρκεια της οικοδομής μαζί με τον συνεργάτη μου πριονίζαμε τα σανίδια στο δάσος. Κάποτε, το πρωί, όταν η Γερόντισσα έκανε παράκληση για να βρέξει, είπα στον συνεργάτη μου: «Πάμε να πάρουμε τα αδιάβροχα, επειδή η Γερόντισσα Ελένη έκανε προσευχή και οπωσδήποτε θα βρέξει». Εκείνος απάντησε: «Δεν θα γίνει τίποτε, δεν θα μας χρειαστούν». Στενοχωρήθηκα. Πήγαμε χωρίς αδιάβροχα. Μόλις φτάσαμε στη δουλειά, δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτε γιατί ο ουρανός έγινε κατάμαυρος και έβρεξε καταρρακτωδώς. Τότε με τα σανίδια κάναμε ένα παράπηγμα και όλη την ημέρα μείναμε εκεί. Ο συνεργάτης μου μου είπε: «Χριστόφορε, είχες δίκαιο».
Όταν η οικοδομή είχε σχεδόν τελειώσει και μας έμειναν μόνο δύο διάδρομοι, παρακάλεσα τον δασοφύλακα να μου δώσει άδεια για να κόψω ακόμα μια δρύ. Εκείνος μου είπε «δέν μπορώ να το επιτρέψω γιατί ήδη έκοψες αρκετά δένδρα». Λυπήθηκα πολύ, γιατί οι διάδρομοι ήταν μισοχτισμένοι και όλοι οι μάστορες έφευγαν. Πήγα στη Γερόντισσα και της παραπονέθηκα: «Γερόντισσα, ο διάδρομος είναι ατελής και ο δασοφύλακας δεν μου επιτρέπει να κόψω το δένδρο. Τί να κάνουμε;». Αυτή με κοίταξε, αλλά δεν μου είπε τίποτε. Την ίδια νύχτα, γύρω στις 11, από το βουνό ακούστηκε μεγάλος κρότος. Όλοι φοβηθήκαμε πολύ και νομίσαμε ότι πέφτουν βράχοι απ’ το βουνό, και θα μας σκοτώσουν όλους. Το πρωί ξύπνησα νωρίς και πήγα να μάθω, τί θόρυβος ήταν αυτός. Δίπλα στο σπίτι βρήκα ένα μεγάλο δρύϊνο δένδρο, το οποίο ξεριζώθηκε από το βουνό, και βρισκόταν εκεί σαν να το μετέφεραν με τρακτέρ. Χάρηκα πολύ, αμέσως πήγα στη Γερόντισσα και της είπα· «Γερόντισσα, ο Θεός μας έστειλε το δένδρο». Εκείνη, μου απάντησε· «Νά, βλέπεις; Εσύ όμως θλιβόσουν».
Τον χειμώνα του 1957, η Γερόντισσα μου έδωσε ευλογία για να μείνω στην έρημο, 15 χλμ. πάνω στα βουνά, στο ξηροπόταμο. Εκεί έμεναν οι μοναχοί Ονησιφόρος και Παχώμιος (ήταν και ένας ιερομόναχος ο Θεόδουλος, που πέθανε). Κοντά τους ήταν άδεια κελλιά, όπου και εγκαταστάθηκα και πέρασα τον χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι. Εκεί έκανα ένα μικρό λαχανόκηπο, και φύτεψα πατάτες. Μετά το ξεχορτάριασμα, επέστρεψα στις Γερόντισσες και δούλευα εκεί. Έχτιζα συμπληρωματικά, σοβάτιζα και με τις πέτρες έκανα πεζούλια. Όταν οι πατάτες άνθισαν, έκανα δεύτερο ξεχορτάριασμα και το παράχωμα, επειδή ήταν ανομβρία. Είχα λογισμό να πάω στη Γερόντισσα και να την παρακαλέσω να κάνει προσευχή για να βρέξει. Έτσι και έκανα. Πήγα εκεί το μεσημέρι και όταν πήρα ευχή, με ρώτησε: «Χριστόφορε, πώς πάτε εκεί;». Εγώ απάντησα: «Με την ευχή σας Γερόντισσα, όλα είναι καλά, η σοδειά μας είναι καλή· οι πατάτες ανθίζουν, αλλά δεν βρέχει και όπως φαίνεται, όλα θα χαθούν. Να εύχεσθε, Γερόντισσα Ελένη, για να βρέξει». Αυτή, με ρώτησε· «Μα δεν έβρεξε σε σάς; Εδώ όμως έβρεξε».Ύστερα έκανε το σταυρό της και είπε: «Κύριε, δώσε τους βροχή, για να έχουν καλή τη σοδειά τους». Εκείνη τη στιγμή, ο καιρός ήταν καλός, αλλά σε 20 λεπτά, άρχισε να βρέχει δυνατά και παρόμοια βροχή δεν είχε γίνει. Εγώ, απευθύνθηκα στη Γερόντισσα: «Γερόντισσα, τί είναι αυτό; κάθε μέρα βρέχει και βρέχει· οι πατάτες μας θα χαλάσουν από το πολύ νερό· τώρα κάνε προσευχή, σας παρακαλώ, να σταματήσει η βροχή». Ήταν κιόλας βράδυ, και η Γερόντισσα έκανε το σταυρό της, με τα λόγια: «Κύριε, μας έδωσες την βροχή, ακόμη και οι δρόμοι έγιναν λασπωμένοι, τώρα δώσε μας την καλοκαιρία, για να έχουν την καλή σοδειά τους». Σιγά σιγά ο ουρανός άνοιξε και το πρωί ήταν καλοκαιρία.

πηγή: Πνευματικά Θησαυρίσματα

Αρέσει σε %d bloggers: