Η τελευταία αγωνία της… Νουσρέτ-χανούμ (=Μυρσίνη Καψάλη)

Ο ήλιος μεσουρανούσε όταν έφθασαν στο σταθμό του τραίνου. Ζέστη αφόρητη. Κάθισαν σε μια σκιερή άκρη του σταθμού. Έβγαλαν από τα μπογαλάκια τους λίγο ψωμοτύρι κι άρχισαν να τρώνε για να κοπάσουν την πείνα τους.
Από το πλοίο είχαν ξεμπαρκάρει πολλοί επιβάτες. Είχε τελειώσει η αποβίβαση όταν ένας Τούρκος αξιωματικός, καβαλάρης, κρατώντας κάτι χαρτιά στο χέρι, στάθηκε στο σημείο που κάθονταν οι κοπέλες και ρώτησε.
– Ποιές είναι οι δεκαοχτώ που γίνανε τουρκάλες;
Του απάντησε η γυναίκα του αξιωματικού που τις συνόδευε:
– Αυτές είναι. Γιατί ρωτάτε;
– Εσένα τί σ’ ενδιαφέρει; αποκρίθηκε ο Τούρκος απότομα.
– Μ’ ενδιαφέρει και πολύ, τον αποστόμωσε η τολμηρή κυρία. Αν γίνανε τουρκάλες δεν γίνανε από το καλό τους θέλημα. Γίνανε από το φόβο τους για να γλυτώσουν από το σπαθί και την ατίμωση. Κι εσύ μπορεί να είσαι Τούρκος. Όμως, αν κινδυνεύεις να σε σφάξουν και σου πουν ότι αν γίνεις Βασίλης θα σωθείς, τότε αμέσως θα δεχθείς για να γλυτώσεις.
Αγρίεψε ο Τούρκος.
-Μην παραμιλάς -ξεφώνισε- μην σε πάρω κι εσένα. Κι αποτεινόμενος στις κοπέλες τις διέταξε να σηκωθούν και να τον ακολουθήσουν.
Κρύος ιδρώτας τις περιέλουσε. Σηκώθηκαν αμέσως όρθιες, πήραν τα μπογαλάκια τους στα χέρια και τον ακλούθησαν, ρίχνοντας ένα απελπισμένο ικετευτικό βλέμμα στις κυρίες της συντροφιάς τους. Η Σουλτάνα τόλμησε να τις πει ψιθυριστά φεύγοντας:
Για όνομα του Θεού, μην μας αφήσετε… Λυπηθείτε μας, θα μας σφάξουν.
Τις καθησύχασαν με ενθαρρυντικό βλέμμα οι κυρίες. Με τη ψυχή βουρκωμένη οι δύστυχες γυναίκες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο.
– Δωμάτιο άδειο δεν υπάρχει για τις κοπέλες, είπε ο ξενοδόχος. Αν θέλουν μπορούν να μείνουν στον κήπο.
– Μα και το βαπόρι δεν έχει θέση για σας, πρόσθεσε ο αξιωματικός που τις συνόδευσε. Μεθαύριο θα φύγετε εσείς, με άλλο βαπόρι.
Στο άκουσμα αυτό, τα κορίτσια έβαλαν το κεφάλι κάτω και κούρνιασαν σε μια γωνιά του κήπου κάτω από ένα υπόστεγο. Σιωπηλές, αμίλητες, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Το μυαλό τους είχε θολώσει. Μια μόνο σκέψη κυριαρχούσε μέσα τους ο θάνατος, η τιμωρία τους από τους Τούρκους, τώρα που αποδείχτηκε ότι δεν τούρκεψαν από πίστη προς το Μωάμεθ, αλλά για να γλυτώσουν το κεφάλι τους. Η θλίψη ήταν τόσο αποτυπωμένη στα χλωμά τους πρόσωπα, που μερικοί από τους πελάτες του ξενοδοχείου κι άλλοι περαστικοί από το δρόμο, βλέποντάς τες σ’ αυτά τα χάλια, τις λυπόνταν και προσπαθούσαν με παρήγορα λόγια να τονώσουν το τσακισμένο τους ηθικό:
– Μην φοβόσαστε, κορίτσια, δεν θα σας χαλάσουν, τις έλεγαν με συμπόνια.
Ο ήλιος σαν κουρασμένος στρατοκόπος προχωρούσε αργά προς τη δύση. Νηστικές από το πρωί οι κοπέλες, ταλαιπωρημένες, είχαν κλείσει τα μάτια τους κι είχαν αφεθεί ολοκληρωτικά στη βουλή του Θεού. Πότε-πότε σάλευαν ελαφρά τα πικραμένα τους χείλια για να ψελλίσουν μια θερμή ικεσία προς το Χριστό και την φιλεύσπλαχνη Μητέρα του… Για μια στιγμή, τις πλησίασε ο αξιωματικός που τις είχε συνοδεύσει και τις είπε:
– Θα φροντίσω να σας τακτοποιήσω σε δωμάτιο μέσα στο ξενοδοχείο.
Τα τελευταία αυτά λόγια τις έκαναν να καταλάβουν ότι δεν είχαν σκοπό να τις επιτρέψουν να φύγουν στην Ελλάδα. Οι απειλές και τα πικρά λόγια του άνδρα της Σουλτάνας ζωντάνεψαν στη μνήμη τους: «Ούτε το κομμάτι σας δεν θ’ αφήσω να φύγει από δω».
– Αυτός ενεργεί ο αθεόφοβος, ψέλλισε η Σουλτάνα. Και πράγματι εκείνος ενεργούσε!… Ποιός ξέρει αν τόκανε αυτό από αγάπη προς τη γυναίκα του ή από πείσμα να την εκδικηθεί που θέλησε να τον εγκαταλείψει.
Όμως και οι γυναίκες των αξιωματικών δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια. Όταν μπήκαν στο πλοίο εξιστόρησαν στον καπετάνιο την τραγική κατάσταση των δεκαοχτώ τουρκεμένων Ελληνίδων, το αναγκαστικό τούρκεμά τους για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Τώρα, αν απομείνουν στην Τουρκία, ο θάνατος γι’ αυτές είναι αναπόφευκτος, του είπε με δάκρυα στα μάτια η καλόκαρδη κυρία, που από την αρχή τις είχε τόσο συμπαρασταθεί.
Αμέσως ο καπετάνιος τηλεγράφησε στις τουρκικές Αρχές: « Εάν δεν μας παραδώσετε τις δεκαοχτώ κοπέλες, θα σας κρατήσουμε τους διπλούς αιχμαλώτους».
Το θαύμα έγινε. Το σούρουπο είχε σβήσει. Τα πρώτα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό όταν ένας καβαλάρης αξιωματικός όρμησε στον κήπο του ξενοδοχείου. Στάθηκε μπροστά στις κοπέλες, που τον κοίταξαν έντρομες και τις είπε επιτακτικά:
– Σηκωθείτε επάνω.
«Πού θα μας πάγει άραγε; Μήπως ήλθε το τέλος μας;», σκέφθηκαν.
Σηκώθηκαν αμέσως. Τα γόνατα τους λύγιζαν.
– Ακολουθείστε με, ξανάπε ο αξιωματικός.
Τον ακολούθησαν. Εκείνος καβάλα σε άλογο, εκείνες πεζές. Βγήκαν από τον κήπο και προχώρησαν κατά μήκος του δρόμου. Προσπαθούσαν οι, κοπέλες μ’ όσες δυνάμεις τις είχαν απομείνει να προφταίνουν τ’ άλογο που κάλπαζε. Έτρεχαν και τα παιδιά μαζί τους. Όταν όμως αντίκρισαν από μακρυά τη θάλασσα και κατάλαβαν ότι πήγαιναν στο λιμάνι, η ολοφώτεινη εικόνα της λευτεριάς έλαμψε μπροστά στα μάτια τους. Η σβησμένη ως τότε ελπίδα φούντωσε μέσα τους, δρόσισε σαν ζωογόνος αύρα την πυρακτωμένη από τον πόνο ψυχή τους, τόνωσε τα τρεμάμενα πόδια τους. Άρχισαν να τρέχουν με τόση δύναμη, που ξεπερνούσαν και το άλογο.
-Τρέχετε τώρα, γκιαούρισσες;… Τρέχετε τώρα, ε;… Τρέχετε; έλεγε ο αξιωματικός κοιτάζοντας τες με βλοσυρό βλέμμα.
Αμίλητες οι κοπέλες έτρεχαν πίσω του… φτερά λες κι είχαν τα πόδια τους, ώσπου έφθασαν στο λιμάνι.
Οι παλμοί της καρδιάς τους πολλαπλασιάστηκαν όταν αντίκρισαν το πλοίο. Ήταν αραγμένο στ’ ανοιχτά. Στάθηκαν στην προβλήτα. Έτρεμαν στη σκέψη πως μπορούσαν οι Τούρκοι να εμπόδιζαν την αναχώρηση τους έστω και την τελευταία στιγμή. Κι έριχναν βλέμματα ικετευτικά στον αξιωματικό, που τις κοιτούσε σοβαρός κι αμίλητος. Πέρασαν μερικά λεπτά αγωνίας που φάνηκαν αιώνες. Η καρδιά τους φτεροκοπούσε στο στήθος τους λες κι ήθελε να σπάσει. Λέξη δεν έβγαινε από το στόμα τους.
Τότε ο αξιωματικός τις είπε απότομα:
– Εμπρός, γκιαούρισσες, μπείτε στη μαούνα για να πάτε στο πλοίο.
Τον κοίταξαν για μια στιγμή σαν χαμένες. Ήταν αλήθεια ή ήταν όνειρο;…
Κατάλαβε εκείνος κι άλλαξε ύφος. Τις χαμογέλασε. Του χαμογέλασαν κι αυτές ψιθυρίζοντας:
-Τεσεκιούρ εντέριμ[1]… Τεσεκιούρ εντέριμ. Τσόκ γιασαγινίζ[2]! Καί με σβελτάδα ελαφιού πήδησαν μέσα στη μαούνα.

Σημειώσεις:

1. τεσεκιούρ εντέριμ < (τουρκ.) teșekkür ederim = ευχαρι¬στία· προσφέρω ευχαριστίες, ευχαριστώ.
2. τσόκ γιασα(γ)ινίζ < (τουρκ.) çok yașa.y.iniz = πολύ, πολλά χρόνια να ζήσετε!

πηγή: Βασιλικής Ράλλη, «Ο Γολγοθάς του Ελληνισμού της Ανατολής – Αληθινές ιστορίες από την Καταστροφή, Μυρσίνη Καψάλη – Η τουρκεμένη Ελληνοπούλα Νουσρέτ-χανούμ. Η τελευταία αγωνία», Εκδόσεις Άγιος Αρσένιος, α’ έκδοση, Μάιος 2007, Ιερόν Ησυχαστήριον «Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης», Βατοπαίδι Χαλκιδικής.

Αρέσει σε %d bloggers: