Και διηγώντας τα… (μέρος 2ο – τελευταίο), πλησιάζουμε…


Μητροπολίτου Προικοννήσου, Ιωσήφ

Αυθημερόν ακόμα μια μεγάλη ευλογία! Στο Πατριαρχείο είχαμε τη χαρά και την τιμή να συναντήσουμε τον πολυσέβαστο Σχολάρχη της γεραράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία επί πολλές δεκαετίες γαλούχησε με τα καθαρά νάματα της Ορθόδοξης Θεολογίας γενιές ολόκληρες θεολόγων και στελέχωσε με άξια και λαμπρά στελέχη την Εκκλησία, Σ’ έναν τέτοιο ιεράρχη, που τον διακρίνει όχι μόνο πλούτος αξιοζήλευτος μουσών και σοφίας και ευγένειας, αλλά και διάθεση φιλοξενίας και φιλάδελφη γνώμη σπανιότατη, δεν μπορείς παρά να κάμεις υπακοή και να δεχθείς την πρόσκλησή του την τιμητική για επίσκεψη και προσκύνημα της Σχολής και της Μονής της Χάλκης! Έτσι, τ’ απόγευμα το βαπορέττο της γραμμής μας αποβιβάζει στο τρίτο από τα Πριγκιπόννησα… Χορταίνει πράσινο το μάτι κι άρωμα πεύκου η όσφρηση, και χαίρεται η ψυχή την αρχοντιά και την καθαριότητα της πόλης. Όχι! Δεν είναι τούρκικο εδώ το περιβάλλον! Είναι ρωμαίικο, κι ας έχουν φύγει οι Ρωμηοί! Μόνο η λαλιά που ακούγεται και κάποιοι μιναρέδες που αραιά και που δίνουν, λαθραία θάλεγες. το παρόν τους μέσα από τα πεύκα, σε προσγειώνουν στη δυσάρεστη πραγματικότητα… Στο ύψωμα επάνω, στην κορυφή του λόφου της Ελπίδας, δεσπόζει η Μονή της Αγίας Τριάδος με της παλαίφατης Σχολής τα επιβλητικά οικήματα. Στέμμα αληθινό, που στέφει και στολίζει την καταπράσινη  κεφαλή της πολυθέλγητρης Πριγκίπισσας!… Φθάνεις στους ιερούς περιβόλους με καρδιά παλλόμενη από ξεχωριστή συγκίνηση. Σε υποδέχονται κήποι πολύανθοι που τους περιποιείται με ποιητική ευαισθησία η φιλοκαλία του Σχολάρχη και σε εκπλήττει η αστραφτερή καθαριότητα των μεγαλόπρεπων κτηρίων της Σχολής. Τίποτε δεν μυρίζει νέκρα ή ερήμωση. Σου δίδεται η εντύπωση πως οι ευέλπιδες της Εκκλησίας θάχουν κατέβει στο Καθολικό για να υμνήσουν την υπέρθεο Τριάδα! Μα όταν φθάσεις στο Ναό και σε υποδεχθεί η «εκκωφαντική σιωπή» της ανθρώπινης απουσίας, σε ζώνουν τα φίδια! -Μήπως πηγαίνουν κάποιο κοντινό περίπατο, ή μήπως;… Παλεύεις με τον εαυτό σου για να τον πείσεις να δεχθεί την οδυνηρή αλήθεια! Ναι!.. Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει!.. Δεν πρόκειται να τους ακούσεις, ούτε να τους δεις, γιατί, απλούστατα, δεν υπάρχουν! (Αναστεναγμός τρίτος, βαθύτατος…). Σε ξεγέλασε η καθαριότητα, η ευταξία και η φιλόπονη αεικινησία του υπηρετικού προσωπικού! Σε ξεγέλασε η ζεστή παρουσία του αγίου Σταυρουπόλεως, που γεμίζει και ημερεύει τα πάντα μέσα εκεί. Κι όταν αντιληφθείς την πλάνη σου γονατίζεις εκεί δα, μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας της Καμαριώτισσας, της «γλυκοσιωπούσας» και… δεν της λες τίποτα! Βρέχεις μόνο τα κράσπεδα των ιματίων της με δάκρυα καρδιοστάλακτα κι αφήνεις τη σιωπή, τη γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, να της πει όσα η γλώσσα η σάρκινη, η ανεπαρκής, δεν μπορεί!…
Στο χώρο γύρω απ’ τον Ναό αναπαύονται τα πολυσέβαστα σκηνώματα τριών Πατριαρχών, Κωνσταντίνου του Ε’, Κυρίλλου του Ζ’ και Νεοφύτου του Η’, διαφόρων διαπρεπών Ιεραρχών, Καθηγητών κι Ευεργετών της Σχολής. Αναπαύονται σε μνήματα φροντισμένα μ’ ευγνωμοσύνη και προσδοκούν την άγια ώρα (θάρθει άραγε;) που ιερές φωνές και σεμνά νεανικά γέλια θα δώσουν ξανά ζωή στο ιερό χαλκείο της αρετής και της κατά Θεόν φιλοσοφίας!
Πολλά μπορεί να πει κανείς με τον Σχολάρχη στην ηρεμία του Χαλκίτικου βραδυνού. Πολλά ν’ ακούσει και περισσότερα να διδαχθεί απ’ της καρδιάς του το περίσσευμα και της σοφίας του τον πλούτο· απ’ το ανθρώπινο παράδειγμά του!… Ένα «ευχαριστώ» είναι εντελώς φτωχό, Μάξιμε, σεβάσμιε Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως, ψυχή της Χάλκης!…
Κατηφορίζοντας το πρωί για το λιμάνι, το μάτι υγρό γυρίζει επίμονα και καρφώνεται μια στον Σχολάρχη, που με περίσσια κι ανυπόκριτη αγάπη μας ξεπροβοδίζει μ’ ασπασμούς και ευλογίες επισκοπικές και στέκεται ακόμα με αρχοντική ευγένεια έξω από τον πυλώνα, και μια στα άδεια κτήρια τα τρισέβαστα, που τα στολίζει ο Σταυρός και τα περιθριγκώνουν(περικυκλώνουν) νοερά Άγγελοι Κυρίου Παντοκράτορος!… Όμως πρέπει να φύγουμε, γιατί μας περιμένει πια το πολυθρήνητο ατιμασμένο σέβασμά μας, το σύμβολο του ανατολικού Χριστιανισμού, η Αγιά Σοφιά!
Την ξεχωρίζουμε από μακριά τη Μεγάλη Εκκλησιά μας και τη διακρίνουμε από το παρέκει ανεπιτυχές αντίγραφό της, το λεγόμενο Μπλε Τζαμί, από τον αριθμό των… μιναρέδων(!) της. Έχει τέσσερεις, ενώ εκείνο έξι! Ο Σουλτάνος είχε ζητήσει «αλτίν», δηλ.χρυσούς, μιναρέδες, αλλά ο αρχιτέκτονας άκουσε «αλτί», δηλαδή έξι, εξ ου και το …περίσσευμα!
Πλησιάζουμε… Κάποια ταραχή, κάποια ταχυπαλμία κάποιοι κόμποι στο λαιμό κάνουν την εμφάνισή τους. Στο νου έρχονται οι στίχοι: «… Πήραν και την Αγιά-Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι, πούχει τρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες· κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος!..» Και βλέποντας το Μέγα Μοναστήρι με μιναρέδες και μισοφέγγαρα, σαν άνθρωπο που του άλλαξαν βίαια το φύλο, σε πιάνει ναυτία. Δεν μπορείς να προχωρήσεις. Οι αναστεναγμοί πολλοί, αλλεπάλληλοι…). Κάθεσαι λίγο έξω στην αυλή, στα σκαλοπάτια του αναστηλωμένου αρχαίου άμβωνα ή στα καθίσματα παρακείμενου κηποκαφενείου για να συνέλθεις· να κάμεις κουράγιο και να πάρεις την απόφαση να μπεις. Πρέπει να μπεις! Κάνοντας την καρδιά σου πέτρα, πνίγοντας τους λυγμούς σου, επιστρατεύοντας κάθε ψυχική δύναμη αυτοκυριαρχίας…«Εισελεύσομαι εις τον οίκον Σου, προσκυνήσω προς ναόν άγιόν Σου εν φόβω Σου, Κύριε!,.,» (Ψαλμ. 5: 8). Βάστα καρδιά μου!… Μαζί μου συνεισέρχονται ένα πλήθος τουρίστες, Γερμανοί κυρίως, ανευλαβείς, μισό-γυμνοι, κρύοι. Τί να νιώσει η ψυχή τους ετούτων! Δεν διστάζω να σταυροκοπηθώ. «Η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός, ευλόγησον την είσοδόν μου και ελέησόν με». Δεν με προσέχει κανένας. Το προσωπικό του «Μουσείου» πουλάει βιβλία, διαφάνειες, κάρτ-ποστάλ. Αριστερά στον εξωνάρθηκα διακρίνω την Φιάλη του αγιασμού. Σιμώνω και την προσκυνώ κατάστεγνη. Γυρεύω με αφέλεια την καρκινική επιγραφή. Δεν υπάρχει! Πανε τόσοι αιώνες πια, που στο χώρο τούτο δεν νίβονται ούτε ανομήματα, ούτε όψεις!…
Δεν τολμώ να διασκελίσω τη μεσαία, τη βασιλική πύλη! Ας το τολμά η αυθάδεια άλλων. Η πόλη αυτή ήταν για Ιουστινιανούς, για Φωκάδες, για Βουλγαροκτόνους, για Κομνηνούς, για Παλαιολόγους· για Φώτιους, για Ιγνάτιους, για Πρόκλους, για Κηρουλαρίους!… Μπαίνω από τη νότια πύλη. Κόσμος πολύς πηγαινοέρ¬χεται. Άλλοι με δέος κι άλλοι αδιάφοροι. Θαυμάζουν, θαμπώνονται, μουρμουρίζουν… Πιο κει ένα ξεδιάντροπο ζευγάρι χαριεντίζεται αναιδέστατα. Θεέ μου, ας μην ήμουν πάπας μόνο για πέντε λεπτά, να μη φεισθώ βακτηρίας! (Ήμαρτον, Κύριε  μ’ έπιασε το κρητικό μου! – αλλά τέτοια πλευρά θαρρώ πως χρειάζονται κάποτε ένα γερό …μέτρημα!).
Στο βάθος κάποτε υπήρχε το Ιερό. Αναρίθμητες φορές η φρικτή θυσία του Γολγοθά επαναλήφθηκε αναίμακτα εκεί. Άλλες τόσες το Πνεύμα το Άγιο κατέβηκε κι άγιασε ψυχές, σώματα, πράγματα, χώρους, ώρες! Το δάπεδο εκεί μπροστά που κάποτε στεκόταν το Θυσιαστήριο, είναι ποτισμένο με κρουνούς δακρύων ευλαβών Λειτουργών όλων των βαθμών. Λίγο πιο μπρος, δεξιά και ζερβά, κάποτε, δάσκαλοι μεγάλοι της αγγελοδίδακτης εκκλη¬σιαστικής μας μουσικής, με χορούς πειθαρχημένους και κανονάρχες αεικίνητους, έψαλλαν τα μεγαλεία του Θεού με άσματα αντάξια του, σε ύφος ανδροπρεπές, με ύμνους ψυχόβγαλτους, κατανυκτικούς χωρίς άτακτες βοές κι ανόητους «βεντετισμούς»· με σεμνότητα, αλλά και πάθος. Λίγο πιο ‘δω ήταν ο θρόνος ο βασιλικός. Αντίκρυ ο του Πατριάρχη. «Ψάλλει δεξιά ο βασιλιάς, ζερβά ο Πατριάρχης…».
Πόσα «άξιος!» και πόσοι «πολυχρονισμοί» να δόνησαν ετούτο τον αγέρα! Πόσες χειροτονίες θεοπρόβλητες και πόσες ενθρονίσεις διαδόχων των Αγίων Αποστόλων και πόσες στέψεις και χρίσεις ευσεβών Αυτοκρατόρων νάγιναν εδώ! Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου!… Κάπου στο κέντρο του Ναού ήταν ο άμβωνας· το ιερό διδασκαλείο του Ευαγγελίου. Σήμερα δεν υπάρχει πια εδώ. Κάποια κομμάτια του, συμπληρωμένα με τσιμέντο, στέκονται έξω, απέναντι από τη δυτική είσοδο του Ναού. Πόσες δεήσεις, πόσα «δόξα», πόσα «ωσαννά» και πόσα «αλληλούια» ν’ άγιασαν τον πανσεβάσμιο τούτο χώρο! Πόσα όσια χέρια να υψώθηκαν προς το Θεό των όλων εδώ μέσα! Πόσες ψυχές αιχμάλωτες της αμαρτίας να βρή¬κανε τη λύτρωση σε τούτο το Ναό! Πόσες φορές η Χάρη του Θεού «η σωτήριος πάσιν ανθρώποις» (Τίτ. 2: 11) να κινήθηκε σε θαύματα, σε θεραπείες, σε διορθώσεις, σε απαλλαγές, σε ιάματα σωμάτων και ψυχών! Πόσα δάκρυα να μεταστράφηκαν εδώ σε σεμνά χαμόγελα άγιας χαράς! Πόσοι στεναγμοί να μεταβλήθηκαν σε ύμνους αγαλλίασης! Πόσες ψυχές να βρήκαν το Θεό τους εδώ μέσα! Πόσες φορές σε τούτη την ισοστάσια του ουρανού εκκλησιά μας οι Άγγελοι να στάθηκαν μάρτυρες αψευδείς θείας συνουσίας ψυχών που ζητούσαν τον Κύριο και ανακράσεως υπερφυούς θείου και ανθρωπίνου!…Υπάρχουν κάποια ψηφιδωτά αποκαλυμμένα εδώ κι εκεί (από Αμερικανούς -αν δεν γελιέμαι- αρχαιολόγους). Αμίμητα αριστουργήματα που μόνο νόες ανεβασμένοι πάνω από τη σάρκα, πάνω από τα γήινα, νόες κεκαθαρμένοι και θεοειδείς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν. Παντοκράτωρ, Παντάνασσα, Άγγελοι, Χρυσόστομος, Μεγάλος Κωνσταντίνος, Ιουστινιανός… Υπάρχουν ίσα-ίσα για να σε πληγώνουν… Τις μεγάλες επιφάνειες τις καλύπτουν ακόμα τα επιχρίσματα των Οθωμανών. Τέσσερις τεράστιες στρογγυλές επιφάνειες γεμάτες αποκρουστικά ορνιθοσκαλίσματα απ’ το Κοράνι κρέμονται χαμηλά κάτω από τον τρούλο, «ήλος(καρφί) κατακάρδιος» για κάθε Χριστιανό… «Βαβαί της συμφοράς, φευ του φρι¬κώδους τέρατος! Οίμοι, τί γεγόναμεν. Αι-αι τί είδαμε; Τούρκος εν τω αγίω θυσιαστηρίω… Φρίξον ήλιε!… Όντως εις κίβδηλον ελογίσθημεν. Η λατρεία ημών εις ουδέν ελογίσθη τοις έθνεσι. Δια τας αμαρτίας ημών ο επ’ ονόματι της του Θεού-Λόγου Σοφίας ανοικοδομηθείς ναός και τέμενος της Αγίας Τριάδος, ονομαζόμενος και Μεγάλη Εκκλησία και Νέα Σιών, σήμερον βωμός βαρβάρων και οίκος του Μωάμεθ επεκλήθη και γέγονεν! »(Δούκα Μ. Βυζαντινοτουρκική ιστορία)… Θρηνεί ο Δούκας, θρηνώ κι εγώ!…
Κλείνω τα μάτια. Δεν αντέχω άλλο. Σωριάζομαι πίσω από έναν κίονα κάπου στ’ αριστερά και -τί άλλο;- κλαίω! Κλαίω βουβά, με αξιοπρέπεια. Κι όταν τα δάκρυα λένε να σταματήσουν, αρχίζω να σιγοψάλλω τον θρηνητικό ύμνο που ψάλλεται στο ξόδι της Ζωής τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ: «Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του Ναού διαρραγέν τω του Σωτήρος θανάτω ο Ιωσήφ θεασάμενος…» Ναι! Μεγάλη Παρασκευή έχω σήμερα! Και στο εστιατόριο το βράδυ θα ζητήσω να μου δώσουν λίγο ξίδι να πιώ, όπως έκαναν τέτοια μέρα στο χωριό μου οι παππούδες μου… Φεύγω. Δεν αντέχω την αγκούσα που με έπιασε εδώ, σ’ ένα χώρο, όπου κάποτε η ψυχή άνοιγε, φωτιζόταν, χαιρότανε, λυτρωνόταν μέσα σε δαψιλή και ομβροτοκία(δυνατή βροχή). Φεύγω σαν κυνηγημένος από ένα χώρο που κάποτε ήταν σπίτι μου! Σπίτι κάθε ανθρώπου που ζητούσε το Θεό. Δεν ξέρω αν θα τολμήσω να ξανα¬οδηγήσω τα βήματά μου εδώ. Αν θα βρω το κουράγιο να το κάμω…
Δεν μείναμε στην Πόλη περισσότερο. Πήγαμε στην Ελενούπολη (Γιάλοβα τη λένε οι κατέχοντες), στη Νικομήδεια (Ιζμίτ για τους Τούρκους), στην Προύσα. στη Μαγνησία, στη Σμύρνη, στην Έφεσο, στη Μενεμένη, στην Πέργαμο, στο Αϊβαλή του Κόντογλου, στα Δαρδανέλια. Αλωνίσαμε την Αιολική και την Ιωνική γη. Τις λατρεμένες, τις αξέχαστες Πατρίδες!… Μα, δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Όχι γιατί δεν θάχατε την υπομονή να με υποστείτε, μα γιατί ο πόνος της ψυχής μου δε μ’ αφήνει να συνεχίσω, τώρα τουλάχιστον, τη θρηνητική μου εξιστόρηση…

Αρέσει σε %d bloggers: