Κριτική του νέου Λυκείου, του Ιωάννη Κ. Αγγελόπουλου

Έξοδος από το Λύκειο Condorcet. Έργο του Jean Béraud 1903

του Δρ Ιωάννη Κ. Αγγελόπουλου, Θεολόγου – Διευθυντή Λυκείου

Διαβάσαμε το σχέδιο προγράμματος για το νέο Λύκειο στον τύπο (Καθημερινή 2.10.2010) και στο διαδίκτυο. Καταθέτομε κατωτέρω κάποια ερωτήματα και κάποιους προβληματισμούς μας σχετικά με τον προτεινόμενο σχεδιασμό ενός νέου τύπου Λυκείου:

1. Ποιό είναι το όραμα για την εγκύκλιο παιδεία της ελληνικής κοινωνίας; Δηλαδή, τί θέλομε να γνωρίζη, αλλά και τί χαρακτήρα θέλομε να έχη διαμορφώση ο νέος αποφοιτώντας από το Λύκειο; Από αυτό το θεμελιώδες ερώτημα θα εξαρτηθούν το ποιά και πόσα μαθήματα μπορούν να συμβάλλουν στην επίτευξι αυτού του στόχου.

2. Εξαρτόμαστε ως προς τον σχεδιασμό του νέου σχολείου και σε ποιό βαθμό από την απαίτησι και την διεκδίκησι των διαφόρων επιστημονικών κλάδων για απορρόφησι του προσωπικού τους στην ελληνική εκπαίδευσι; Δηλαδή διαμορφώνομε το πρόγραμμα σπουδών με βάση του ποιές και πόσες ειδικότητες καθηγητών διαθέτομε, προσπαθώντας να ισορροπήσουμε τις πιθανές αντιδράσεις ή θέτομε σε δεύτερη μοίρα το διδακτικό προσωπικό στοχεύοντας πρωτευόντως για την κάλυψι των αναγκών των σημερινών και των αυριανών μαθητών; Η απάντησις σε αυτό το ερώτημα θα αποσαφηνίση εάν μάς ενδιαφέρει περισσότερο η παιδεία των νέων ή η πολιτική διαχείρισις του τεραστίου όγκου (καί συνεχώς αυξανομένου) του διδακτικού προσωπικού.

3. Το επόμενο ερώτημα πού θα πρέπει να απαντήση η «επιτροπή των σοφών», η οποία ενεπνεύσθη το σχέδιο για το νέο Λύκειο είναι: τί σχέσι θα έχει το νέο πρόγραμμα σπουδών με την παράδοσι του γένους μας, εάν βεβαίως θεωρούμε ακόμη ότι το ελληνικό σχολείο απευθύνεται και σε Έλληνες. Ένα σχολείο αποκομμένο από τις ρίζες της παραδόσεώς μας, σταθερά προσανατολισμένο στην αγγλική γλώσσα (κι όχι γενικώς στις ξένες γλώσσες), στην αρχαιογνωσία (κι όχι και στην βυζαντινή και μεταβυζαντινή προέκτασή της), στην αποβολή των μαθημάτων των θρησκευτικών και της ιστορίας από τα μαθήματα κορμού. Να σημειώσουμε ότι η πλέον πρόσφατη δημοσκόπηση της ελληνικής κοινωνίας απαιτούσε με 68% την υποχρεωτική διδασκαλία των θρησκευτικών στο σχολείο.

4. Το τέταρτο ζήτημα είναι πρακτικής φύσεως: οι συντάκτες του σχεδίου παραθεωρούν το πώς λειτουργούν τα σχολεία και το πώς σκέπτονται οι μαθητές. Και σήμερα στο Λύκειο υπάρχουν επιλεγόμενα μαθήματα. Στην Γ’ Λυκείου, μάλιστα, οι μαθητές καλούνται να επιλέξουν ένα (1) μάθημα από ένα μακρύ κατάλογο με δεκαεπτά (17) επιλογές. Στην πράξι επιλέγουν δύο μή εξεταζόμενα τον Ιούνιο μαθήματα (Εφαρμογές υπολογιστών και Πολυμέσα – δίκτυα) και τις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας, μάθημα αυξημένης βαρύτητος για το πέμπτο επιστημονικό πεδίο. Εάν υπολογίση κάποιος ότι σε ένα μεσαίου μεγέθους Λύκειο θα πραγματοποιηθούν μόνον ένα από τα προβλεπόμενα μαθήματα των έξι ομάδων θα χρειασθούν έξι αίθουσες για την Β’ τάξι και άλλες έξι για την Γ’ τάξι. Σύνολο 12 αιθουσών χωρίς να υπολογίζομε και τις αίθουσες των τμημάτων της Α’ τάξεως. Πόσα σχολεία στην επικράτεια τις διαθέτουν;

5. Το κυριώτερο, όμως, μειονέκτημα του σχεδίου προγράμματος για το νέο Λύκειο είναι η υπολανθάνουσα νοοτροπία του. Δήθεν δίνομε την δυνατότητα επιλογής στους μαθητές και θεωρούμε ότι με αυτόν τον τρόπο θα κάνομε πιο ελκυστικό το σχολείο στον μαθητή. Αγνοούν οι συντάκτες του σχεδίου την ψυχολογία του μαθητού. Αφ’ ενός τα περισσότερα παιδιά δεν έχουν κριτήρια και ούτε έχουν κατασταλάξη ακόμη και στην Γ’ Λυκείου για το τί θέλουν να σπουδάσουν. Και αφ’ ετέρου ακόμη κι αν το έχουν επιλέξει (εξ υποχρεώσεως) δεν σημαίνει ότι θα το αγαπήσουν και θα το μελετήσουν. Η επιλογή τους γίνεται επί τη βάσει των αρχών: το μή χείρον βέλτιστον και της ήσσονος προσπαθείας. Υπάρχει, όμως, στην πληθώρα των προσφερομένων επιλογών κι άλλο ένα κρυφό στοιχείο: με τον τρόπο αυτό (σύμφωνα με την λογική του «κοινωνικού αυτοματισμού») κάποια μαθήματα και κάποιες ειδικότητες καθηγητών θα μπούν στο περιθώριο του εκπαιδευτικού συστήματος. Κι επειδή δεν υπάρχει το θάρρος και η ειλικρίνεια στους πολιτικούς ταγούς να εξοβελίσουν μαθήματα και καθηγητές ευθέως από το σχολείο, ως μή αρεστούς ή ως μή χρειαζομένους, βάζομε τους μαθητές μας να το πραγματώσουν με τις επιλογές τους. Τώρα, αν σκεφθούμε ότι τις επιλογές των μαθητών μας, εν πολλοίς τις καθορίζουν τα φροντιστήρια στα οποία φοιτούν και πληρώνουν, κατανοούμε όλοι μας εκ των προτέρων σε ποιά μαθήματα θα στραφούν.

6. Η αναμόρφωσις του εκπαιδευτικού μας συστήματος χρειάζεται μία εκ των βάθρων αναδιάρθρωσι. Και αυτή θα γίνει όταν το σχολείο καταστεί απαιτητικό: προς τους διδάσκοντες και προς τους διδασκομένους. Όταν «αβρόχοις ποσίν» προάγεται ο μαθητής από τάξι σε τάξι και εισάγεται με εξευτελιστικό μέσο όρο σε ΑΤΕΙ της περιφέρειας η ουσία παραμένει η ίδια: απολυτήρια και πτυχία χωρίς αντίκρυσμα με μαθητές και φοιτητές πού δεν έμαθαν να μαθαίνουν, πού δεν γνώρισαν και δεν αγάπησαν τον μόχθο πού προϋποθέτει η δημιουργική μάθησις και γνώσις.

7. Θεωρούμε ότι το πρόβλημα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα προέρχεται από το γεγονός ότι κάθε κόμμα (κι ακόμα χειρότερα κάθε υπουργός κόμματος) φιλοδοξεί να κάνη από μία εκπαιδευτική μεταρρύθμισι. Τα ζητήματα, όμως, της παιδείας, (όπως και της υγείας, της εξωτερικής πολιτικής και της αμύνης) πρέπει να καταστούν κάποτε υπερκομματικά – εθνικά και να σχεδιάζονται με προοπτική δεκαετιών κοινή συναινέσει και οπωσδήποτε με την συμβολή των πνευματικών ανθρώπων της χώρας μας. Να έχουν διάρκεια και συνέχεια.

Σε ένα υπουργείο παιδείας πού σχεδόν όλοι πιθηκίζουν ξένα πρότυπα (βλ. International Baccalaureate), θα βρεθεί άραγε ένας «Θεόφιλος», πού με τον χρωστήρα του να ζωγραφίση και να εκφράση τον πόθο του λαϊκού σώματος για παιδεία ελληνική;

Πηγή:  http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4384&Itemid=1

Αναρτήθηκε στις Κοινωνία. Ετικέτες: , . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: