Η μεταπτωτική υπαρξιακή πορεία του ανθρώπου μέσα στο καθεστώς της βίας της αμετανοησίας

Ιωάννη Κορναράκη, Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ο Αδάμ πάντως υπέκυψε στην πίεση της δαιμονικής βίας και κράτησε τα πόδια του κολλημένα στο χώρο της αμετανοησίας.
Μια προϋπόθεση για μια τέτοια εμμονή ήταν βέβαια και η βίαιη, μέσα σε μία μόνο στιγμή, αλλαγή της υπαρξιακής του προοπτικής.
Με την προσδοκία της άμεσης κατακτήσεως της αυτοθεΐας και ισοθεΐας («Και έσεσθε ως Θεοί»), που του υπαγόρευσε η δαιμονική παρέμβαση, λαχτάρησε ο αδαμικός άνθρωπος μια πραγματικά ισόθεη ανύψωση του εαυτού του. Έτσι τη στιγμή που έχανε, με την πράξη της παραβάσεως, από το οπτικό πεδίο της συνειδήσεώς του, την «εικόνα του κτίσαντος αυτόν», του Θεού, προσδοκούσε και ανέμενε, με σίγουρη αισιοδοξία, να γεμίζει το οπτικό του αυτό πεδίο με την «υπερμεγέθη», «θεοποιημένη» εικόνα του εαυτού του.
Και πραγματικά έτσι έγινε! Τη θέση του Θεού, της εικόνας του Θεού, στην προπτωτική αδαμική συνείδηση, κατέλαβε η προσωπική εικόνα του αυτουργού, της παραβάσεως της εντολής του Θεού, αδαμικού ανθρώπου.
Ναι! Ο άνθρωπος «μεταποιήθηκε», με τη συνεργία της δαιμονικής βίας σε «Θεό»! Ο όφις είχε, από κάποια άλλη άποψη «δίκιο». Ο άνθρωπος έγινε «Θεός»!
Ή μάλλον η εικόνα, η αυτοσυνειδησία του ανθρώπου γέμισε με τη δική του, «θεϊκής» πλέον ποιότητος, εικόνα!
Αλλά επρόκειτο φυσικά για την ψευδαίσθηση εκείνη, που η δαιμονική βία γέννησε μέσα στο κέντρο, τον ομφαλό της αυτοσυνειδησίας του, για να εμποδίσει αποτελεσματικά κάθε προσπάθεια εξόδου του εαυτού του από τον εαυτό του, από την αυθεντική δίοδο διαφυγής, από το πέρασμα της μετανοίας.
Έτσι εγκλωβισμένος ο Αδάμ σ’ ένα εγωκεντρικό και σε μια «ταυτοποίηση» του εαυτού του, δαιμονικής ποιότητας και… τεχνολογίας, έμεινε καρφωμένος στη θέση και την κατάσταση της αμετανοησίας.
Είχε διαλέξει πλέον το δρόμο του! Ήταν ο δρόμος του εγωκεντρισμού και της αυτολατρείας, της ναρκισσιστικής του θωπείας. Η δαιμονική βία είχε κερδίσει και το τελευταίο της χαρτί. Η αγάπη και το έλεος του Θεού δεν τον έπεισαν να επιστρέψει από τη δαιμονική βία στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.
Ο Θεός πάντως, σεβόμενος την ελευθερία του ανθρώπου και επομένως τις προσωπικές του επιλογές, δεν έμενε να κάνει τίποτε άλλο, παρά να «κατευοδώσει» τον παραβάτη αδαμικό άνθρωπο στη νέα υπαρξιακή του πορεία, έξω από τον παράδεισο, στην πορεία του εγωκεντρισμού και της αυτοθεΐας!
Ναι! Ο Θεός κατευόδωσε, τον αποστάτη της αγάπης του και του ελέους του, αδαμικό άνθρωπο, στην πορεία της αμετανοησίας του.
Δεν τον άφησε να φύγει εντελώς ανίδεος και απαρηγόρητος, χωρίς μια ελπίδα και μια δυνατότητα προσδοκίας απελευθερώσεως από την αμετανοησία του, δηλ. από τον εαυτό του, το δουλωμένο στη δαιμονική βία εαυτό του.

Του παρέδωσε, ως φυλακτό και ιδιαίτερη ευλογία, το πρώτο ευαγγέλιο της σωτηρίας του, το «πρωτευαγγέλιο» μιας ελπίδας και μιας προσδοκίας καινούριας, λυτρωτικής υπαρξιακής προοπτικής.
Συγχρόνως όμως τον ενημέρωσε, ως προς τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε στην πορεία της αποστασίας του και της εμμονής του στην αμετανοησία του. Του ξεκαθάρισε, ότι το κυριαρχικό στοιχείο, στη νέα ποιότητα ζωής που διάλεξε, θα είναι πάντοτε η εξουθενωτική γι’ αυτόν και ανελέητη καταπίεση της δαιμονικής βίας.
Όχι! Ο Θεός δεν τιμώρησε τον παραβάτη της εντολής του αδαμικό άνθρωπο. Του διευκρίνισε απλώς το είδος και τον τρόπο της νέας ζωής του. Του εξήγησε το είδος και τον τρόπο της συμπεριφοράς προς αυτόν της δαιμονικής βίας, που, ο ίδιος αυτός άνθρωπος, αποδέχθηκε ως σύμβουλο και οδηγό του, κατά την προσπάθεια της συλλογιστικής «επεξεργασίας» του υπαρξιακού του διλλήματος να επιλέξει το ένα ή το άλλο. Το θέλημα του Θεού ή την υποβολή του διαβόλου.
«Προς δε τον Αδάμ είπε (ο Θεός):επειδή υπάκουσες στο λόγο της γυναίκας σου και έφαγες από τι δένδρο, από το οποίο μόνο σε διέταξα να μη φας, καταραμένη να είναι η γη εξαιτίας σου· με κόπο να τρως τους καρπούς της σ’ όλη σου τη ζωή·  αγκάθια και τριβόλια να σου βλαστήσει και να τρως χορτάρι του αγρού· με τον ιδρώτα του προσώπου σου να τρως το ψωμί σου, μέχρις ότου να επιστρέψεις στη γη από την οποία πλάστηκες, γιατί χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις»
Η μαρτυρική αυτή πορεία του ανθρώπου, στο χώρο της αμετανοησίας του, προδιαγράφεται στα λόγια αυτά του Θεού ως αντιδικία του ανθρώπου με τη βία!
Αλλά βέβαια η αθέτηση της εντολής του Θεού δεν τύφλωσε τελείως, σε βαθμό δηλ. οριστικής νεκρώσεως, τη συνείδηση του ανθρώπου. Αν και βυθίστηκε ο νους του στο σκότος της δαιμονικής γοητείας και αν και αλλοιώθηκε, προς «όφελος» αυτής της γοητείας, η πνευματική δυναμική του θεογενούς αξιολογικού του κριτηρίου, έμεινε σε λειτουργία, στοιχειώδους ικανότητας διακρίσεως, ένα ελάχιστο δυναμικό της συνειδήσεως αυτής, ώστε να αποδεικνύεται αληθινός και ο λόγος του Θεού, σύμφωνα με τον οποίο, η γεύση του καρπού του απαγορευμένου δένδρου, θα κατέλειπε στη συνείδηση του αδαμικού ανθρώπου τη στοιχειώδη ικανότητα του «γινώσκειν καλόν και πονηρόν».
Ο αδαμικός άνθρωπος, πριν από τη πτώση του, είχε γεύση και πείρα του αγαθού, αφού το «κατ’ εικόνα», η πνευματική του δηλαδή υπόσταση και προίκα, ήταν θεόκτιστη και θεογενής. Κατά την πτώση του όμως αυτός έλαβε πλέον και πείρα του πονηρού και για το λόγο αυτό ακριβώς θα μπορούσε να αισθάνεται και να αντιλαμβάνεται την εξουσιαστική, πάνω σ’ αυτήν, «πονηρή» κυριαρχία της βίας ως το κατ’ εξοχήν αρνητικό στοιχείο της ταλαίπωρης και μαρτυρικής του ζωής.
Έτσι εξ αρχής της πορείας του, αντιλήφθηκε, ότι αυτό που καταστάλαξε, σαν βασικός του υπαρξιακός προβληματισμός ήταν πλέον η αντιδικία του με τη βία.
Ναι, κάθε πρόβλημα της νέας του ζωής, μικρό ή μεγάλο, κάθε αντιξοότητα και δυσκολία, στην προσπάθεια της επιβιώσεως του, αλλά και κάθε πόνος και οδύνη, κάθε απογοήτευση και απελπισία, στο συνολικό τρόπο υπάρξεως, αλλά και στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, επρόκειτο να βιώνεται στο έξης ως καταπιεστική και εξουθενωτική παρουσία βίας και αλύτρωτου και αναπόφευκτου αναγκασμού.
Και, πάνω απ’ όλα αυτά ο θάνατος. Πολύ ενωρίς κατάλαβε ο άνθρωπος, ότι η αντιδικία του με τη βία τελείωνε μ’ ένα αναπόφευκτο γεγονός· με το θάνατο.
Αυτό σήμαινε πλέον για τον άνθρωπο, ότι η βία εγκαινίαζε την είσοδο του στη ζωή («Και τη γυναικί είπε… εν λύπαις τέξη τέκνα») αλλά και έκλεινε τελεσίδικα την αυλαία της υπάρξεως «έσχατος γαρ εχθρός ο θάνατος»!
Η επιλογή επομένως της αμετανοησίας και η αντίσταση του αδαμικού ανθρώπου στη μετάνοια, στην αναγνώριση και αποδοχή της προσωπικής του ευθύνης και ένοχης για την τραγωδία της πτώσεως, τον παγίδευσε αμετάκλητα στο ισόβιο τυραννικό καθεστώς της δαιμονικής βίας.
Βέβαια, το αναμφισβήτητο δικαίωμα του αδαμικού ανθρώπου για επιλογή (όποια κι αν ήταν αυτή) φαίνεται να βρίσκεται σε κάποια αντίφαση με την τραγωδία της πτώσεως και την αμετάκλητη δουλεία του στην τυραννία της δαιμονικής βίας. Αλλ’ εάν το αποτέλεσμα, κάθε επιλογής του ανθρώπου αυτού, ήταν μόνο θετικό γι’ αυτόν «εκ προδιαγραφής» (δηλ. «εκ κατασκευής»), στην ουσία δεν θα είχε δυνατότητα επιλογής και άρα δικαίωμα επιλογής.
Δηλαδή δεν θα ήταν πλασμένος πραγματικά ελεύθερος! Θα ήταν υπό την απόλυτη (και επομένως δεσμευτική γι’ αυτόν) δεσποτεία του αγαθού και του θετικού, χωρίς καμία δυνατότητα ελεύθερης, προσωπικής επιλογής μεταξύ αντιθέτων. Μεταξύ του θετικού και του αρνητικού, του καλού και του πονηρού.
Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό να του καταλογισθεί οποιαδήποτε ευθύνη για καλή ή πονηρή επιλογή. Δεν θα ήταν ένοχος και υπεύθυνος για μια αρνητική, για την ύπαρξή του, επιλογή ούτε αξιέπαινος για μια ελεύθερη, χωρίς καμία πίεση ή αναγκασμό, προτίμησή του, αφού δεν θα είχε μια τέτοια δυνατότητα.
Η επιλογή όμως του ναι ή του όχι, στον απαγορευμένο καρπό, αποτελεί ως δυνατότητα αλλά και δικαίωμα αξιολογικής διακρίσεως, τη «λυδία λίθο» της ελευθερίας με την όποια ο Θεός προίκισε το τελειότερο δημιούργημά του.
Έτσι στο καθεστώς της τυραννίας και της δουλείας της δαιμονικής βίας εισήλθε ο άνθρωπος κάνοντας χρήση του ύψιστου και θεοειδούς («κατ’ εικόνα») δικαιώματος της ελευθερίας του. Αυτό το τελευταίο γεγονός δείχνει, ότι η επιστροφή του ανθρώπου από την αμετανοησία (το καθεστώς της δαιμονικής βίας) στη μετάνοια (στην αγάπη και το έλεος του Θεού) πρέπει να γίνει μόνο από τον ίδιο δρόμο· από το δρόμο της δικής του προσωπικής και ελεύθερης επιλογής.
Με τη χρήση της δικής του ελευθερίας μπήκε ο άνθρωπος στην παγίδα τής δαιμονικής βίας. Με την χρήση της δικής του ελευθερίας πρέπει πάλι να βγει από την παγίδα αυτή.
Μια τέτοια δεοντολογία διασώζει όχι μόνο την πραγματικότητα της ελευθερίας του ανθρώπου αλλά και την αξιοπρέπεια της υπαρξιακής του ποιότητας, η οποία, έστω και μεταπτωτική (υποβαθμισμένη αξιολογικά) φέρνει μέσα της το σπέρμα της θεϊκής της προελεύσεως και καταγωγής.
Μόνο που μια τέτοια, ελεύθερη και αξιοπρεπής, επιστροφή του ανθρώπου από τη βία, πρέπει να γίνει ή μπορεί μόνο να γίνει, διά της… βίας.

 

πηγή: Ιωάννη Κορναράκη, «Βία. Η οδός του Θεού»

Αρέσει σε %d bloggers: