Ομιλία της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου εις Επίσημον Συνεδρίαν της Ι. Συνόδου του Πατριαρχείου Ρουμανίας


Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Βουκουρεστίου, Μητροπολίτα Μουντενίας και Δοβρογέας, Πατριάρχα Ρουμανίας και Τοποτηρητά του Θρόνου Καισαρείας της Καππαδοκίας κύριε Δανιήλ,

Ιερώτατοι Μητροπολίται και Αρχιεπίσκοποι,

Θεοφιλέστατοι Επίσκοποι,

Ο Χριστός εν τώ μέσω ημών!

Χαρά πολλή και συγκίνησις βαθυτάτη πληροί την καρδίαν ημών ευρισκομένων εν μέσω της αξιοθέου χορείας των ποιμένων του ευσεβούς Ρουμανικού λαού, εν μέσω αδελφών αγαπητών, επιποθήτων και περισπουδάστων. Την χαράν δε και συγκίνησιν ταύτην μετά Θεόν χρεωστούμεν εις τον πολυφίλητον αδελφόν ημών, τον Μακαριώτατον Πατριάρχην κύριον Δανιήλ, ο οποίος ευγενώς προσεκάλεσε την ημετέραν Μετριότητα ίνα προσέλθωμεν και από κοινού εορτάσωμεν τρεις σπουδαίας ιεράς επετείους: α) Την συμπλήρωσιν 1685 ετών από της συγκλήσεως της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου εν Νικαία της Βιθυνίας, β) 125 ετών από της ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ρουμανίας και γ) 85 ετών από της ανυψώσεως αυτής εις Πατριαρχείον, εις τα πλαίσια της υπό της ιδίας Αγιωτάτης Εκκλησίας προκηρύξεως του έτους 2010 ως «Έτους του Ορθοδόξου Συμβόλου Πίστεως και της Ρουμανικής Αυτοκεφαλίας». Ευχαριστούμεν τώ Μακαριωτάτω αδελφώ Πατριάρχη κυρίω Δανιήλ από κέντρου ψυχής. Ήδη ηκούσαμεν μετά πολλής προσοχής την εναρκτήριον ομιλίαν του και εκρατήσαμεν υπό σημείωσιν τάς βασικάς συνιστώσας της εισηγήσεώς του. Αλλωστε είναι γνωστή προ πολλού όχι μόνον η στωμυλία του αγίου αδελφού, αλλά και η λιπαρά αυτού θεολογική κατάρτισις και η περί την Δογματικήν λαμπρά συγκρότησις.

Α΄

Η εν Νικαία της Βιθυνίας αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, συνεκλήθη, ως γνωστόν, διά να αντιμετωπίση την φρικαλέαν αίρεσιν και βλασφημίαν του Αρειανισμού. Η περιοχή της Βλαχίας είχε και αυτή προσβληθή υπό της αρειανικής λύμης, δύο δε επίσκοποι της Βλαχίας, ο Ουρσάκιος και ο Ουάλλης είχον προσχωρήσει εις την αίρεσιν και είχον καταστή λύκοι βαρείς αντί ποιμένων. Αλλ’ υπήρχον ευτυχώς ενταύθα, όπως και εις όλην την Εκκλησίαν, και καλοί ποιμένες, αγρυπνούντες υπέρ των λογικών προβάτων της ποίμνης του Χριστού και εχόμενοι στερρώς της Ορθοδόξου πίστεως. Μεταξύ τούτων ήτο και ο εκ Δακίας Επίσκοπος Θεόφιλος, ο οποίος είναι είς εκ των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, συνυπογράψας τάς αποφάσεις αυτής. Επομένως η Ρουμανική Εκκλησία έχει προσθέτους λόγους διά να μιμνήσκεται πανηγυρικώς την αγομένην επέτειον. Οι 318 Πατέρες δεν ήσαν απλώς Επίσκοποι ή ιερωμένοι. Ήσαν όντως Θεοφόροι, είχον τον Χριστόν ενοικούντα εις την καρδίαν των και το Πνεύμα το Άγιον επλήρου την ύπαρξίν των. Είχον υπερβή το στάδιον της καθάρσεως, είχον καθυποτάξει τα ψεκτά πάθη και είχον δεχθή τον θείον φωτισμόν, ο οποίος τους έδιδε την δυνατότητα διακρίσεως της αληθείας από το ψεύδος, του φωτός από το σκότος, του θείου θελήματος από το θέλημα του πονηρού. Εκοσμούντο πλουσίως από τον καρπόν του Πνεύματος «εν πάση αγαθωσύνη και δικαιοσύνη και αληθεία» (Εφεσ. 5: 9). Ήσαν ήδη θεόπται! Εις τούτο ακριβώς διέφερον από τον Αρειον και όλους τους αιρετικούς, οι οποίοι προσεπάθουν να θεολογήσουν χωρίς τάς προϋποθέσεις του προσωπικού αγιασμού και ούτως εθαλασσομάχουν εις το έρεβος της πλάνης, βαττολογούντες περί των Θείων και μή θεολογούντες. Όταν ο Μέγας Αθανάσιος ωμίλει, εξέφερε λόγον Θεού, ο οποίος ενοικούσεν εν τη καρδία του. Διά τούτο και το «Ομοούσιος» δεν ήτο εφεύρημα ιδικόν του, αλλά πληροφορία ασφαλής του Αγίου Πνεύματος. Όταν ο Άγιος Σπυρίδων εθαυματούργει διά της κεράμου, ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός ενήργει. Όταν ο Άγιος Νικόλαος εξίστατο κατά της βλασφημίας και σκληρύνσεως του Αρείου μαχητικώς, ο ίδιος ο Θεός εχειρίζετο το φραγγέλιον της απαθούς οργής του Επισκόπου Του. Εις τα πρόσωπα, λοιπόν, των συγκροτησάντων την αγιωτάτην εκείνην Σύνοδον Πατέρων, έχομεν το διαχρονικόν υπόδειγμα της ασφαλούς Θεολογίας και το τίμιον αρχέτυπον του γνησίου Πατρός και Διδασκάλου.

Η αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος κατήρτισεν, αγαπητοί αδελφοί, το πρώτον Σύμβολον Πίστεως, το οποίον συνεπλήρωσε μετά ταύτα διά των πέντε τελευταίων άρθρων η εν Κωνσταντινουπόλει αγία Β΄ Οικουμενική Σύνοδος του 381. Αμφότεραι αι άγιαι Σύνοδοι υπηρέτησαν την ιερωτέραν και υψηλοτέραν υπόθεσιν εις την ζωήν των Χριστιανών, η οποία δεν είναι άλλη από την ενότητα, την ομόνοιαν και την ειρήνην της Εκκλησίας. Διά της δογματικής των αποφάνσεως, η οποία συνοπτικώς αποκρυσταλλούται εις το ιερόν Σύμβολον, διεζωγράφησαν τα «εσκαμμένα» του ορθοδόξου πιστεύματος, πάσα υπέρβασις των οποίων θέτει τον τολμητίαν εκτός του σώματος της Εκκλησίας. Εις το Φανάριον, εις την παλαιάν αίθουσαν συνεδριών της καθ’ ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μεταξύ άλλων εικονογραφικών θεμάτων, ευρίσκεται γραμμένον καλλιτεχνικώς επί των τεσσάρων τοίχων το Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, υποδηλούν σαφέστατα ως πύρινος κύκλος τα ιερά ταύτα «εσκαμμένα», τα οποία ουδείς δύναται να αγνοήση ή να υπερβή. Ήρκεσε, πολύ αργότερον, η προσθήκη εις το Σύμβολον μιάς και μόνης λέξεως, του γνωστού Filioque, διά να δημιουργηθούν νέαι κακοδοξίαι και σχίσματα και αιρέσεις, αι οποίαι κρατούν μέχρι σήμερον τον Δυτικόν Χριστιανισμόν μακράν της Ορθοδόξου Ανατολής. Ως ευφυώς παρετήρησε σύγχρονος Θεολόγος, το Σύμβολον είναι μία πνευματική σημαία, και αι σημαίαι έχουν ως αποστολήν να ενώνουν ομόδοξα σύνολα ανθρώπων κάτω από κοινά ιδεώδη. Ευρισκόμεθα, λοιπόν, οι ευσεβώς εις Χριστόν πιστεύοντες υπό την σημαίαν του ιερού Συμβόλου Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, το οποίον διασαλπίζει ποίος είναι ο ζών Θεός, ποία η περί ημάς οικονομία του, ποία η αληθής Εκκλησία και ποία η ελπίς των πιστευόντων. Εις παλαιοτέρας εποχάς τα εκδιδόμενα υπό τινων Επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου Πιστοποιητικά Βαπτίσεως, έφερον τετυπωμένον κυκλοτερώς ολόκληρον το Σύμβολον, ως πρόχειρον υπόμνησιν της σωζούσης θείας αληθείας εις τον βαπτισθέντα. Τούτο το ακριβές και σωτήριον πίστευμα καλούμεθα και εις τάς παρούσας ημέρας αφ’ ενός μέν να διακρατήσωμεν αδιαλώβητον και ανόθευτον ως γράμμα, αφ’ ετέρου δε να βιώσωμεν εν τη καθημερινή πράξει επόμενοι τοίς Θεοφόροις Πατράσι και πάσι τοίς ανά τους αιώνας Αγίοις.

Β΄

Η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως επί αιώνας ολοκλήρους περιέθαλπε φιλοστόργως εις τους μητρικούς κόλπους της τους πιστούς των Παραδουναβίων Χωρών, ως τέκνα αυτής εν Κυρίω γνήσια και λίαν ηγαπημένα, σεβομένη πάντοτε την εθνικήν αυτών αυτοτέλειαν. Και αυτά επίσης επέδειξαν προς αυτήν ανάλογον αγάπην και σεβασμόν, πολλάκις βαστάσαντα μέρος του σταυρού της. Εις καιρούς δυσχειμέρους ουδέποτε ώκνησε το Οικουμενικόν Πατριαρχείον να σπεύση εις βοήθειαν και συμπαράστασιν των Ρουμάνων, ιδίως όταν στοιχεία ξένα προς την Ορθοδοξίαν ενέσκηπτον σπείροντα ζιζάνια πλάνης και ετεροδιδασκαλίας και αναστατούντα τάς τοπικάς Εκκλησίας. Τα ονόματα των εν Αγίοις προκατόχων ημών Οικουμενικών Πατριαρχών Νήφωνος του Β΄, Κυρίλλου Ιερομάρτυρος του Λουκάρεως, Αθανασίου Γ΄ του Πατελλάρου, ως και του αοιδίμου Ιερεμίου Β΄ του Τρανού, έχουν αρρήκτως συνδεθή με την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Ρουμανίας, μάλιστα δε με την στερέωσιν ενταύθα της Ορθοδοξίας εις ώρας εξάρσεως της ουνιτικής προπαγάνδας των Ιησουϊτών. Την προς το χριστεπώνυμον πλήρωμα των Παραδουναβίων Χωρών ιδιαιτέραν αγάπην και στοργήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπογραμμίζει πάντοτε η δωρεά κατά τον 17ον αιώνα του ιερού σκηνώματος της Οσίας Παρασκευής της εξ Επιβατών της Θράκης εις τον Ηγεμόνα Βασίλε Λούπου της Μολδαβίας, το οποίον αγιάζει μέχρι σήμερον το Ιάσιον. Τώ 1885, επί Μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας Καλλινίκου, ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Δ΄ και η περί αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδος, οικονομούντες τα εκκλησιαστικά πράγματα της Ρουμανίας επί τα βελτίω, και προς διασφάλισιν του Ορθοδόξου πνεύματος από πάσης πολιτειοκρατικής εννοίας και επηρείας, μετά και την παλαιότερον εξενεχθείσαν «Διαγνώμην» του αοιδίμου προκατόχου ημών Σωφρονίου του Γ΄, ανεκήρυξαν την Εκκλησίαν της Ρουμανίας Αυτοκέφαλον, εκδόντες ανάλογον Πατριαρχικόν και Συνοδικόν Τόμον, του Μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας ανυψουμένου εις Πριμάτον αυτής. Ούτως η πολυφίλητος θυγάτηρ ανεδείχθη πλέον σεβασμία αδελφή, της ίσης απολαύουσα τιμής προς τάς λοιπάς Αγιωτάτας Αυτοκεφάλους Εκκλησίας. Τούτο δεν απέκοψεν ασφαλώς ποτέ τον ομφάλιον λώρον της αγάπης και ουδόλως εμείωσε το εν Χριστώ πνευματικόν και κανονικόν ενδιαφέρον της Κωνσταντινουπόλεως προς την χειραφετηθείσαν Εκκλησίαν. Είμεθα πάντοτε σύσσωμοι και σύναιμοι εν Χριστώ, της αυτής ευσεβούς παραδόσεως και ιεράς κληρονομίας συγκληρονόμοι, «τήν αυτήν αγάπην έχοντες, σύμψυχοι, το έν φρονούντες» (Φιλιπ. 2: 2). Όταν δε επέστη ο καιρός και την Πατριαρχικήν αξίαν προφρόνως παρεχώρησεν η ποτνία Μήτηρ Εκκλησία προς την Εκκλησίαν της Ρουμανίας, συνευδοκουσών και των λοιπών Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, εν έτει σωτηρίω 1925, επί Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου του Γ΄, του Μητροπολίτου Μύρωνος ανυψωθέντος εις πρώτον Πατριάρχην Ρουμανίας. Συμπληρουμένων ούτως εφέτος 125 ετών από της ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ρουμανίας και 85 ετών από της ανυψώσεως αυτής εις Πατριαρχείον, αξιοχρέως τιμώμεν αμφοτέρας τάς ευτυχείς επετείους, εν δοξολογία πολλή του ονόματος του Θεού. Ευλαβώς αναπολούμεν τάς σεπτάς μορφάς των υπουργησάντων εις την μεγάλην χαράν του πιστού Ρουμανικού λαού αοιδίμων Οικουμενικών Πατριαρχών Ιωακείμ του Δ΄ και Βασιλείου του Γ΄, αι μακάριαι ψυχαί των οποίων αναμφιβόλως, ως και αι ψυχαί των αοιδίμων Πατριαρχών Ρουμανίας Μύρωνος, Νικοδήμου, Ιουστινιανού, Ιουστίνου και Θεοκτίστου, συγχαίρουν σήμερον μετά πάντων ημών.

Μακαριώτατε,

Ατενίζοντες εις το μέλλον ευχόμεθα από κέντρου ψυχής και καρδίας κατά πάντα ασφαλή τον πλούν της Ιεράς της Ρουμανίας Νηός, επί των δεδομένων του χάρτου του Ευαγγελίου, του ιερού της Πίστεως ημών Συμβόλου, των Θείων και Ιερών Κανόνων, της προς πάσαν Εκκλησίαν Χριστιανών Ορθοδόξων φιλαδέλφου γνώμης και αγαστής μετ’ αυτής συνεργασίας και της προς άπασαν την ανθρωπότητα οφειλομένης αγάπης και ειρηνικής διαθέσεως. Ως Οικουμενικόν Πατριαρχείον προσδοκώμεν συνέχισιν εις το διηνεκές των αρίστων διεκκλησιαστικών σχέσεων, τάς οποίας ώκοδόμησαν οι αοίδιμοι πατέρες και προκάτοχοι ημών, φιλοδοξούντες «περισσεύειν μάλλον» (Α΄ Θεσ. 4: 10). Αι ημέραι πού έρχονται εις τον παγκόσμιον ορίζοντα, ανθρωπίνως ομιλούντες, δεν προμηνύουν ευδίαν. Ποικίλαι κρίσεις σοβούν απ’ άκρου εις άκρον του κόσμου. Η χριστιανική ημών μαρτυρία προς τον άνθρωπον σήμερον, είπερ ποτέ και άλλοτε, πρέπει να είναι εκκλησιοκεντρική, συμπαγής, ισχυρά, αυστηρώς ερειρισμένη επί την πέτραν της ορθοδόξου πνευματικής παραδόσεως και εμπειρίας, διά να είναι και πειστική. Τώ συνδέσμω λοιπόν της αγάπης συνδεόμενοι πάντοτε, καλούμεθα να χωρήσωμεν εις τα πρόσω. Είμεθα βέβαιοι ότι την προσδοκίαν αυτήν συμμερίζεσθε εξ ίσου και υμείς άπαντες. Τάς αγίας ευχάς του Οσίου Δημητρίου του Νέου, προστάτου του Βουκουρεστίου, μετά της μνήμης του οποίου συνεδέθησαν οι εορτασμοί των ευτυχών επετείων επικαλούμενοι επί το πλήρωμα αμφοτέρων των Εκκλησιών ημών, δεόμεθα εκτενώς Κυρίου Παντοκράτορος: «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε, και επίσκεψαι την άμπελον της κατά Ρουμανίαν Εκκλησίας, και κατάρτισαι αυτήν, ήν εφύτευσεν η δεξιά Σου»!

Αρέσει σε %d bloggers: