Ένας πετυχημένος επαίτης του θείου ελέους

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ

Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Κύριος συναντά τον τυφλό της Ιεριχούς και τον θεραπεύει. Του χαρίζει το φως του σώματος, αλλά και της ψυχής, γι’ αυτό και στο τέλος τον δοξάζει ως Θεό. Και οι δύο αναβλέψεις ήταν επιβράβευση της θερμής πίστεώς του, ως εσωτερικής σχέσεως με τον Χριστό και της ασταμάτητης προσευχής του. «Η πίστις σου σέσωκέ σε», του είπε ο Χριστός, όταν τον θεράπευσε. Πίστευε στη θεότητα του Χριστού, την οποία αρνούνταν οι ηγέτες του Ισραήλ. Με την προσευχή του τον κήρυττε ασταμάτητα.

1. Πίστη και προσευχή

Καθισμένος ο τυφλός σ’ ένα δρόμο της Ιεριχούς πληροφορείται, πως ο Χριστός περνούσε από κοντά του. Είχε έντονη την αίσθηση της τύφλωσης και λαχταρούσε να ελευθερωθεί από τη σοβαρή αναπηρία του. Από επαίτης χρημάτων και υλικών αγαθών, γίνεται επαίτης του ελέους του Θεού. «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φωνάζει στο Χριστό. Αυτές οι πέντε λέξεις έγιναν η ακατάπαυστη προσευχή του στον Κύριο και μ’ αυτή αγωνίζεται να συναντήσει τον Φωτοδότη.

Αποκαλώντας τον Ιησού «υιόν Δαβίδ», ομολογεί ότι είναι άνθρωπος από το γένος του Δαβίδ. Τον ομολογεί όμως και Θεό, όταν ζητεί να τον ελεήσει και να τον σώσει. Η προσφορά ελέους και σωτηρίας, όπως λένε οι Πατέρες, «δεν είναι πράξη ανθρωπίνη, αλλά θεοπρεπεστάτη» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Άρα τον πίστευε ως Θεάνθρωπο.

Με το «ελέησόν με» (=σπλαχνίσου με) είχε συναίσθηση της ασθενείας του και ζητούσε ιατρεία, αλλά και συναίσθηση της πνευματικής του πτώχειας, της αμαρτωλότητάς του και ζητούσε σωτηρία. Ζητούσε το φως του σώματος, για να δει τα αισθητά πράγματα, αλλά και το πνευματικό φως, για να δει νοερά τον Κύριο. Το θείο έλεος είναι η πνευματική προίκα, που μας χάρισε ο Θεός, όταν μας δημιούργησε, ίνα «όμοιοι Αυτώ εσώμεθα» (Α’ Ίω. 3, 2). Είναι η ζωοποιός Χάρις του Αγίου Πνεύματος, όπως λένε οι Πατέρες, με την οποία θα μπορούσαμε να μετέχουμε στη ζωή των προσώπων της Αγίας Τριάδας. Και όταν με την πτώση μας χάσαμε το δώρο, μας το έδωσε πάλι με το άγιο Βάπτισμα και με τη θεία Ευχαριστία. Το θείο έλεος δεν μπορεί να παραμείνει στην ψυχή, που αγαπά τον κόσμο και τα του κόσμου πιο πολύ από τον Θεό και αγωνίζεται για τα ορατά και είναι προσηλωμένη στις σαρκικές ηδονές και απολαύσεις.

Η προσευχή του τυφλού, όπως αναφέραμε, ήταν ασίγαστη. Κανένας δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Ο νους του είχε προσηλωθεί τόσο πολύ, ώστε δεν πρόσεχε τίποτε άλλο. Καμιά κίνηση προς τα έξω δεν έκανε. Ο κόσμος που συνόδευε τον Χριστό, του φώναζε να σταματήσει. Τον «επετίμων» (=τον μάλωναν) για να μην ενοχλεί τον Χριστό, αλλ’ αυτός τα άκουε όλα με απάθεια και «πολλώ μάλλον έκραζε» την ίδια προσευχή. Όσο πιο πολύ τον μάλωναν τόσο περισσότερο προσευχόταν. Και νίκησε. Ακλουθούσε τον Χριστό. Αυτή ήταν η νίκη. Όσοι δεν ακολουθούν τον Χριστό, σκοτίζεται ο νους τους από το διάβολο και θεωρούν ενόχληση τη σωτήρια επίκληση του ονόματος του Ιησού. Αντίθετα ο τυφλός «ηρπάγη προς Κύριον», αφού ο νους του δεν απομακρυνόταν από κοντά του. Η προσευχή του ήταν κραυγή της ψυχής. «Έκραζε», σημειώνει το ιερό κείμενο. Είχε ως προϋπόθεση την ταπείνωση της καρδίας, η οποία διψούσε το Θεό, τον ζητούσε ακατάπαυστα και εκινείτο προς Αυτόν. Με τα λόγια της προσευχής και μάλιστα με το όνομα του Ιησού, αντιμετωπίζει όλα τα εμπόδια και τα νικά. Και προετοιμάζεται πνευματικά να συναντήσει τον Ιησού και εξωτερικά και εσωτερικά.

2. Το «υπέρ παν όνομα»

Ο Κύριος μας υποσχέθηκε, πως «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόμα­τί μου, τούτο ποιήσω» (Ιω. 14, 13).

Όταν πήγαινε προς το εκούσιο πάθος Του· όταν φανερώθηκε στους  Αποστόλους μετά την Ανάστασή Του και όταν επρόκειτο να επιστρέψει στον Πατέρα του στους ουρανούς, για να μας βεβαιώσει ότι θα πραγματοποιήσει όσα μας υποσχέθηκε, μας άφησε σαν όμηρο και κληρονομιά το «υπέρ παν Όνομα» και είπε: «Ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω». Και λίγο παρακάτω: «Αμήν, αμήν (=αλήθεια) λέγω υμίν, ότι όσα αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν έως άρτι (=μέχρι τώρα) ουκ ητήσατε ουδέν εν τω ονόματι μου· αιτείτε και λήψεσθε (=θα λάβετε) ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη» (Ιω. 16, 23). Ο λόγος που θα είναι ολοκληρωμένη η χαρά σας, είναι γιατί θα λάβετε αυτά που θα ζητήσετε, γιατί θα τα ζητήσετε στο όνομά μου.

Μετά την Ανάσταση, όταν έστελλε τους Μαθητές Του να κηρύξουν, τους έδωσε «σημεία» για όσους θα πιστέψουν και θα δεχθούν τη Χάρη Του. «Εν τω ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι (=θα βγάλουν δαιμόνια από ανθρώπους)· γλώσσαις λαλήσουσι

καιναίς, (=θα μιλούν γλώσσες καινούργιες και παράδοξες· θα αφανίζουν φίδια (=πραγματικά ή νοητά που είναι ο διάβολος) θα πίνουν δηλητήρια και δεν θα τους βλάπτουν· θα βάλλουν τα χέρια τους πάνω στους αρρώστους και θα θεραπεύονται. Όλα θα γίνονται «εν τω ονόματι» του Κυρίου Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και οι εβδομήκοντα όταν επέστρεψαν από το κήρυγμα είπαν στο Χριστό: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου» (Λουκά 10, 17). Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «…Ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού».

Οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, όλος ο χορός των Αγίων επικαλούντο στη ζωή τους το πανάγιο όνομα του Κυρίου Ιησού και το είχαν «αδιάλειπτον έργον και μελέτημα». Το «έφεραν στην καρδιά, στο νου και στα χείλη διηνεκώς (=χωρίς να σταματούν). Και μέσα σ’ αυτό το Όνομα και μαζί μ’ αυτό ανάπνεαν, ζούσαν, κοιμούνταν, ξυπνούσαν, κινούνταν, έτρωγαν και έπιναν… Όπως, όταν αυτό λείπει, μαζεύονται όλα τα κακά, έτσι όταν είναι παρών μέσα μας, κάθε κακό φυγαδεύεται και δεν μας λείπει κανένα αγαθό. Όπως είπε ο Κύριος: «Εκείνος που μένει μέσα σε μένα και εγώ μέσα σ’ αυτόν, αυτός φέρει πολύν καρπό, γιατί χωρίς έμενα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε».

Στο όνομα Ιησούς, είναι κρυμμένη η όντως ζωή και το έλεος του Θεού και «σωρεία πάντων των αγαθών». Και γίνεται μέτοχος σ’ αυτά εκείνος που βοά μέσα απ’ την καρδιά του το όνομα του Κυρίου Ιησού Χρίστου. Αυτός που το έχει κάνει αδιάλειπτο έργο και μελέτημα όλης της ύπαρξής του, το περιφέρει διηνεκώς (=πάντοτε) «εν καρδία και εν νοΐ και εν χείλεσι».

[…]Για να φωνάζουμε, όπως ο τυφλός στο Χριστό να μας ελεήσει, αναγκαία προϋπόθεση είναι η αίσθηση της προσωπικής μας τύφλωσης, για να ακολουθήσει ο πόθος της ανάβλεψης. Για να γίνει αυτό, απαιτείται μια συνεχής μείωση των βιοτικών μερίμνων και κάθαρση από τα πάθη. Συγχρόνως όμως να ζητούμε το φως του θείου ελέους με την ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Ας τη λέμε με προσοχή, ταπείνωση, υπακοή, με λιγότερες σωματικές φροντίδες, προσπάθεια τήρησης των αγίων του Χριστού εντολών και με την πεποίθηση, πως αληθινή ευδαιμονία είναι να γίνουμε «τυφλοί» στα βλεπόμενα και να βλέπουμε πέρα από αυτά. Ανάλογα με τη θυσία και τη σωτήρια «απώλεια», που θα υποστούμε, θα έλθει και το Φως της Χάριτος.

( Π. Μουχταρούδη, Θεολόγου, «Διήρχετο δια των σπορίμων», τ. Β΄, εκδ. Ι.Μητροπόλεως Λεμεσού, 2008- αποσπάσματα)

Αρέσει σε %d bloggers: