Φίλησε το σχοινί

Αρχιμ. Νίκων Κουτσίδης

Στα τέλη του 18ου αιώνα, ένας χριστιανός, ο Θεόδωρος ζούσε στη Μυτιλήνη με την οικογένειά του.

Μια ημέρα σε κάποια δύσκολη περίσταση πού του έτυχε, θύμωσε και αρνήθηκε τον Χριστό Και έγινε μουσουλμάνος! Όμως, όταν συνήλθε και συνειδητοποίησε, τί έκανε, μετανόησε πικρά! Τότε, ανεχώρησε από την πατρίδα του και κατέφυγε στο Άγιο Όρος. Εκεί έμεινε αρκετό καιρό, θρηνώντας για την αμαρτία της άρνησης. Και αφού εξομολογήθηκε και εχρίσθη με το άγιο Μύρο (ως επιστρέφων στην πίστη του Χριστού), γύρισε στην Μυτιλήνη.

Εκεί, με την ευλογία και άδεια του ιερέα-πνευματικού του, αποφάσισε να σβήσει το αμάρτημα της άρνησης με την δημόσια ομολογία της πίστης στον Χριστό.

Επήγε, λοιπόν, στον Κατή (=δικαστή) των Τούρκων και του λέγει:

-Εγώ είχα την πίστη μου, πού είναι χρυσάφι καθαρό. Σκοτίσθηκε όμως ο νους μου από τον διάβολο και την εγκατέλειψα. Και επήρα την δική σας πίστη, τάχα σαν καλύτερη. Τώρα, όμως, συνήλθα και είδα ότι έκαμα λάθος• ότι η πίστη Η δική μου είναι καθαρό χρυσάφι και η δική σας οενεκές! Γι αυτό, και σάς την επιστρέφω. Τώρα είμαι πάλιν Χριστιανός!

-Βρέ τρελλέ, τί κάνεις; Έχασες τα λογικά σου; Τον ερωτά ο Κατής (άρνηση της μουσουλμανικής πίστης, είχε ως συνέπεια την ποινή του θανάτου).

-Όχι, δεν τρελλάθηκα. Αντίθετα, τα έχω τετρακόσια!

* * *

Τότε, τον φυλάκισαν και προσπάθησαν, με κολακείες και με υποσχέσεις, να τον μεταπείσουν. Ο Θεόδωρος όμως παρέμεινε άκαμπτος. Έτσι, απεφασίσθη ο θάνατός του. Παίρνοντάς τον οι δήμιοι, τον έδειραν δυνατά και τον εκτύπησαν με το μαχαίρι, μήπως φοβηθή και αλλάξει γνώμη. Αλλά ο Θεόδωρος, έχοντας φαιδρό και χαρούμενο πρόσωπο, συνομιλούσε με τους δημίους του σαν ο θάνατός του να ήταν η καλύτερη στιγμή της ζωής του!

Ένας από τους δημίους του λέει:

-Βρέ, τελείωσαν τα ψέμματα. Θα σε κρεμάσουν.

Και ο μάρτυρας του Χριστού ερωτά με χαρά:

-Πού είναι το σχοινί;

Μόλις οι δήμιοι του έδωσαν το σχοινί με τη θηλειά, το φίλησε και το έβαλε στον λαιμό του! Ύστερα, προσευχήθηκε και ζήτησε συγχώρηση από τους παρόντες χριστιανούς. Μετά από λίγο τον εκρέμασαν. Ήταν 30 Ιανουαρίου του 1784.

* * *

Μά, είναι δυνατόν να βαδίζει κανείς προς τον θάνατο, με τέτοια χαρά; Ναί, είναι! Αν το κάνει για να μείνει ενωμένος με τον Χριστό πού είναι η Ζωή του κόσμου. Λέμε σ ένα αναστάσιμο τροπάριο (Αίνοι Κυριακής, β’ ήχου):

-Χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε. Αγγελος Κυρίου εκάθισε στον λίθο του μνήματος του Χριστού• ο άγγελος μάς ανήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα: ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών, ο Σωτήρας του κόσμου, και εγέμισε τα σύμπαντα με την ευωδία Του.

Αυτή η ευωδία του Χριστού γέμισε και την ψυχή του Θεοδώρου και δέχθηκε με χαρά τον υπέρ Χριστού θάνατο.

Με πόση χαρά, προθυμία και υπομονή θα αντιμετωπίζαμε και εμείς τις θλίψεις, τους πειρασμούς και τις ταλαιπωρίες της παρούσης ζωής, αν εγέμιζε και η δική μας ψυχή με την ευωδία του αναστημένου Χριστού!

Όμως, αυτή η ευωδία-άρωμα έρχεται στην ψυχή μας με την άσκηση της νηστείας, της προσευχής, της συγχώρησης των εχθρών και των άλλων αρετών πού μάς παραγγέλει ο Χριστός στο ευαγγέλιο. Αλλοιώς, δεν νικιέται το φρόνημα του εγωισμού πού τα θέλει όλα δικά του! Το αποκορύφωμα τέτοιας πνευματικής πορείας είναι η μετοχή μας στο ποτήριο της ζωής, στην θεία Κοινωνία.

Πηγή: http://www.agiazoni.gr/article.php?id=17160580919380562144

Αναρτήθηκε στις Ορθόδοξο βίωμα. Ετικέτες: , . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: