Πίστη και ταπείνωση

Κυριακή ΙΖ΄Ματθαίου(Χαναναίας)

Ο Χριστός, συνοδευόμενος από τους μαθητές του, περνούσε μια μέρα από τα σύνορα της Τύρου και της Σιδώνος. Μια γυναίκα από τα μέρη εκείνα πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του, στη μέση του δρόμου. Έπεσε στα πόδια του και με δάκρυα τον παρακαλούσε να θεραπεύσει την κόρη της που ήταν δαιμονισμένη. Παραδόξως ο Ελεήμων την προσπέρασε χωρίς να της αποκριθεί τίποτε. Ούτε μια ματιά δεν της έριξε. Φάνηκε ολότελα αδιάφορος στον πόνο της γυναίκας εκείνης, που με λυτά τα μαλλιά, με τα μάγουλα αυλακωμένα από το κλάμα, με λόγια που θα συγκινούσαν και τις πέτρες, τον ικέτευε. Αυτά το θέαμα και το άκουσμα που ήταν ικανό να,συνταράξει και να σφίξει κάθε καρδιά, τον άφησε -έτσι τουλάχιστο θάχε κανείς την εντύπωση- ψυχρό.

Ο Ιησούς την προσπέρασε, ακολουθούμενος από τους Δώδεκα. Μα η γυναίκα -η Χαναναία, όπως τη λέει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος- δεν έμεινε άπρακτη. Η αδιαφορία του Χριστού δεν την πάγωσε. Η ελπίδα που έτρεφε στο Σωτήρα είχε πέσει σαν άγκυρα στο πέλαγος της σιωπής του, πέλαγος βαθύ, απύθμενο ίσως, όπου αυτή η άγκυρα δεν θάβρισκε κάπου να πιαστεί. Κι όμως η ελπίδα της Χαναναίας είχε πιαστεί στην κρυμμένη καρδιά του Χριστού. Κι όταν ο Χριστός απομακρύνεται προχωρώντας, η ελπίδα σέρνει τη Χαναναία πίσω του. Την τράβα, την κάνει να συνεχίσει τις ικεσίες, να μη παύσει να επικαλείται τη βοήθεια Εκείνου που είχε έλθει στον κόσμο ακριβώς για τους φτωχούς, τους βασανισμένους, τους απροστάτευτους, τους απόκληρους.

Ανάμεσα στον Κύριο και τη Χαναναία περπατούν οι μαθητές. Συμμερίζονται τον πόνο της, τη συμπαθούν, τη λυπούνται. Αλλά δεν συμμερίζονται, τη βεβαιότητα που έχει, την ανώφελη όπως τη νομίζουν επιμονή που φανερώνει. Τα λόγια της που κομματιάζονται από τα αναφιλητά και γίνονται έτσι πιο σπαρακτικά, τους ενοχλούν τώρα αντί να τους κινούν τη συμπάθεια, τους ξεσχίζουν τ’ αφτιά, καταντούν ανυπόφορα. Γι’ αυτό πλησιάζουν τον Διδάσκαλο, που θαρρούν ότι δεν ακούει, απορροφημένος ποιός ξέρει σε τί θείες σκέψεις, και του λένε:

-«Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών».

Εμείς ούτε να της κάνουμε το καλό που ζητεί μπορούμε, ούτε να τη διώξουμε έχουμε κουράγιο. Αφού δεν θέλεις να την ευεργετήσεις, πες της να φυγή. Ή κάμε την να φύγει απαντώντας στην αίτησή της  με το έλεος σου.

Ο Χριστός τώρα δεν σιωπά. Δεν έχει ν’ αποκριθεί στη Χαναναία, αλλά στους μεσολαβητές, στους αποστόλους του, πρόσωπα προνομιούχα, που έχουν κάθε δικαίωμα να του μιλούν και να τους απαντά.

Στρέφεται, λοιπόν, προς αυτούς κι όχι προς τη γυναίκα,   και τους λέγει:

-«Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ».

Ο λόγος του είναι πιο σκληρός από τη σιωπή του. Αν η σιωπή του άφηνε κάποιο ενδεχόμενο αλλαγής της στάσεως του απέναντι της Χαναναίας, αυτά που λέγει τώρα πέφτουν σαν ασήκωτη αυλαία που της τον αποκρύβουν ολότελα. Αποκλείουν πια κάθε πιθανότητα ευχάριστη. Δεν στάλθηκε από τον Πατέρα παρά για τα πρόβατα του Ισραήλ. Αυτή η γυναίκα δεν είναι θυγατέρα του Αβραάμ. Είναι μια ειδωλολάτρισσα, μια ξένη, μια παρείσακτη, μια που δεν υπολογίζεται, μια αποκλεισμένη εκ των προτέρων.

Αλλά η Χαναναία δεν παραδέχεται ήττα. Δεν της φράζουν το δρόμο τα λόγια του  Κυρίου όπως δεν της τον έφραξε πριν η σιωπή του.

Τρέχει κοντά του, πέφτει πάλι στα γόνατα, τον προσκυνά, και μ’ άτρομη παρρησία, σαν να μην άκουσε τί είπε Εκείνος στους αποστόλους, του φωνάζει ξανά:

-Κύριε, βοήθει μοι.

Τώρα ο Χριστός αποκρίνεται σ’ αυτή την ίδια. Έχει στραφεί στη γυναίκα.  Κι’ όσο πιο πολύ στρέφεται τόσο πιο σκληρός είναι. Όταν έκανε πως δεν την πρόσεξε και κοίταζε μπροστά, η σιωπή του ήταν ήδη φοβερή. Όταν στράφηκε στους αποστόλους, η φράση που πρόφερε ήταν φοβερότερη.  Τώρα που στράφηκε στην ίδια τη Χαναναία,  αυτά που ακούονται από το στόμα του είναι ακόμη φοβερότερα. Δεν είναι πια η αδιαφορία της σιωπής, δεν είναι πια η αποκλειστικότητα που άφηνε με τον  πιο επίσημο τρόπο  έξω από τη θεία χάρη   τη   γυναίκα  εκείνη, αποκλειστικότητα που έδειξαν τα λόγια του προς τους μαθητές. Τώρα  είναι η περιφρόνηση:

-«Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».

Ήλθα για τον Ισραήλ,   ήλθα για τα παιδιά του Θεού.  Σ’ αυτούς έστρωσα το τραπέζι της Χάριτός μου. Αυτοί μονάχα έχουν δικαίωμα να καθίσουν γύρω του και να φάνε. Αυτοί είναι οι καλεσμένοι μου κι όχι  άλλος. Συ ποιά είσαι, που με  τόσο θράσος  απευθύνεσαι  στον   προφήτη   του  Ισραήλ; Πώς θέλεις να πάρω το ψωμί των τέκνων και να το ρίξω στα σκυλιά που γυροφέρνουν  κάτω από το τραπέζι!  Ένα τέτοιο σκυλί είσαι κι εσύ. Πάψε, λοιπόν,  να προβάλλεις  απαιτήσεις που μ’ εξοργίζουν. Η απάντηση, που έπρεπε να λάβεις είναι αυτή  που σου  δίνω τώρα. Τα λόγια μου πρέπει να τα αισθανθείς σαν ένα λάκτισμα.  Μ’ αυτό τον τρόπο σε απωθώ και σε διώχνω.

Ποιά επιμονή θα μπορούσε να κρατηθεί  στον τόπο της μπροστά σ’ αυτό το θεϊκό λάκτισμα; Ποιά ελπίδα δεν θα ομολογούσε με πίκρα ανείπωτη ότι βγήκε  γελασμένη; Ποιά πίστη θάντεχε;  Ποιά διαίσθηση δεν θα’ αποδεικνυόταν διαψευσμένη;

Εκείνη της Χαναναίας. Που δεν υποχωρεί, δεν γκρεμίζεται στην άβυσσο της απογνώσεως, δεν φαίνεται καθόλου νάχει τρωθεί από την καταθλιπτική περιφρόνηση του Χριστού.

Τουναντίον αυτή η περιφρόνηση δίνει στη Χαναναία την ευκαιρία να θεμελιώσει τη πίστη της. Πού; Στο θεμέλιο της ταπεινοφροσύνης.  Και να κάνει έτσι την πίστη της ακλόνητη και νικήτρια του Θεού. Γιατί ο Θεός από καμιά άλλη αρετή δεν συγκινείται όσο    από   την ταπεινοφροσύνη.

-«Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών».

Περίμενες, λοιπόν, Θεέ μου, να με αποθαρρύνεις μ’ αυτό που μου είπες; Περίμενες να δεις να ξεσκεπάζεται ο εγωισμός μου, με το λάκτισμα που μου έδωσες; Δες, λοιπόν. Δεν είναι ο εγωισμός που βλέπεις, αλλά το ταπεινό μου φρόνημα. Αγκαλιάζω τα λόγια σου που με είπαν «σκυλί», γιατί τα παραδέχομαι εγώ πρώτη. Ναι, είμαι μια παρείσακτη, μια ανάξια, μια τιποτένια ψυχή. Και σαν τέτοια, σου ζητώ όχι μερίδα στην πανδαισία σου και παρακαθεδρία, αλλά λίγα ψίχουλα της καταδεκτικότητάς σου. Αυτά τα ψίχουλα είναι για μένα θησαυρός και τιμή και δόξα και χαρά απερίγραπτη. Αυτή η περιφρόνησή σου είναι για μένα ευφροσύνη κι ανάπαυση ψυχική κι ασφάλεια γλυκεία. Γιατί με βοηθάς να παραδέχομαι αυτό που ακριβώς είμαι. Σκυλί κάτω από το τραπέζι της βασιλείας σου. Θέλησες να με δοκιμάσεις. Αλλά εγώ δεν έγινα θύμα του ευλογημένου πειρασμού σου. Εγώ ξέρω πως ό,τι κάνεις, το κάνεις για να φανερωθώ όπως επιθυμείς να είμαι. Μια ψυχή ταπεινή και στερεή μέσα στη δοκιμασία που την υποβάλλεις με τα λόγια σου και με τη στάση σου. Να, λοιπόν, ότι εγώ στάθηκα δυνατή και υπερπήδησα ένα-ένα τα εμπόδια που μου έστησες : τη σιωπή σου, τον αποκλεισμό σου, την περιφρόνησή σου. Κατόρθωσα να σε γυρίσω προς εμένα. Όσο περισσότερο γύριζες προς εμένα τόσο πιο σκληρός και πιο απαιτητικός ήσουν στη φτωχή μου ψυχή. Αλλά εγώ σ’ αντιμετώπισα με το θάρρος της πίστεως που σε ξέρει, σε βλέπει γεμάτο αγάπη και τρυφερότητα πίσω από το καταπέτασμα των ανερμήνευτων τρόπων της συμπεριφοράς σου. Τώρα, λοιπόν, δεν έχεις τίποτε άλλο να πεις. Εκτός μόνο απ’ αυτό που ανοίγεις ήδη το στόμα σου για να πεις: «Τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή· ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις. Γενηθήτω σοι ως θέλεις».

(Βασ. Μουστάκης, «Κιβωτός»)

Αρέσει σε %d bloggers: