Το πρωτείο της εσχατιάς όχι της εξουσίας

Κυριακή Ε΄Νηστειών

Στο σημερινό ευαγγέλιο ο Κύριος Βρίσκεται στο δρόμο για τα Ιεροσόλυμα μαζί με τους Δώδεκα. Η πορεία αυτή έχει προορισμό το πάθος και τον σταυρικό θάνατο. Μέσα από την οδύνη του θανάτου του σταυρού, θα ανοίξει για τον άνθρωπο τον δρόμο για την άνω Ιερουσαλήμ, την αιώνια Βασιλεία Του, την οποία ετοίμασε γι’ αυτόν «από καταβολής κόσμου» και την

οποία αυτός έκλεισε, γιατί διέκοψε την άγαπητική σχέση και κοινωνία του με τον Θεό και έζησε αυτόνομα.

Ο Χριστός, όπως σημειώνει το ευαγγέλιο, «ην προάγων αυτούς», δηλαδή προχωρούσε με προθυμία μπροστά από τους μαθητές Του. Δε δίσταζε να θυσιαστεί, αφού αυτό ήταν το θέλημα του Πατέρα Του και επομένως και δικό του. Όχι μόνο ως Θεός το ήθελε, αλλά και ως άνθρωπος «παραδόθηκε σ’ αυτό για την «υηερβάλλουσαν αγάπην» Του (Εφ. 3, 19) προς τον άνθρωπο, που θέλησε να σώσει. Για μας «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών», γι’ αυτό δεν θα παραιτηθεί καθόλου να θυσιάσει τη ζωή Του «Ίνα σώση ον έπλασεν άνθρωπον». Η πλήρης εκτέλεση του θελήματος του Πατέρα, θα είναι η ακατανίκητη δύναμή Του, με την οποία θα καταβάλει τον θάνατο μας και θα τον μεταποιήσει σε ζωή αθάνατη και θα βασιλεύσει σ’ ολόκληρη την Οικουμένη.

 

Προετοιμάζει τους Μαθητές

Για όσα πρόκειται να συμβούν, ο Χριστός προετοιμάζει τους Μαθητές Του. Πρέπει να μάθουν, ότι «εκών πάσχει». Το θέλει ο ίδιος, δεν του το επιβάλλουν. Δεν του επέβαλαν οι εχθροί το πάθος και από αδυναμία τάχα το δέχθηκε. Είναι δική του επιλογή και προτίμηση. Και αυτό είναι δύναμις. Αν ήθελε μπορούσε να το αποφύγει. Έτσι, όταν οι Μαθητές τον δουν να πάσχει και να ωδινάται ως άνθρωπος, να μη σκανδαλισθούν και να μη κλονισθεί η πίστη τους στη θεότητά του. Αλλά και για να μάθουν να κάνουν δική τους την «όδόν Κυρίου».

Ανακοινώνοντας λοιπόν «τα μέλλοντα αιτώ συμβαίνειν», λέγει στους Δώδεκα: Τώρα, που ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, ο «υιός του ανθρώπου» θα παραδοθεί στους αρχιερείς και τους γραμματείς, θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και στη συνέχεια θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους στρατιώτες να τον θανατώσουν, αφού προηγουμένως τον εμπαίξουν, τον μαστιγώσουν και τον φτύσουν. Με αυτά τα φοβερά βάσανα θα επαυξήσουν τον πόνο του μαρτυρίου του. Μετά όμως τα λυπηρά θα έρθει και η χαρά η μεγάλη, όταν «τη τρίτη ημέρα αναστήσεται». Αυτή είναι η «οδός Κυρίου». Είναι πέραν από κάθε λογική και αίσθηση, «εκτός των ορίων του κόσμου τούτου», ενός μυστηρίου υπερκόσμιου. Δεν επαρκεί ο νους του «πεπτωκότος ανθρώπου» να εννοήσει το μυστήριο, ότι για να φθάσουμε στην αθάνατη ζωή, πρέπει να περάσουμε μέσα από τον θάνατο της αμαρτίας, γιατί αυτή έφερε τον θάνατο και πρέπει να θανατωθεί. Είναι το μυστήριο το απόρρητο του Υιού του ανθρώπου, το «δει Αυτόν πολλά παθείν και εισελθείν εις την δόξαν Αυτού». Της «δόξης» προηγείται το «παθείν», για να θεραπεύσει με τον θάνατο του σταυρού, τον θάνατο της αμαρτίας μας και να τον μεταποιήσει σε ζωή αιώνιο. Γι’ αυτό και «έξω της πύλης» έπαθε. Έξω της επίγειας Ιερουσαλήμ, δηλαδή της νοοτροπίας του πεπτωκότος κόσμου, που δεν μπορεί να καταλάβει το Χριστό. Η οδός του Χριστού είναι οδός ταπείνωσης, αδοξίας, έ­σχατης κένωσης, σταυρού, θανάτου και ταφής, αλλά απαλλαγμένης από κάθε αμαρτία, πάνω στην οποία θα βασιλεύσει με την αναμαρτησία του. Γι’ αυτό είναι και οδός νίκης και δόξης και χαράς και θριάμβου πάνω στο θάνατο και αναστάσεως του ανθρώπου. Ο Χριστός θα εγκαινιάσει πρώτος την οδό αυτή, γιατί θα γίνει «πρωτότοκος των νεκρών», της «καινής κτίσεως», που θα ανέλθει στον ουρανό, τον οποίο έκλεισε η αμαρτία της παραβάσεως μας. Και η θέση αυτή θα είναι για όλους, που θα ακολουθούσουν την «οδόν Κυρίου» και θα αναδειχθούν νικητές της αμαρτίας.

 

Η «οδός» των Μαθητών

Οι Μαθητές άκουσαν από τον θείο Διδάσκαλο τα μεγάλα και φοβερά για τα πάθη και τον θάνατό Του. Μετά απ’ αυτά θα περίμενε κανείς να αυξήσουν την προς Αυτόν αγάπη τους και τον άγιο πόθο τους, ώστε να εκφράσουν την επιθυμία να μετάσχουν στα παθήματά Του «συμμορφούμενοι τω θανάτω αυτού» (Φιλιπ. 3, 10). Βέβαια αυτό δεν ήταν και εύκολο επίτευγμα. Μπορεί να ήταν «πρόθυμο το πνεύμα, αλλ’ η σαρξ ασθενής» για θυσίες. Για να αναχθούν από τα γήινα στα επουράνια, από τα αισθητά στα «υπέρ αίσθησιν», έπρεπε να κάνουν θυσίες. Ήταν αναγκαία η αυταπάρνηση, αλλά και η αφοσίωση και η αγάπη «εξ όλης ψυχής και καρδίας» στον Χριστό. Γι’ αυτή την αλλαγή δεν επαρκούσαν οι δικές τους δυνάμεις. Χρειάζονταν τη Βοήθεια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, για να «διανοιχθούν οι οφθαλμοί» της διανοίας των, που ακόμη δεν επιφοίτησε. Γι’ αυτό και για τέτοιες αναγωγές από τα αισθητά στα πνευματικά, οι Μαθητές «ήσαν έτι νωθείς» (= βραδυκίνητοι) όπως λέγει και ο υμνογράφος.

Τουλάχιστον ας έδειχναν κάποια κατανόηση στο δάσκαλο Τους, ας σιωπούσαν τη στιγμή που αυτός ξεκινούσε την οδό του μαρτυρίου, για να δώσει την «ψυχήν του λύτρο αντί πολλών». Δυστυχώς δεν έδειξαν ούτε την ελάχιστη κατανόηση, γιατί δεν διέθεταν ταπείνωση, πνεύμα θυσίας και αγάπης. Ήσαν υποταγμένοι στο πνεύμα αυτού του κόσμου.

Για να επέλθει μεταστροφή προς την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή ανάσταση, πρέπει να προηγηθεί το «δει αυτούς πολλά παθείν», όταν θα ακολουθήσουν την «όδόν Κυρίου». Τώρα οι επιθυμίες τους βρίσκονται εκτός της «οδού των θείων διδαγμάτων». Προχωρούν «με το πλοίον της οιήσεως» (Ιωάννης της Κλίμακος). Είναι δούλοι του πάθους της φιλαυτίας και της μεγαλαυχίας. Θέλουν να γίνουν μεγάλοι και πρώτοι. Όχι άπλα δεν θέλουν να πάθουν για τους άλλους, αλλ’ ούτε και για τη δική τους σωτηρία. Θέλουν να επιβάλλονται στους άλλους και να πάσχουν οι άλλοι γι’ αυτούς. Ζητούν τα μεγαλεία του κόσμου, γιατί «φρονούν τα επίγεια». Γι’ αυτό και μετά τις φοβερές αποκαλύψεις του Κυρίου, ότι θα παραδοθεί, θα εμπαιχθεί, θα μαστιγωθεί, θα σταυρωθεί, θα πεθάνει, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, που κινούνταν από το πάθος της υπερηφάνειας και υπεροψίας έναντι των άλλων Μαθητών, ζητούν πρωτοκαθεδρίες, για να ικανοποιήσουν το πάθος της φιλοπρωτίας και της κενοδοξίας τους. Αλλά και οι υπόλοιποι αγανακτούν γι’ αυτούς, γιατί κι’ αυτοί ήσαν δούλοι στα ίδια πάθη. Πόθος της καρδιάς τους ήταν η εξουσία και η δύναμη του κόσμου. Φαντάζονται τη Βασιλεία του Χριστού και τη δόξα Του να εγκαθίστανται στα Ιεροσόλυμα με τρόπο αισθητό, όπως και οι βασιλείες των διαφόρων εθνών. Γι’ αυτό και ζητούν συμμετοχή στην εξουσία και μάλιστα τις δυό πρώτες θέσεις δεξιά και αριστερά Του. Ήθελαν να απολαύσουν τις τιμές και τις δόξες του κόσμου και να υπηρετούνται από όλους, αφού όλοι οι άλλοι θα εξουσιάζονταν απ’ αυτούς. Έτσι θα συναριθμούνταν μεταξύ των μεγάλων. […]

 

«Ο μέγας και ο πρώτος»

Οι Μαθητές ποθούσαν την εξουσία, για να θεωρούνται μεγάλοι και πρώτοι μεταξύ των ανθρώπων. Ήταν κι αυτός ο πόθος αποτέλεσμα της υπερηφάνειας του πεπτωκότος ανθρώπου, που έφερε το θάνατο στο ανθρώπινο γένος. Από την υπερηφάνεια προέρχεται η κενοδοξία, που είναι η συγκεκριμένη αμαρτία στην περίπτωση αυτή των Μαθητών, δηλαδή η αγάπη και η προσπάθεια του ανθρώπου να δοξασθεί, όχι για σπουδαία κατορθώματά του, αλλά για μηδαμινά και μάταια πράγματα. Το σκοτάδι του πάθους αυτού, που καλύπτει τον νου, είναι τόσο πυκνό, που να μην είναι σε θέση να «δει» το «Βάθος και το ύψος» του Σταυρού του Χριστού, για να μπορέσει να σωθεί.

Ο Χριστός υποδεικνύει στους Μαθητές τον τρόπο απαλλαγής από το πάθος. Και, όπως λένε οι Πατέρες, τα πάθη θεραπεύονται «διά των εναντίων αρετών». Το πάθος π.χ. της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας θεραπεύεται με την ταπεινοφροσύνη, με την επιλογή της εσχατιάς, της αυτοεξουδένωσης ενώπιον του Θεού. Και αυτό βέβαια να γίνεται, όχι με τρόπο γενικό και αυτόνομο, για την αρετή και μόνο, αλλά «ένεκεν εμού», «διά τον εμόν λόγον», για την αγάπη του Κυρίου μας, που «έπαθεν υπέρ ημών εκουσίως» (=με τη θέλησή του).

Η οδός λοιπόν που πρέπει να ακολουθήσουν οι Μαθητές και όσοι επιθυμούν τη σωτηρία τους, είναι η νέκρωση της επιθυμίας του πρωτείου και του μεγαλείου, όπως τα φαντάζονται. Και αντ ’ αυτής να επιδιώξουν να γίνουν δούλοι και διάκονοι όλων. Όσο πιό πολύ κατεβαίνει κανείς, τόσο ανυψώνεται. Όσο πιό πολύ νεκρούται τόσο πιό πολύ ανίσταται. Συνανίσταται με τον Χριστό, αφού προηγήθηκε η συσταύρωση και η συννέκρωση με Αυτόν.

Αυτή είναι η γνώση του Θεού. Γνωρίζουμε το Χριστό, όχι σαρκικά, διανοητικά, αλλά με την εμπειρία της θυσίας των «θελημάτων και επιθυμιών της σαρκός», «συσταυρούμενοι και συναποθνήσκοντες» με Αυτόν. Ένα δε από τα πολλά αμαρτήματα και πάθη είναι και αυτό της φιλοπρωτίας και φιλαρχίας. «Μη ομοιούσθε τοις έθνεσιν εις το κατάρχειν (=στο να εξουσιάζετε) των ελαχιστοτέρων», έλεγε ο Χριστός. Αντίθετα μας καλεί να ανεχόμαστε όλους και να υπηρετούμε όλους. Επομένως οι θέσεις «εκ δεξιών και εξ ευωνύμων» δεν θα δοθούν κατά προτίμηση, αλλά τοις «αγωνισαμένοις και νικήσασι». Σε κείνους που θα διαγράψουν τους εαυτούς τους για τον κόσμο αυτό, που θα νικήσουν την υπεροψία και θα κατεβούν πιό πολύ στην ταπείνωση, την εσχατιά, τη θυσία, που θα άρουν τον σταυρό της μεγαλύτερης ταπείνωσης και της αγάπης, που θα γίνουν «έρημοι παθών». Δεν θα προτιμούν τους θρόνους, αλλά το λέντιο του δούλου, που θα πλένει τα πόδια όλων. Ακόμη δε και να είναι πρόθυμοι να πεθάνουν, για να σωθούν οι άλλοι. Αυτό είναι το «μείζον», το πρωτείο, το μεγαλείο. Αυτό πλέον είναι ανάσταση, γιατί σ’ αυτόν καταργήθηκε ο θάνατος της φιλαυτίας.

Αυτή η διακονία και η συγκατάβαση είναι ύψωση και δόξα. Έτσι μπορούμε να έχουμε μερίδα στη Βασιλεία του Χριστού.[…]

(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου, «Διήρχετο διά των σπορίμων», τ. Β΄-αποσπάσματα, εκδ. Ι.Μ.Λεμεσού)

Αρέσει σε %d bloggers: