Οι αυτόπτες μάρτυρες. (Κυριακή της Σαμαρείτιδος)


«Ος δ’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα »

Η Εκκλησία δεν καλεί τους ανθρώπους να δεχτούν απλώς με τη νόηση, ως «αρχή » ή «αξίωμα», ότι ο Χριστός ήταν τόσο άνθρωπος όσο και Θεός. Δε ζητάει «πίστη» με την έννοια της ατομικής νοητικής υποταγής σε ένα «υπερφυσι­κό» δεδομένο. Καταθέτει τη μαρτυρία της εμπειρίας των πρώτων «αυτοπτών μαρτύρων» της «Επιφανείας» του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, και καλεί τους ανθρώπους να μετάσχουν εμπειρικά σε έναν τρόπο υπάρξεως που επαληθεύει τη μαρτυρία των «αυτοπτών μαρτύρων».

Η Σαμαρείτιδα γυναίκα, που αναφέρεται στην  ευαγγελική περικοπή, είναι ακριβώς μια αυτόπτης μάρτυρας, που μέσα από την προσωπική της σχέση με τον Κύριο, μετά τη συνομιλία που είχαν, μαρτύρησε ελεύθερα στους ομοεθνείς της ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.

Η προσωπική ελευθερία

Το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας θεμελιώνεται σε αυτή την πρωταρχική αποκάλυψη: Ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός -δεν υπάρχει για τον Εαυτό Του, δε διεκδικεί υπαρκτική αυτονομία, η ύπαρξή Του είναι μαρτυρία και φανέρωση του προσώπου του Πατρός. Και αυτή η υπαρκτική μαρτυρία του προσώπου του Λόγου γίνεται προσιτή στην εκκλησιαστική εμπειρία χάρη στην παρέμβαση μιας τρίτης προσωπικής υποστάσεως; του Πνεύματος του Θεού, του Παρακλήτου. Το Πνεύμα ενεργεί τη μαρτυρία του Λόγου όχι ως απλή πληροφορία του Θεού Πατρός, αλλά ως ζωοποιό δυνατότητα, ανοιχτή σε κάθε προσωπική ύπαρξη που θα δεχτεί την υιοθεσία: θα δεχτεί να πραγματοποιήσει με τον Θεό τήν ίδια σχέση ζωής που έχει ο Γιός με τον Πατέρα.

Ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου

Έτσι το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας, το καινούργιο για την ανθρώπινη ιστορία άγγελμα που κομίζει, συνοψίζεται σε αυτή τη θεμελιώδη πρόταση-κλήση: Να υπάρξει και ο άνθρωπος με τον τρόπο του Θεού, τον τρόπο της ελευθερίας από κάθε αναγκαιότητα φθοράς και θανάτου, τον τρόπο της αγάπης, της αυθυπέρβασης. Να συσχηματιστεί με τον τρόπο υπάρξεως των θείων προσωπικών Υποστάσεων, να πάψει να αντλεί την ύπαρξη από τη φύση, τη βιολογική και ψυχολογική του ατομικότητα που είναι φθαρτή και θνητή, να μεταθέσει τη δυνατότητα της υπάρξεως στην ελευθερία της προσωπικής σχέσεως, στη ζωή ως άγαπητική κοινωνία.

Αυτή η πρόταση – κλήση δεν είναι μια ηθική απλώς προτροπή. Οι ηθικές προτροπές και οι αντίστοιχες ηθικές προσπάθειες δεν αρκούν για να μεταβάλουν τον τρόπο της υπάρξεως του θνητού ατόμου. Όσο κι αν αναπτύξει ο ατομικός άνθρωπος ένα τέλειο ήθος φιλαλληλίας και ανιδιοτέλειας, όσες αρετές κι αν αναπτύξει, δε θα πάψει να είναι θνητός – «την γαρ φύσιν εαυτού νικήσαι τινά των ουκ ενδεχομένων εστί».

Η Σαμαρείτιδα γυναίκα ομολογεί, κατά τον διάλογό της με τον Χριστό, την περιπλάνησή της κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, τη θνητότητα και την αστοχία της, γι’αυτό και αναθέτει την ελπίδα της υπάρξεως στην άπειρη αγάπη και το έλεος του Αγίου Τριαδικού Θεού οδηγώντας έτσι τη ζωή της στη θεογνωσία που την καθιστά ουσιαστικά ελεύθερη. Έτσι αναδεικνύεται, ως Αγία Φωτεινή, κήρυκας της Βασιλείας του Θεού, του Ζώντος ύδατος, μάρτυς και ισαπόστολος.

(Αγαθαγγέλου Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου»

πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Αρέσει σε %d bloggers: