Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης: Σύντομος Βιογραφία (μέρος 2ο)

β’. Μαθητής στο Γυμνάσιο Σύρου

«Με την βοήθειαν του Θεού ετελείωσα το Δημοτικόν Σχολείον Λευκών ως και το Σχολαρχείον Πάρου. Εξεδήλωσα επιθυμίαν να συνεχίσω εις τα γράμματα. Ο νομός Κυκλάδων, όπου σήμερον λειτουργούν άνω των 30 γυμνάσια και λύκεια, είχε τότε ένα μόνον γυμνάσιον, το περίφημον Γυμνάσιον Σύρου, εις το οποίον συνέρρεον μαθηταί εξ όλων των Κυκλάδων νήσων. Εις το Γυμνάσιον τούτο εφοίτησα τα έτη 1921-1925. Ήμουν επιμελής μαθητής και εις όλας τας τάξεις ηρίστευα. Ηυτύχησα δε να έχω λαμπρούς γυμνασιάρχας, τους αείμνηστους Ιωάννην Ρώσσην, σοφόν συγγραφέα σχολικών βιβλίων και δη του Λεξικού Ανωμάλων Ρημάτων, και τον Κωνσταντίνον Γαβράν, οι οποίοι, ερασταί της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, μετέδιδον εις τους μαθητάς την αγάπην προς τα ελληνικά γράμματα. Κατά το διάστημα δε αυτό την Ερμούπολιν επεσκέπτετο και ο π. Φιλόθεος, ο οποίος με τα κηρύγματά του και προ παντός με την αγίαν ζωήν του μας ενέπνεε.

Αισίως ετελείωσα το γυμνάσιον. Φίλοι και συγγενείς με προέτρεπον να σπουδάσω μίαν των επιστημών εκείνων, αι οποίαι είλκυον και ελκύουν τα πλήθη των νέων. Αλλ’ εγώ απεφάσισα να σπουδάσω θεολογίαν. Όταν ύστερον από μίαν εξομολόγησιν εις τον π. Φιλόθεον ανεκοίνωσα την απόφασίν μου εις τον αείμνηστον πατέρα μου, ούτος συνεκινήθη βαθέως, εδάκρυσε και μου είπε· «Παιδί μου, αν και εις το σπίτι μας έχουμε τρία ανύπανδρα κορίτσια που έχουν ανάγκην προστασίας, εν τούτοις δεν σου φέρω κανένα εμπόδιον. Μόνον πρόσεξε πολύ να φανής αντάξιος της κλήσεώς σου…»»[1].

Μέσα σε ένα περιβάλλον που ήδη ειχε αρχίσει να διαβρώνεται από διάφορες άντιχριστιανικές ιδέες και ήθη, ο Ανδρέας κρατα σταθερά τη γραμμή πλεύσεως που είχε χαράξει. Σε κάθε τάξι πρωτεύει και βραβεύεται μάλιστα με το περίφημο Κοσκορόζειο βραβείο. Πρώτος και στις συζητήσεις, οπού έβγαινε πάντα νικητής, χωρίς να του λείπη και το χιούμορ. Ζούσε λιτή ζωή με πολλή μελέτη και τήρησι των νηστειών, έστω και αν ήταν μακριά άπο το σπίτι· αυτό είχε ως αποτέλεσμα συχνές γρίππες. Ίσως αυτές οι νηστείες και η υπερβολική μελέτη επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την υγεία του. Σπάνια έβγαινε τις ελεύθερες ώρες στους δρόμους με τους συμμαθητάς του. Κι αυτές πήγαινε η στα δικαστήρια η σε ήσυχα μέρη η στο νεκροταφείο, για να φιλοσοφήση επάνω στην ματαιότητα του κόσμου αλλά και να θαυμάση τα έργα τέχνης που στόλιζαν τάφους μεγάλων ευεργετών. Διάβαζε τότε έφημερίδες που περιέγραφαν τα συνταρακτικά νέα από το μικρασιατικό μέτωπο. Παραλλήλως διεκπεραίωνε με επιτυχία εμπορικές υποθέσεις του πατέρα του[2]. Είνε η περίοδος που οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία φτάνουν και στην Πάρο· μεγάλη είνε η εντύπωσι που προξένησε η άφιξί τους στο νεαρό τότε μαθητή[3].

Την περίοδο εκείνη ειχε αλληλογραφία και με τον π. Φιλόθεο Ζερβάκο (παραλλήλως με την προσωπική επαφή) και με τον Δημήτριο Παναγιωτόπουλο της αδελφότητος «Ζωή», στον οποίο εξέθετε τις άνησυχίες του για την διασπορά στην κοινωνία αθεϊστικών ιδεών και κοσμικών ηθών [4]. Διψά επίσης να διαβάζη και κάθε άλλο χριστιανικό περιοδικό και βιβλίο καθώς και το μεγάλο βιβλίο της φύσεως. Επί πλέον νοιάζεται για την σωστή αγωγή των τριών αδελφών του[5]. Οι παρέες του ακόμη και στις διακοπές στην Πάρο είνε λιγοστές, η δε τάσι προς τα θεία έντονη[6]. Μέσα στην εκκλησία στέκεται πραγματικά με φόβο Θεού· ακίνητος, προσηλωμένος, χωρίς να στριφογυρίζη[7]. Ζη σαν κοσμοκαλόγηρος· καλλιεργεί ιδιαίτερα την προσευχή. Επάνω σε ένα βιβλίο του γράφει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς». Συντομωτάτη προσευχή, την οποίαν ο κάθε χριστιανός πρέπει να λέγη νοερώς καθ’ έκάστην πολλάκις· ωφελεί πολύ. Α.Ν. Καντιώτης»[8]. Και προς τους γονείς του επιστέλλει· «…Πολλάκις τα λόγια της πίστεώς μας χαροποιούν τον άνθρωπον περισσότερον κατά πολύ από τα χρήματα και άλλα» [9]. Νοιάζεται όμως να τους ευχαριστήση, διότι κοπιάζουν δι’ εκείνον[10].

Η προσωπικότης του ήδη έχει διαμορφωθή και αφήνει γύρω του «ζωηρές εντυπώσεις και με θαυμασμό και έπαινο εκφράζονται γι’ αυτόν μέχρι σήμερα»[11]. Ένας γυμνασιάρχης του μάλιστα έλεγε: «Δύο προσωπικότητες πέρασαν από το Γυμνάσιο Σύρου· ο Βενιζέλος και ο Καντιώτης» (κατά μαρτυρία της Αικατερίνης Άλιπράντη-Χατζηνικολάου). Μπορούμε να πούμε, ότι ο π. Αυγουστίνος ήταν αφωρισμένος εκ κοιλίας μητρός[12]. Η, όπως απλά το είπε μία φίλη της μητέρας του, «ο Αυγουστίνος ήτανε σφραγισμένος από μικρός» [13].

γ’. Φοιτητής στην Αθήνα

«Ο αείμνηστος πατήρ μου, μετά την απόφασιν να σπουδάσω θεολογίαν εις Αθήνας, αγωνιών δια την ζωήν μου εντός της πρωτευούσης, με ωδήγησεν εις την Αδελφότητα «ΖΩΗ», με την οποίαν συνεδέετο όχι μόνον ως συνδρομητής αλλά και ως αντιπρόσωπος των συνδρομητών της Πάρου. Εγενόμην δεκτός. Παρέμεινα υπό την στέγην του οικοτροφείου της «ΖΩΗΣ» επί μίαν τετραετίαν, το κατά δύναμιν εργαζόμενος και σπουδάζων. Περίοδος εξαιρετικών ευλογιών δι’ εμέ η, περίοδος των φοιτητικών μου χρόνων. Πρώτη ευλογία ήτο το ότι ηξιώθην να ίδω τον άγιον εκείνον κληρικόν, τον ιδρυτήν της Αδελφότητας «ΖΩΗ», τον π. Ευσέβιον Ματθόπουλον, συγγραφέα του περίφημου βιβλίου: «Ο προορισμός του ανθρώπου». Του π. Εύσεβίου τα κηρύγματα των τελευταίων ετών εις τον ιερόν Ναόν Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μοναστηρακίου παρηκολούθουν ανελλιπώς. Άλλη ευλογία ήτο ότι επί διετίαν περίπου διετέλεσα υπογραφεύς του αειμνήστου Παναγιώτου Τρεμπέλα, κορυφαίου θεολόγου, όστις όρθρου βαθέος ηγείρετο και συνέγραφε. Ιδιαιτέρως ενθυμούμαι ότι το επί τη κοιμήσει του αειμνήστου π. Ευσεβίου (29 Ιουλίου 1929) άρθρον υπηγόρευεν εις εμέ διακοπτόμενος από λυγμούς και δάκρυα. Άλλη ευλογία, διά την οποίαν ευγνωμονώ τον Θεόν, είνε ότι ως φοιτητής υπήρξα ακροατής πανεπιστημιακών παραδόσεων και άλλων βεβαίως καθηγητών, αλλ΄ όλως ιδιαιτέρως του αειμνήστου Χρήστου Ανδρούτσου, κορυφαίου ορθοδόξου θεολόγου και φιλοσόφου»[14].

Στην Αθήνα ο π. Αυγουστίνος ρουφά σαν τη μέλισσα ο,τι καλό του προσφέρει το περιβάλλον. Η ζωή του, όπως των δύο μεγάλων αγίων πατέρων Βασιλείου και Γρηγορίου όταν σπούδαζαν εκεί, περικλείεται ανάμεσα στο πανεπιστήμιο, την εκκλησία, το οικοτροφείο. Διακρίνει τις μεγάλες μορφές και αντλεί από αυτές. Στο οικοτροφείο της «Ζωής» θα συνδεθή στενώς και με τον κατοπινό συνοδοιπόρο του στους εκκλησιαστικούς αγώνες π. Χριστοφόρο Καλύβα.

Εάν για έναν άπόστολο Παύλο ήτο αναγκαία η έρημος της Δαμασκού, εάν για έναν Ιωάννη Χρυσόστομο χρειάστηκε η θητεία κοντά σε ερημίτας της Συρίας, και για τον π. Αύγουστΐνο η θεία πρόνοια οικονόμησε ένα καιρό που θα παρέμενε μακριά από τον κόσμο, για να γνωρίση τον εαυτό του και να κατασταλάξη στον προορισμό του.

«Τον Δεκέμβριον του 1929, εις ηλικίαν 22 ετών, έλαβα το πτυχίον της Θεολογίας με βαθμόν «άριστα». Αλλά καλύτερον να μη το ελάμβανον με «άριστα». Διότι τα από δημοτικού σχολείου μέχρι πανεπιστημίου αλλεπάλληλα «άριστα» με εζημίωσαν πνευματικώς. Το ομολογώ δημοσίως. Αλαζονεία τις με κατέλαβεν επί τη θεολογική γνώσει. Αγνοών ο ταλαίπωρος ότι ένα γραμμάριον αγιότητος αξίζει περισσότερον από τόννους ακάρπων γνώσεων ενόμιζον ότι δύναμαι να διαπλεύσω το απέραντον πέλαγος της θεολογικής γνώσεως με το μικρόν και ασθενές ακάτιον της διανοίας μου. Εμέθυσα μέθην άνευ οίνου, μέθην γνώσεως. Και ως μεθύων δεν ήκουον τας συμβουλάς των ειλικρινώς αγαπώντων με πνευματικών πατέρων. Ακάθεκτος ωρμών προς την γνώσιν. Και ο Θεός με εταπείνωσε δια την αλαζονείαν μου αυτήν. Εγκατέλειψα περιβάλλον ανεκτιμήτου πνευματικής αξίας αντί πινακίου γνώσεως, περιβάλλον του οποίου την αξίαν και ο αγαπητός μου ιεροκήρυξ π. Χριστόφορος Καλύβας, συμφοιτητής μου τότε εν τω κύκλω της Αδελφότητος, ομολογεί εις το εσχάτως εκδοθέν βιβλίον του περί μοναχισμού και αδελφοτήτων.

Υπό της αφροσύνης μου λοιπόν εξεσφενδονίσθην πολύ μακράν τοπικώς αλλά και πνευματικώς. Εξεσφενδονίσθην εις την νήσον Ίον των Κυκλάδων, η οποία ήτο τότε τόπος εξορίας. Η μακρά εκεί παραμονή μου υπήρξεν η Σαχάρα του βίου μου. Επιστήμων(!) εγώ, έγινα διδάσκαλος διδάσκων εις τα αθώα παιδία της νήσου το ελληνικόν αλφάβητον! Ζουν και σήμερον εν Ίω εκείνοι που με ενθυμούνται ως διδάσκαλόν των. Κύριε, «αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. 118,71)»[15].

Ο πατέρας του είχε κοιμηθή το 1929 -το ετος που ο Ανδρέας πήρε το πτυχίο- σε ήλικία 59 έτών. Έτσι η ευθύνη για την οικογένεια βάρυνε τώρα περισσότερο στους δικούς του ώμους. Στην Ίο παρέμεινε πέντε χρόνια βοηθώντας τη μητέρα του στο έργο της διδασκαλίας. Παραλλήλως φρόντιζε για την αποκατάστασι των τριών αδελφών του μένοντας πιστός στην πατρική εντολή.

Β’. ΔΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ

α’. Η κλήσις

«Ο δαίμων της υπερηφανείας προς καιρόν με εγκατέλειψεν, αλλ’ ήρχισε να με πειράζη άλλος δαίμων, χειρότερος, ο δαίμων της απελπισίας. Και εκινδύνευσα ν’ απολεσθώ πνευματικώς. Αλλ’ ο Κύριος έστειλεν εις την Ίον τον άγγελόν του, ο οποίος με επαρηγόρησε τα μέγιστα και με ενεθάρρυνεν. Ήτο ο αείμνηστος Λάζαρος Χατζηθέμελης, περιοδεύων ιεροκήρυξ-θεολόγος. Ούτος αποχαιρετών με εις την αποβάθραν του λιμένος της νήσου μου υπενθύμισε χωρίον του αποστόλου Πέτρου’ «Ταπεινώθητε υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ. Πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλει περί υμών[16].

Και όντως τω Κυρίω μέλει περί ημών! Ενώ οι άνθρωποι με είχον λησμονήσει και έζων έρημος και άγνωστος, ο Κύριος δεν με ελησμόνησεν. Εκ βάθους με ανέσυρε. Πώς; Μίαν βροχεράν ήμέραν του Δεκεμβρίου του έτους 1934, ενώ μετέβαινον εις το Δημοτικόν σχολείον, βλέπω εις τον δρόμον ένα μικρόν γράμμα – επισκεπτήριον. Άλλος τις ίσως δεν θα το επρόσεχε. Αλλά κάτι με έσπρωξε μέσα μου να σκύψω και να το ανασύρω από την λάσπην. Το άνοίγω και διαβάζω· «Ανδρέα (αυτό ήτο το ονομά μου ως λαϊκού), η θέσις του Γραμματέως της Μητροπόλεώς μου εκενώθη. Σπεύσε. Σε αναμένω…». Ήτο γράμμα, το οποίον εκ Μεσολογγίου μου απέστειλεν ο αείμνηστος Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας Ιερόθεος. Το γράμμα τούτο κατ’ εμέ ήτο μία κλησις, μία πρόσκλησις του Θεού, διά ν’ αναλάβω διακονίαν εν τη Εκκλησία. Και πως ευρέθη εις την λάσπην; Είχε πέσει από τας χείρας του γέροντος ταχυδρομικού διανομέως κατά την ψυχράν εκείνην ημέραν του χειμώνος. Και εις την περίπτωσιν αυτήν είδον διά μίαν ακόμη φοράν εν τοις πράγμασι την άληθειαν που διεκήρυξεν ο Κύριος ειπών «Και αι τρίχες της κεφαλής υμών πάσαι ηριθμημέναι εισίν»[17]. Ο δε Μέγας Βασίλειος, ομιλών σχετικώς λέγει· «Πολλάκις και εν τοις μικροτάτοις η σοφία και η πρόνοια του Θεού διαφαίνονται»»[18].

Σημειώσεις:

1. περ. «ΧΡΙΣΤ. ΣΠΙΘΑ» φ. 440/1985.

2. βλ. Νίκου Αλιπράντη ε.α., σελ. 60-61, 75, 64-65, 66, 64, 68.

3. βλ. αγιογραφικό μάθημά του στην Β΄ προς Θεσσαλονικείς εν περ. «ΣΤΑΥΡΟΣ» τ. 427/1998, σελ. 137-139.

4. Ν. Αλιπράντη, ε.α. σελ. 80, 72.

5. ε.α. σελ. 73-76.

6. ε.α. σελ. 77.

7. ε.α. σελ. 78.

8. ε.α. σελ. 85.

9. ε.α. σελ. 66.

10. ε.α.

11. ε.α. σελ. 71.

12. βλ. Γαλ. 1,15· πρβλ. Ιερ. 1,5.

13. ε.α. σελ. 76.

14. περ. «Χριστ. Σπίθα» φ. 440/1985.

15. περ. «Χριστ. Σπίθα» φ. 440/1985.

16. Α΄ Πέτρ. 5,6-7.

17. Ματθ. 10,30.

18. περ. «ΧΡΙΣΤ. ΣΠΙΘΑ» φ. 440/1985.

πηγή: Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης, Σύντομος βιογραφία, Ιερά Κοινοβιακή Μονή «Ζωοδόχος Πηγή» Λογγοβάρδας, Πάρος 2010, Ημερολόγια – Εκδόσεις «Κυπρής», 1η ανατύπωσις Σεπτέμβριος 2010

Αρέσει σε %d bloggers: