Ο ιερομάρτυρας άγιος Ερμογένης, επίσκοπος Τομπόλσκ

Ο ιερομάρτυρας επίσκοπος Τομπόλσκ Ερμογένης γεννήθηκε στις 25 Απριλίου 1858 στην πόλη Χερσώνα, από ιερατική οικογένεια. Σπούδασε μαθηματικά, νομικά και ιστορία-φιλολογία στο πανεπιστήμιο Νοβοροσίσκ. Στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, το 1889. Χειροτονήθηκε το 1892. Το 1900 προχειρίσθηκε σε αρχιμανδρίτη. Καταδίκασε με παρρησία τον Ρασπούτιν και τα καμώματά του στην τσαρική αυλή. Γι’ αυτή του την τολμηρή πράξη εξορίστηκε το 1912 σ’ ένα μακρινό μοναστήρι της Λευκορωσίας, στην περιοχή Ζερόβιτσι. Εκεί παρέμεινε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1917. Συχνά έλεγε: «Μας περιμένουν αλλαγές. Η επανάσταση θα είναι η τιμωρία του λαού για την πονηρία, την ψυχρότητα και την προδοσία του στην πίστη». Στις 8 Μαρτίου 1917, ο αρχιμανδρίτης Ερμογένης εξελέγη επίσκοπος Τομπόλσκ. Η έδρα αυτή έγινε και ο Γολγοθάς του. Το 1918, ο Πατριάρχης Τύχων είχε δώσει ευλογία να κάνουν λιτανείες σε όλες τις πόλεις, για να ενισχυθεί ο λαός, βλέποντας τη μητέρα Εκκλησία ν’ αντιστέκεται στις δυνάμεις του σκότους. Ο επίσκοπος Ερμογένης είπε στον κλήρο και το λαό της επαρχίας του: «Πατέρες και αδελφοί, πρέπει με θάρρος να ομολογήσουμε δημόσια ότι παραμένουμε αμετακίνητοι στην πίστη των προγόνων μας».

Στις 13 Απριλίου οι μπολσεβίκοι έκαναν έφοδο στο σπίτι του. Ο επίσκοπος απουσίαζε. Από τη μανία τους κατέστρεψαν ένα εκκλησάκι που είχε. Μετά τον εσπερινό πήγε στο σπίτι του, με συνοδεία πολλών πιστών, γι’ αυτό και οι αρχές δεν μπόρεσαν να τον συλλάβουν. Στις 2 όμως μετά τα μεσάνυχτα του πήγαν έγγραφο-κλήση για ανάκριση. Ο επίσκοπος αμέσως συλλογίστηκε το ποίμνιό του, τί θ’ απογίνει αποίμαντο αυτές τις δύσκολες στιγμές. Για τον εαυτό του δεν έκανε την παραμικρή σκέψη. Το πρωί –παρ’ όλη την αυστηρή απαγόρευση – ο επίσκοπος έκανε τη λιτανεία  στους δρόμους. Ακολούθησαν έφιπποι στρατιώτες του «κόκκινου στρατού». Οι αρχές είχαν εξοργιστεί. Μόλις ολοκληρώθηκε η λιτανεία, δεν επέτρεψαν στους πιστούς, αυτή τη φορά να συνοδεύσουν τον αρχιερέα στο σπίτι του. Ο κόσμος δεν υπάκουσε και οι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν στα τυφλά. Ο επικεφαλής τους διέταξε τον επίσκοπο να πάρει γρήγορα τα προσωπικά του είδη,  για να τον οδηγήσουν στη φυλακή. Εκείνος, μόλις μπήκε στο σπίτι του, εξομολογήθηκε σ’ έναν ιερομόναχο που βρισκόταν εκεί. Στη συνέχεια τον οδήγησαν στο επιτελείο του «κόκκινου στρατού» της περιοχής. Στις καρδιές των πιστών επικρατούσε μεγάλη ανησυχία. Οι αρχές, φοβούμενες τη λαϊκή αντίδραση, τοποθέτησαν πάνοπλους φρουρούς στους γύρω δρόμους. Με συνοδεία στρατιωτικού αποσπάσματος, πήγαν τον επίσκοπο Ερμογένη στην πόλη Αικατερίνμπουργκ. Εκεί τον φυλάκισαν. Τον Μάιο πήγε κληρικολαϊκή αντιπροσωπεία, ζητώντας την απελευθέρω­σή του. Οι μπολσεβίκοι τους είπαν να συγκεντρώσουν εκατό χιλιάδες ρούβλια (τεράστιο για την εποχή εκείνη ποσό) για να τον απελευθερώσουν. Οι πιστοί με χίλιες δυό στερήσεις κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν το ποσό. Όταν τους το παρέδωσαν, όχι μόνο δεν ελευθερώθηκε ο επίσκοπος, αλλά συνελήφθησαν κι αυτοί που συγκέντρωσαν τα χρήματα!

     Την επομένη, τον επίσκοπο μαζί με τους συγκρατούμενους του τους έστειλαν στην πόλη Τιουμέν. Εκεί, στις 14 Ιουνίου 1918, εκτέλεσαν όλους τους κρατουμένους, εκτός από τον Ερμογένη κι έναν Ιερέα, ονόματι Πέτρο Καρέλιν. Η επαύριο ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του αρχιερέα. Τότε ο «κόκκινος στρατός» ετοιμαζόταν για τις μάχες κατά των στρατευμάτων της «λευκής» φρουράς, της προσωρινής κυβέρνησης της Σιβηρίας. Οι στρατιώτες κατασκεύαζαν φράγματα για τα ποταμόπλοια. Διέταξαν το δεσπότη και τον π. Πέτρο να τους βοηθήσουν. Καθώς δούλευαν, ο επίσκοπος προσευχόταν κι έψελνε πασχαλινούς ύμνους. Κάποια στιγμή που τους οδηγούσαν από το ένα πλοίο στο άλλο, ο Ερμογένης είπε χαμηλόφωνα σ’ ένα ναύτη: «Πείτε στους χριστιανούς να προσεύχονται για μένα, διότι σύντομα θα με καλέσει ο Κύριος!» Στις 23.30 το ίδιο βράδυ, στο πλοίο Οκά που έπλεε στον ποταμό Τούρα -προς την πλευρά του Τομπόλσκ- οδήγησαν στο κατάστρωμα τον π. Πέτρο κι έδεσαν στα πόδια του δύο πέτρες από γρανίτη. Αμέσως μετά τον έριξαν στο ποτάμι. Σε μία ώρα, όταν το καράβι έφθασε κοντά στο χωριό Καραμπάνεϊ, οι στρατιώτες είδαν ότι πλησίαζε ένα πλοίο που λεγόταν Μαρία, πάνω στο οποίο βρίσκονταν άνδρες της «λευκής» φρουράς. Το Οκά άρχισε να υποχωρεί. Καθώς έστριβε, οι στρατιώτες οδήγησαν στο κατάστρωμα τον επίσκοπο Ερμογένη και τον χτύπησαν αλύπητα στο πρόσωπο. Έσκισαν το ράσο και το εσώρασό του και τα πέταξαν στο νερό. Μισόγυμνος ο επίσκοπος προσευχόταν και τους ευλογούσε! Στη συνέχεια. έδεσαν στο λαιμό του ένα χοντρό σχοινί και στην άλλη άκρη του έδεσαν μια βαριά πέτρα, εξήντα δύο κιλών. Ο ιερομάρτυρας συνέχισε να προσεύχεται και να τους ευλογεί! Ήταν 16 Ιουνίου 1918, όταν ο επίσκοπος Ερμογένης πορεύθηκε από την κοίτη του πόταμου Τούρα προς την αιωνιότητα. Όταν έδιωξαν τον «κόκκινο στρατό» από την περιοχή, βρήκαν το σκήνωμα του ιερομάρτυρα, το ανέσυραν στην επιφάνεια και το μετέφεραν μ’ ευλάβεια στο Τομπόλσκ. Το σκάφος που μετέφερε το ιερό σκήνος το υποδέχθηκαν στο λιμάνι χιλιάδες λαού, κρατώντας εικονίσματα που έφεραν από τα σπίτια τους, όπου τα είχαν κρυμμένα. Η κηδεία έγινε στις 28 Ιουλίου. Πολλοί Θυμήθηκαν τα λόγια του: «Εγώ παρακαλώ αυτούς που τώρα εξουσιάζουν τη χώρα, να μην πειράζουν την Εκκλησία, τη λατρευτική ζωή. Ό,τι κι αν λένε εις βάρος μου, δεν πειράζει. Τους συγχωρώ από την καρδιά μου!».

 

(Αρχ. Νεκτάριου Αντωνόπουλου, «Ρώσοι Νεομάρτυρες και Ομολογητές», εκδ. Ακρίτας, σ. 111-114)

 

Πηγή : http://fdathanasiou.wordpress.com/2012/02/13/%ce%bf-%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%bf%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%af%cf%83%ce%ba/

Αρέσει σε %d bloggers: