Ο Γερμανός Καραβαγγέλης και η εποχή του

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Όταν έφθανε στην Καστοριά ο Γερμανός Καραβαγγέλης το 1900 η κατάσταση της Μακεδονίας δεν ήταν η καλύτερη για τον Μακεδόνικο Ελληνισμό, αφού η Εξαρχική προπαγάνδα είχε δραστηριοποιηθεί πάνω από 40 χρόνια, συνεργεία του Πανσλαβισμού. Ο Μακεδόνικος Ελληνισμός ανθίστατο μόνος, εφ’ όσον το νεοελληνικό κράτος ήταν απορροφημένο στην επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. Βεβαίως, υπάρχουν πολλές κατηγορίες για την αδύναμη πολιτική των Αθηνών, αλλ’ οπωσδήποτε δεν έλειπαν και οι δυναμικές εκείνες προσωπικότητες πού νοιάζονταν για τη Μακεδονία· μετά το μούδιασμα της ήττας του 1897 είχε ασφαλώς αναπτύξει καίρια δραστηριότητα η Εθνική Εταιρεία και η ελληνική κυβέρνηση φρόντιζε να ενισχύει το εθνικό φρόνημα με την ίδρυση των σχολείων, άλλωστε τα 1.000 και πλέον ελληνικά σχολεία με τις 70.000 των μαθητών, έδειχναν πασίδηλα την πολιτισμική και πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων της Μακεδονίας πού μολονότι ήταν ανοργάνωτοι κατά τη συνήθεια τους, μπορούσαν, στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις, να αντιμετωπίσουν τη βουλγαρική επιθετικότητα. Και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, αντιθέτως οφείλουμε να υπογραμμίσουμε δεόντως την αντίσταση των εντοπίων δυνάμεων το 1897 στο μνημόσυνο των πεσόντων εντοπίων Μακεδομάχων αριθμούνταν 700 και πλέον νεκροί ήρωες της περιόδου 1850-1897, όπως αναφέρει ο Νοτιοελλαδίτης Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης.

Και ο Ελληνισμός της Μακεδονίας έπρεπε να αντιμετωπίσει τη σερβική προπαγάνδα πού είχε ήδη από το 1901 226 δημοτικά σχολεία, επίσκοπο στα Σκόπια από το 1896 και λίγο αργότερα στα Βελεσσά και τη Δίβρη. Και ήταν αναπτυγμένη, κατά τον ίδιο καιρό, και η ρουμανική προπαγάνδα, πού πίεζε τους βλαχόφωνους Έλληνες να δεχθούν την δήθεν ρουμανική καταγωγή τους. Από βουλγαρικής πλευράς από καιρού οι δύο βουλγαρικές οργανώσεις, η Μυστική Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση (αυτονομιστική) η γνωστή ως ΕΜΕΟ και το Ανώτατο Μακεδόνικο κομιτάτο (Βερχόβεν κομιτέτ) επιχειρούσαν πλήρη κυριαρχία στη μακεδόνικη ύπαιθρο. Ήταν η εποχή πού το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου δέσποζε η εκρηκτική προσωπικότητα του Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ του Μεγαλοπρεπούς, στη β’ συγκλονιστική πατριαρχία του (1901-1902) άλλαξε την πολιτική του στέλνοντας δυναμικούς μητροπολίτες στη Μακεδονία, μεταξύ των οποίων το Γερμανό Καραβαγγέλη και το Χρυσόστομο Καλαφάτη πού τοποθέτησε στη Δράμα. Την άλλαξε μερικώς, χωρίς να απολέσει την οικουμενικότητά του, επί τω σκοπώ να προστατεύσει το ποίμνιο του πού κινδύνευε από την εξαρχική προπαγάνδα.

Οι νέοι αυτοί ιεράρχες πού έστειλε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη Μακεδονία ήσαν, πλην των Γερμανού Καραβαγγέλη και Χρυσοστόμου Καλαφάτη, οι Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, Φώτιος Καλπίδης (Κορυτσά), Θεοδώρητος Βασματζίδης (Νευροκόπι), Ειρηναίος Παντολέοντος (Μελένικο), Στέφανος Δανιηλίδης (Έδεσσα), Γρηγόριος Ωρολογάς (Στρώμνιτσα), Αιμιλιανός Λαζαρίδης (Γρεβενά).

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ αρνούνταν να δεχθεί τον Χρυσόστομο Καλαφάτη, όχι βεβαίως διότι ανήκε στην άντιωακειμική προπαγάνδα, αλλά κυρίως διότι υπερέβαλε στη δραστηριότητα του στην Ανατολική Μακεδονία την πατριαρχική πολιτική, περνώντας πλέον στην εθνική και όχι στην εθναρχούσα του Πατριαρχείου, πολιτική, άλλωστε, πού ακολούθησε και κατά τη θητεία του στη Σμύρνη, με τα γνωστά αποτελέσματα. Επί του προκειμένου, έχουμε ικανές πληροφορίες, ενώ για το Γερμανό Καραβαγγέλη, εξ όσων γνωρίζω, λείπουν οι γραπτές. Ωστόσο, η όλη πολιτική του τόσο στην Καστοριά, όσο και στην Αμάσεια του Πόντου κατά την περίοδο 1910-1922, ήταν ομόλογη αυτής του Χρυσοστόμου Καλαφάτη. Για την ώρα λείπουν οι σχετικές ειδήσεις για πιθανές συνεννοήσεις των δύο ανδρών, αν και είναι φανερό ότι στοιχούνταν στους παλμούς της Μεγάλης Ιδέας και όχι της οικουμενικής τοιαύτης του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τελικώς και οι δύο απομακρύνθηκαν από τη μητρόπολη τους εξαιτίας αυτής της πολιτικής τους, ο μέν Γερμανός Καραβαγγέλης από την Καστοριά το Μάιο του 1907, ο δε Χρυσόστομος Καλαφάτης τον Οκτώβριο του 1907. Ο Χρυσόστομος, μάλιστα, ύστερα, από τις συνεχείς πιέσεις της Βρεττανικής Χωροφυλακής της συνθήκης του Mürsterg στο Πατριαρχείο και στην Υψηλή Πύλη. Το αυτό και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ύστερα από ενέργειες του Ρώσσου και Άγγλου πρεσβευτού στην Κωνσταντινούπολη και των Βουλγάρων στην Υψηλή Πύλη και στον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ’.

Από την αλληλογραφία του Χρυσοστόμου προκύπτει ότι οι δύο άνδρες αλληλογραφούσαν. Σε επιστολή του από 6 Ιουλίου 1907 προς τον Γερμανό, ο Χρυσόστομος θεωρεί υποκριτές και ταρτούφους τους Ευρωπαίους της Διεθνούς Χωροφυλακής, και ιδιαιτέρως τους Άγγλους της γηραιάς αλβιώνος πού διαστρεβλώνουν τα γεγονότα, γι’ αυτό, έγραφε, οι δύο τους ώφειλαν να αγωνισθούν δημιουργώντας ετσι τα πράγματα ώστε θέλοντες μή θέλοντες οι εχθροί, οι κραταιοί ούτοι και γεγαυρισμένοί επί πλήθει εθνών, να τα επικυρώσωσι και τα επικροτήσωσιν, αφού δεν θα είνε δι’ αυτούς δυνατόν να τα οτραγγαλίσωσι και τα πλαστοποιήσωσι. Ο Χρυσόστομος αισθάνεται μάλιστα ικανοποίηση πού οι Έλληνες υπεύθυνοι κινούνται θετικώς για το σκοπό αυτό. Πράγματι, ο βρεττανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Sir Nicholas O’ Connor κατήγγειλε τους δύο άνδρες, τον Γερμανό και το Χρυσόστομο, αλλά και τον Αγαθάγγελο Κωνσταντινίδη, μητροπολίτη Γρεβενών, πού και αυτός συνεργαζόταν με το Γερμανό Καραβαγγέλη για την αντιμετώπιση των ξένων προπαγανδών στην περιφέρεια των Γρεβενών, ότι ενίσχυαν τα ελληνικά ένοπλα σώματα, και ζητούσε την αντικατάστασή τους από τον Πατριάρχη Ιωακείμ. Ο Γερμανός, μάλιστα, όταν κορυφώθηκε η πίεση των ξένων επί του Πατριάρχου Ιωακείμ για την απομάκρυνση του Χρυσοστόμου από την Δράμα πρότεινε στην Ιερά Σύνοδο των Πατριαρχείων την τοποθέτηση του ως Εξάρχου του Πατριαρχείου στην Αμερική. Ήταν η περίοδος του λεγομένου μητροπολιτικού ζητήματος. Και στην περίπτωση αυτή οι δύο άνδρες, ο Γερμανός και ο Χρυσόστομος, είχαν ζητήσει την βοήθειαν των πρεσβειών Αυστρίας και Ρωσσίας. Και όταν πρώτος ο Γερμανός απομακρύνθηκε από την Καστοριά, ο Χρυσόστομος περίμενε να διέλθει από τη Δράμα, όπου τον περίμεναν και Καστοριανοί εγκατεστημένοι εκεί, τους οποίους μάλιστα ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει στοιχεία πολύτιμα δραστηριότητος. Του εύχεται μάλιστα: «σθένος και στήθος τοιούτον, όποιον αντετάξατε επί του πεδίου της μάχης. Δαφνοστεφής αναχωρήσατε εκ Μακεδονίας· αι δάφναι αύται ποτέ να μη μαρανθώσιν επί της δεδοξασμένης κεφαλής σας και αγωνισάμενος εν τη Συνόδω τον καλόν αγώνα να αξιωθής και πολυτιμότερου στεφάνου εκ λίθων τιμίων εκ μέρους όλων των Πανελλήνων. Καλήν δύναμιν …». Και η αλληλογραφία τους αυτή ειχε καταστεί γνωστή στην Υψηλή Πύλη και είχε κατηγορηθεί και ο Γερμανός, όπως διηγείται αργότερα στην Αντιγόνη Μπέλλου Θρεψιάδου.

Και οι δύο άνδρες εξακολούθησαν να αλληλογραφούν από τις νέες και μαρτυρικές μητροπόλεις τους, τη Σμύρνη και την Αμάσεια και να έχουν τον πρώτο λόγο στα Πατριαρχεία σε μία δραματική περίοδο. Υπάρχει και η μαρτυρία του μακαριστού μητροπολίτη πρώην Αυστρίας Χρυσοστόμου Τσίτερ προς τον νυν μητροπολίτη Αυστρίας κ. Μιχαήλ Στάϊκο ότι ο Σμύρνης Χρυσόστομος θεωρούσε τον τότε Αμασείας ως Καστοριάς «διδάσκαλον, πρότυπον, ακρογωνιαίον λίθον και δεσπόζουσαν φυσιογνωμίαν του Μακεδόνικου Αγώνος εις την βορειοδυτικήν Μακεδονίαν».

Ο Ιωακείμ Γ’ είχε ανέλθει τη δεύτερη φορά στον Οικουμενικό Θρόνο το 1901 μετά από πολυετή αυτοαπομόνηση στο Άγιον Όρος, ύστερα και από επίμονες παρακλήσεις της ελληνικής κυβερνήσεως· είχε ήδη αποκομίσει πολύτιμη εμπειρία για το Μακεδόνικο, τη Μεγάλη Ιδέα, την πολιτική των Αθηνών, αφού αλληλογραφούσε συνεχώς με εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες. Γι’ αυτό και εκ των πρώτων ενεργειών του ήταν η τοποθέτηση νέων ιεραρχών, ως προείπαμε, στη Μακεδονία. Σ’ αυτό συνήργησε και ο έλλην πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Ν. Μαυροκορδάτος, ο όποιος ζήτησε φορτικώς από τον Γερμανό, επίσκοπο Χαριουπόλεως και ιερατικώς προϊστάμενο στο Σταυροδρόμι στο Πέραν, να αναλάβει τον αγώνα του στην Καστοριά. Φρονώ ότι η διπλωματική παρέμβαση Μαυροκορδάτου οφείλεται και σε προηγούμενη συνεννόηση με τον πατριάρχη Ιωακείμ. Απ’ εκείνη τη στιγμή και φθάνοντας στην Καστοριά ο Γερμανός Καραβαγγέλης καθίσταται οπαδός της ιδεολογίας του εθνικού κέντρου. Στα απομνημονεύματα του μπορούμε να ανιχνεύσουμε την πολιτική πού ήσκησε στα επτά χρόνια της παρουσίας του στην Καστοριά.

Είχε ταυτίσει τον εαυτό του με την πολιτική του ελεύθερου ελληνικού βασιλείου μολονότι η δράση του στην Καστοριά φόβιζε αρκετούς στο εθνικό κέντρο.

Ερχόμενος ο Γερμανός στην αρχή της ανοίξεως του 1901 στην Καστοριά βρήκε την πόλη και την περιοχή σε τραγική κατάσταση, αφού τα σλαβόφωνα[1] ελληνικά χωριά υπό την πίεση των κομιτατζήδων υπέγραφαν την προσχώρησή τους στη βουλγαρική εξαρχία, οι δάσκαλοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και οι ιερείς, υστέρα από τις δολοφονίες των πατριαρχικών ιερέων στο Νερέτι, στο Στρέμπενο και στην Ποζδίβιστα, συγκεντρώνονταν στην Καστοριά. Οι πρώτες του ενέργειες τον απογοήτευσαν, αφού ο πρόξενος του Μοναστηρίου Πεζάς δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις του για έμπρακτη βοήθεια από το επίσημο ελληνικό κράτος.

Την εποχή εκείνη ευρισκόταν στην κορύφωση της η διαμάχη της αθηναϊκής ελίτ πού στόχευε στον έλεγχο των αλύτρωτων περιοχών και από την άλλη του οικουμενισμού του Φαναριού πού επιθυμούσε να κρατήσει τα προνόμιά του και την πνευματική υπεροχή του στους βαλκανικούς ορθοδόξους λαούς, η οποία πνευματική υπεροχή στα τέλη του 19ου αιώνα ειχε διασαλευθεί από την εμφάνιση των εθνικισμών στα Βαλκάνια. Έτσι οι Μακεδόνες ώφειλαν να επιλέξουν ή τον μεγαλοϊδεατισμό των Αθηνών πού αντιδρούσε δυναμικώς στις ποικίλες προπαγάνδες στη Μακεδονία ή την οικουμενική πολιτική του Φαναριού. Σημειωτέον ότι η διαμάχη αυτή είχε αρχίσει πολύ πρίν, κατά την πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ (1874-1878), όταν ήλθε σε οξεία διάσταση με τον Χαρίλαο Τρικούπη, και τα δύο εθνικά κέντρα, το Φανάρι και η Αθήνα, διαφωνούσαν ριζικώς για την ακολουθητέα πολιτική στο Μακεδόνικο Ζήτημα. Ο Πατριάρχης επεδίωκε ενωμένη την Ορθοδοξία υπό την ηγεσία του, με την ελπίδα ενός συγχρόνου οθωμανικού κράτους, ενώ ο Τρικούπης ζούσε με τους αναπαλμούς της Μεγάλης Ιδέας. Η επαφή μάλιστα του Γερμανού με τον Ίωνα Δραγούμη τον κατέστησε κοινωνό των ανησυχιών του και τον έφερε σε επικοινωνία με τους κύκλους των Αθηνών, πού ήσαν αντίθετοι με την πολιτική του Φαναριού. Δυστυχώς και εδώ μας λείπουν οι ειδήσεις, της επικοινωνίας του δηλαδή με τους αθηναϊκούς κύκλους, όπως το αυτό συμβαίνει και με το Χρυσόστομο Καλαφάτη. Είναι σαφές, πάντως, ότι ο Γερμανός είχε αναπτύξει και την αποστολή ανταρτικών ομάδων στη Μακεδονία, η φροντίδα των Αθηνών για τα παιδιά των Μακεδονομάχων (π.χ. περίπτωση Κώτα) κ.ά. Έβλεπε δηλαδή, με ένα λόγο, ότι για να σωθεί η Μακεδονία δεν έπρεπε να ακολουθήσει την μακραίωνη εθναρχική παράδοση, όπως άλλωστε συνέβη και με τον ομόλογό του Χρυσόστομο Καλαφάτη. Η σκέψη του Γερμανού ήταν προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση των εξαρχικών με μόνες τις δικές του δυνάμεις. Γι’ αυτό και επιδόθηκε στην οργάνωση της εντόπιας αντιστάσεως στην Δυτική Μακεδονία περιοδεύοντας σ’ όλα τα χωριά της μητροπολιτικής του περιφερείας επαναφέροντας στο Πατριαρχείο εκείνα πού είχαν προσχωρήσει στη βουλγαρική εξαρχεία. Και ήταν επιτυχία του Γερμανού να συνεργασθεί με τον καπετάν Κώτα, τον όποιο θεωρούσε «προστάτη των Ορθοδόξων και φόβητρον των Βουλγάρων» σ’ εκείνη την ιστορική συνάντησή τους στα τέλη του 1901, καθώς και με το Βαγγέλη Νικολάου από το Στρέμπενο. Και ο λόγος του Γερμανού προς τον Κώτα ήταν ίδιος μ’ αυτόν πού έγραψε ο Χρυσόστομος για τα αρχαία ελληνικά νομίσματα, τις επιγραφές, τα μνημεία, βυζαντινά και νεώτερα, το ρόλο του Πατριάρχου κατά την Τουρκοκρατία. Έτσι συντόνισε την άμυνα και τον εξοπλισμό των εντοπίων με την επιλογή δραστήριων ανθρώπων σε κρίσιμα σημεία της περιοχής Καστοριάς και είχε εξασφαλίσει διαρκή επαφή με τις ελληνικές κυβερνήσεις αποτέλεσμα των οποίων ήταν η αποστολή στη Μακεδονία του Παύλου Μελά και άλλων οπλαρχηγών ίδρυσε στη μητρόπολη ορφανοτροφείο για τα παιδιά των Ελλήνων ανταρτών κ.ά. Και ήταν πολύ καλή η συγκυρία πού ο Γερμανός Καραβαγγέλης συνάντησε στο δρόμο του ένα μεγάλο Έλληνα, τον Ίωνα Δραγούμη, καταγόμενο και αυτόν από τον υπόδουλο Ελληνισμό, και απ’ εδώ, στην Καστοριά, ξεκίνησε η ιδέα να χρησιμοποιηθούν οι δυνάμεις του αλυτρώτου Ελληνισμού για την ένοπλη αντίσταση. Όπως γράφει ο δάσκαλος μας Απόστολος Βακαλόπουλος οι δύο άνδρες συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον: φύση φιλοσοφική και ψυχή λεπτή ο Δραγούμης, θετικός και προγραμματιστής ο Γερμανός. Άλλωστε ο Γερμανός σε συνεργασία με τον πρόξενό μας στο Μοναστήρι Πεζά προετοίμασε την άφιξη του Ίωνος στο Μοναστήρι, μολονότι οι ελληνικές κυβερνήσεις ήσαν διστακτικές για ανάληψη πρωτοβουλιών, δοθείσης της ατυχίας του 1897, και τις όποιες επιφυλάξεις ως εκπρόσωπός της εξέφραζε, όπως είπαμε, ο Πεζάς. Και ήταν ακόμη μία ευτυχής συγκυρία για τον Γερμανό πού το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης διηύθυνε ο Λάμπρος Κορομηλάς, πού θεωρήθηκε ο αρχιτέκτων του οργανωμένου αγώνα και συμφωνούσε με την πολιτική σκέψη του Γερμανού περί μαχητικής κινητοποιήσεως του Μακεδόνικου Ελληνισμού. Στα πλαίσια αυτά ο Γερμανός Καραβαγγέλης δημοσίευσε στο περιοδικό του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια» συγκλονιστικές ειδήσεις για τη μαρτυρική μητρόπολή του. Και ευρέθησαν Έλληνες ερευνητές της σήμερον οι οποίοι από των στηλών, σοβαρής θεωρούμενης απογευματινής εφημερίδας των Αθηνών, αμφισβήτησαν τον εθνικό ρόλο του Γερμανού απομονώνοντες περικοπές από τις επιστολές, όπως έπρατταν «Σαδδουκαίοι και Φαρισσαίοι και Ηρωδιανοί» στα κρίσιμα εκείνα χρόνια, κατά το χαρακτηρισμό του Χρυσοστόμου Καλαφάτη.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης από την επταετή πολυκύμαντη θητεία του στην Καστοριά, ως την ώρα πού φεύγει διωκόμενος από τους Κεμαλικούς από την Αμάσεια, ακολούθησε την πολιτική του εθνικού κέντρου, την οποία υπερασπίσθηκε με σθένος και για την οποία αυτό, το εθνικό κέντρο, για λόγους πολιτικής μετά τα γεγονότα του 1922, τον απογοήτευσε πικρώς κατά την υποψηφιότητά του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και με τη συνεργασία προφανώς του εθνικού κέντρου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πού και αυτό για λόγους πολιτικής τον απέστειλε στην εξορία, σχεδόν, στη Βιέννη. Και νομίζω, η πρόσφατη κρίση περί το εκκλησιαστικό έχει πολλές τις ομοιότητες με εκείνη την παλαιά κρίση, όπου τερματίζεται ο ρόλος της εθναρχούσης Εκκλησίας και αρχίζει η εθνική, με μόνη τη διαφορά ότι τώρα η κρίση ευρίσκεται στους κόλπους των δύο Εκκλησιών του Φαναριού και της Αυτοκέφαλου Εκκλησίας.

Θεσσαλονίκη, Αποκριές

Φεβρουάριος 2010

Για το ΔυτικοΜακεδονικόν Ημερολόγιον

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Σημεἰωση:

  1. (Δ.Η.) Τα χωριά, που άλλοτε σημειώνονταν ως δίγλωσσα, καθότι οι κάτοικοι τους, πιεσθέντες, ωμιλούσαν ένα μιξοειδές γλωσσικό ιδίωμα με σλαβοφανεϊς λέξεις, γράφονται τώρα «Σλαβόφωνα», όπως και τα απεκάλεσεν ο Μητροπολίτης Αυστρίας κ. Μιχαήλ, ομιλώντας στο 75ετές Μνημόσυνον του μακαριστού Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη (Κυριακή 31-01-2010 Καστοριά). Βλπ και βιβλίον Ι. Χολέβα «Οι έλληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας» Πελασγός, Αθήναι 1999 (Γ’ έκδοση), καθώς και ομώνυμο Δημοσίευμα του Κωνσταντίνου Χολέβα στις εφημερίδες Δυτικής Μακεδονίας Διαφάνεια 18 και 20-02-2010 και Ορίζοντες Καστοριάς 02-03-2010 σελ. 11), βλπ. συνέχεια κατωτέρω.

πηγή: Ζήσης Αν. Μπέλος, Δυτικομακεδονικόν Ημερολόγιον, (Γέννηση από το «Ημερολόγιον Κοζάνης») Άμβωνας Πνευματικής – Εθνικής Προσφοράς, Έτος Στ’ – Τόμος 6ος, 2011 Κοζάνη

Αρέσει σε %d bloggers: