Αμφισβητείται και συγχρόνως…βεβαιώνεται!

Κανένα από τα γεγονότα της ιστορίας δεν αμφισβητήθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή όσο η ανάσταση του Ιησού Χριστού. Μα και κανένα από τα γεγονότα της ιστορίας δεν βεβαιώνεται αδιάσειστα, όσο πάλι η ανάσταση του Ιησού Χριστού. Εκείνο που βεβαίωναν οι Απόστολοι το βράδυ της «μιας σαββάτων» επαναλαμβάνεται όλο και πιο ηχηρό στο πέρασμα των αιώνων «Ηγέρθη ο Κύριος όντως!».

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα επικυρώνει αυτό που λέμε τώρα. Μας ιστορεί πως από την πρώτη ημέρα η ανάσταση του Χριστού αμφισβητείται και συγχρόνως βεβαιώνεται. Οι Απόστολοι, ενώ δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να πιστέψουν πως ο θείος Διδάσκαλος αναστήθηκε, οι ίδιοι πάλι έπειτα διακηρύττουν την ανάσταση του και τον ομολογούν Κύριο και Θεό.

Γιατί δεν είναι δύσπιστος μόνο ο Θωμάς. Την ίδια στάση μπροστά στο μεγάλο θαύμα πήραν κι οι άλλοι Απόστολοι. Όταν ήλθαν οι γυναίκες από το μνημείο και τους έφεραν το μήνυμα του Αγγέλου, εκείνοι «ηπίστουν αυταίς» και «εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών»· δεν πίστευαν στις γυναίκες και τα λόγια τους τα πήραν για φλυαρίες. Ο Πέτρος κι ο Ιωάννης έφυγαν και πήγαν μόνοι τους στο μνημείο, για να δουν με τα μάτια τους και να βεβαιωθούν. Όταν υστέρα πάλι ο αναστάς Κύριος εμφανίστηκε ολόσωμος και ζωντανός μπροστά σ’ όλους και τους χαιρέτισε, εκείνοι «εδόκουν πνεύμα θεωρείν»· δεν πίστευαν στα μάτια τους και νόμιζαν πως έβλεπαν φάντασμα. Και χρειάστηκε να τους προκαλέσει ο Κύριος να τον αγγίσουν, να βάλουν το χέρι τους επάνω του και να τον ψηλαφήσουν, για να πεισθούν και να βεβαιωθούν πως ήταν αυτός ο ίδιος· «ψηλαφήσατέ με και ίδετε ότι αυτός εγώ ειμί».

Για να τους διαλυθεί κάθε αμφιβολία, ο Ιησούς Χριστός, μέσα σε σαράντα ημέρες μετά την ανάστασή του, εμφανίστηκε πολλές φορές στους Αποστόλους και με πολλά τεκμήρια τους εδραίωσε την πίστη στην ανάστασή του. Έτσι ακριβώς γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς στην αρχή του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων «οις και παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις δι’ ήμερων τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς». Για δυο τέτοιες εμφανίσεις μας είπε το σημερινό Ευαγγέλιο.

Η πρώτη εμφάνιση στους μαθητές έγινε το βράδυ της «μιας σαββάτων», της πρώτης ημέρας δηλαδή της εβδομάδος. Η πρώτη αυτή ημέρα είναι εκείνη, που από την Εκκλησία ύστερα αφιερώθηκε στην ανάσταση του Κυρίου και ονομάστηκε Κυριακή. Αυτή είναι η πρώτη ημέρα όχι πια μόνο της εβδομάδος, αλλά της «καινής κτίσεως», του καινούργιου δηλαδή κόσμου, που έφερε η ανάσταση του Χριστού. Στο έξης, μέχρι της συντέλειας των αιώνων, ένα γεγονός κυριαρχεί στη ζωή του κόσμου, η ανάσταση. Μα και μετά τη συντέλεια η ανάσταση θα μείνει και με την ανάσταση θα περάσουν όλα στην ατελεύτητη ζωή του «μέλλοντος αιώνος». Γι’ αυτό από τους Πατέρες της Εκκλησίας η πρώτη αυτή ημέρα ονομάζεται και ογδόη ημέρα, γιατί καθώς είναι η πρώτη είναι μαζί και η τελευταία, η ανέσπερη και ατελεύτητη ημέρα του Θεού και του κόσμου.

Ο «μέλλων αιών» θα είναι όλος μία ημέρα, ημέρα της αναστάσεως και ημέρα Κυρίου.

Μπορούμε να λάβουμε μια ιδέα του πώς θα είναι ο υλικός τούτος κόσμος μετά την αλλαγή και το πέρασμά του στην αφθαρσία, όταν ακούμε σήμερα στο Ευαγγέλιο πως, ενώ οι θύρες ήσαν κλεισμένες, ο αναστάς Κύριος εμφανίστηκε ολόσωμος και ζωντανός στους μαθητές του. Εκείνοι, δεμένοι με τις συνθήκες της ύλης, δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς έγινε αυτό και νόμισαν πως έβλεπαν κάποιο φάντασμα, «εδόκουν πνεύμα θεωρείν». Το πνεύμα είναι κάτι άλλο και διαφορετικό από την ύλη· ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος το δεσμεύει, αλλά «όπου θέλει πνει» καθώς λέγει ο Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιο. Κινείται έξω από τους φυσικούς νόμους της ύλης, με την οποία τώρα είναι δεμένος ο κόσμος και η ζωή μας.

Ο αναστάς Κύριος, καθώς μπήκε χαιρέτισε τους μαθητές με το «Ειρήνη υμίν», ειρήνη σε σας. Συνηθισμένος ήταν αυτός ο χαιρετισμός και μέχρι σήμερα ακόμα έτσι χαιρετίζονται μεταξύ τους οι άνθρωποι στην Ανατολή. Μα ο χαιρετισμός αυτός από το στόμα του αναστάντος Κυρίου εκείνο το βράδυ είχε κάποιον άλλο τόνο, γι’ αυτό και η επίδρασή του ήταν άμεση και αποτελεσματική στους μαθητές.

Εκείνοι δικαιολογημένα φοβούνταν μήπως ξεσπάσει επάνω τους η οργή των Ιουδαίων. Η πληροφορία πως δεν βρέθηκε το σώμα του Διδασκάλου στο μνημείο σίγουρα δε θα ήταν για καλό τους· όχι μόνο έφερε αναστάτωση μέσα τους, μην ξέροντας τί να υποθέσουν, μα και τους τρομοκράτησε, γιατί οι Ιουδαίοι, καθώς και το είπαν, θα ‘ριχναν την ευθύνη σ’ αυτούς πως πήγαν τη νύχτα κι έκλεψαν το σώμα του Διδασκάλου.

Η εμφάνιση λοιπόν του Κυρίου κι ο χαιρετισμός τους γέμισε από χαρά· «εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον». Τους χαιρέτισε πάλι για δεύτερη φορά με το «Ειρήνη υμίν». Κι αυτό, για να φύγει από πάνω τους κάθε φόβος και κάθε ανησυχία και για να εδραιωθεί μέσα τους μια μόνιμη ειρήνη, ένα ακατανίκητο θάρρος και μια ατρόμητη παρρησία, εκείνα που έπειτα πια από την Πεντηκοστή θα είναι τα δυνατά όπλα των Αποστόλων, τα όπλα του Θεού.

Ύστερα ο αναστάς Κύριος προχώρησε σε μια μοναδική πράξη, το ίδιο δημιουργική σαν εκείνη στο παράδεισο, τότε που έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο. Τότε ο Θεός φύσηξε στο πρόσωπο του Αδάμ κι έγινε ο άνθρωπος «εις ψυχήν ζώσαν», ύπαρξη δηλαδή ζωντανή, με ζωή Θεού μέσα της, έτσι που πραγματική ύπαρξη στη ζωή του κόσμου να είναι μόνο ο άνθρωπος. Τώρα ο Χριστός με την ανάστασή του ανακαινίζει τον άνθρωπο. Φυσάει πάλι μέσα του το πνεύμα της ζωής, που αυτή τώρα είναι μια νέα ζωή· όχι μόνο σαν εκείνη που είχε ο άνθρωπος πριν από την πτώση του, μα πολύ παραπάνω. Αυτό εννοεί ο Ιησούς Χριστός, όταν λέγει στο Ευαγγέλιο· «Εγώ ήλθον, ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι». Ο Χριστός ήλθε, όχι για να επαναφέρει τον άνθρωπο δηλαδή στον επίγειο παράδεισο των Πρωτοπλάστων, αλλά για να του ανοίξει το δρόμο προς τον ουρανό, να τον ανεβάσει και να τον καθίσει «εν δεξιά του Πατρός».

Στην πρώτη αυτή εμφάνιση του Ιησού Χριστού στους μαθητές του δεν ήταν παρών ο Θωμάς. Αυτό ήταν οικονομία Θεού, γιατί έτσι δόθηκε η ευκαιρία να βεβαιωθεί ακόμα καλύτερα η ανάσταση. Ο Θωμάς δεν είναι ο άπιστος, αλλά ο δύσπιστος άνθρωπος. Οι άπιστοι δεν πιστεύουν για να μην πιστέψουν· ξεκινάνε από την προκατάληψη πως η πίστη δεν ταιριάζει στο φωτισμένο άνθρωπο· και βέβαια φωτισμό θεωρούν μόνο τη γνώση και την επιστήμη. Ο Θωμάς κάνει σαν άπιστος· έχει την αξίωση των απίστων, θέλει δηλαδή να δει για να πιστέψει. Μία είναι η διαφορά, ότι ο Θωμάς θέλει να πιστέψει και δεν μπορεί· oι άπιστοι μπορούν να πιστέψουν και δεν θέλουν. Οι άπιστοι, κι όταν έχουν σημεία, πάλι δεν πιστεύουν, αλλά εξηγούν τα σημεία και τα θαύματα με φυσικό και λογικό τρόπο. Κατά τα άλλα ο Θωμάς δεν διαφέρει από τους άλλους μαθητές· κι εκείνοι δεν ήσαν πρόθυμοι, αλλά μόνο όταν είδαν τότε πίστεψαν.

Η Εκκλησία στους ύμνους της σημερινής εορτής την απιστία του Θωμά την ονομάζει καλή· «ω καλή απιστία του Θωμά!». Για δυο λόγους η απιστία του Θωμά είναι καλή. Πρώτα, γιατί είναι απιστία καλοπροαίρετη· μόλις ο Θωμάς είδε κι άκουσε τον Κύριο, δεν τόλμησε να ψηλαφήσει, αλλά ξέσπασε στην ομολογία «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου!». Έπειτα η απιστία του Θωμά είναι καλή, γιατί έγινε αιτία να βεβαιωθεί ακόμα πιο πολύ η ανάσταση του Κυρίου.

Τα τελευταία λόγια του εκ νεκρών αναστάντος θείου Διδασκάλου προς το Θωμά σε μερικούς γεννάνε κάποιες απορίες. Τί πάει τάχα να πει «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»; Λέμε λοιπόν επιγραμματικά ότι η πίστη δεν είναι εμπειρία των αισθήσεων ούτε συμπέρασμα της λογικής διεργασίας. Η πίστη είναι μια αίσθηση στον άνθρωπο εσωτερική και πνευματική. Η πίστη είναι η εμπιστοσύνη, με την οποία ο άνθρωπος ακούει, όταν ομιλεί ο Θεός. «Η πίστις εξ ακοής», γράφει ο Απόστολος, και μακάρι κι εμείς, να ακούμε το Θεό με εμπιστοσύνη, όταν μας ομιλεί στην Εκκλησία μέσα στις άγιες Γραφές και γνωρίζοντας τη φωνή του να αποκρινόμαστε· «Ο Κύριος μας και ο Θεός μας». Αμήν.

(+ ο Σ.Κ.Δ. «Ο λόγος του Θεού», τ. Β΄)

Αρέσει σε %d bloggers: