Επισημάνσεις στον πατριωτισμό του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Ο αείμνηστος διδάσκαλός μου, ιστορικός Γεράσιμος Κονιδάρης, χρησιμοποίησε για τον Θεόκλητο Φαρμακίδη[1] τον χαρακτηρισμό: «ο πατριώτης και εθνικόφρων»[2], θέλοντας να εξάρει την φιλοπατρία του Θεσσαλού Κληρικού, που κυριαρχούσε σε όλες τις αποφάσεις και ενέργειές του. Σε κάποιες σημαντικές πλευρές της φιλοπατρίας του Φαρμακίδη θα εστιαστεί η εδώ αναφορά μας για να εξαρθεί η πολιτική συνείδηση του, που κατά τον επίσης ιστορικό αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (1923-1938) αποτελούσε την συνισταμένη της όλης υπάρξεως του.[3]

1. Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπήρξε ο «πολιτικός Θεολόγος» του ΙΘ’ αιώνα με τη σημερινή νοηματοδότηση του όρου. Ενσάρκωνε στην εποχή του τον τύπο του εκκλησιαστικού άνδρα, Που είχε ήδη διαμορφωθεί στον κοσμογονικό για την ιστορική πορεία της Εκκλησίας μας Δ’ αιώνα στο πρόσωπο του πατέρα της Εκκλησιαστικής ιστορίας Ευσεβίου Καισαρείας.[4] Στο εκκλησιαστικό ζήτημα, που ήταν ο κύριος χώρος της αρμοδιότητός του, «εσκέπτετο ως Πολιτικός μάλλον ανήρ»[5]και «υπερίσχυσε το αίσθημά του προς την πατρίδα καθήκοντος».[6] Ο πατριωτισμός του Φαρμακίδη περιθωριοποιούσε καταλυτικά την ιερατική ιδιότητά του, ταυτιζόμενος απόλυτα με μια μινωταυρική Πολιτεία, που ως «παμφάγον τέρας» καταβρόχθιζε τον εκκλησιαστικό οργανισμό, στα όρια μιας μονοφυσιτικής απορροφήσεως της Εκκλησίας ως της μιας φύσεως του εθνικού μας σώματος, από την άλλη του φύση, την Πολιτεία. Όπως όμως ήδη ο Κωνσταντίνος Οικονόμος (υπερπατριώτης και αυτός) παρατήρησε, ο Φαρμακίδης ήταν «ιερομόναχος της εν λόγοις μεν παιδείας εγκρατής και την Θεολογίαν εν Γοττίγγη της Γερμανίας επί διετίαν σπουδάσας, αλλ’ εις ουδέν ανήκων μοναστήριον η εκκλησίαν ουδεμιάς του κράτους επισκοπής».[7]Έμεινε δηλαδή χωρίς εσωτερικό σύνδεσμο με την παράδοση της Εκκλησίας του και, αν θέλαμε κάποιο παραλληλισμό, η είσοδός του στην ιεροσύνη (18 ετών διάκονος) έχει σε μεγάλο βαθμό αντιστοιχία με εκείνη του Θεόφιλου Καΐρη».[8]

Τα σωζόμενα χειρόγραφα του Φαρμακίδη[9] μας βοηθούν να εισέλθουμε στο επίκεντρο του πολιτικού προβληματισμού του, που ήταν η διασφάλιση της πολιτικής υποστάσεως του νεότευκτου ελλαδικού κρατιδίου, άμεσα εξαρτημένη από την συναφή με την Ελλάδα ευρωπαϊκή πολιτική. Είναι γνωστή η ρωσοφοβία του Φαρμακίδη και η ένταξή του στην παράταξη των αγγλόφιλων, μολονότι δεν φαίνεται απληροφόρητος[10] για την πραγματική ταυτότητα της αγγλικής πολιτικής και συνεπώς και την αληθινή στάση της απέναντι στην Ελλάδα. Η απέχθειά του όμως απέναντι στην απολυταρχική Ρωσία, συνέπεια και της επιρροής του Κοραή, επηρέαζε απόλυτα τη στάση του, πολύ περισσότερο όμως από την στιγμή, που συνειδητοποίησε την ουσία, τις μεθοδεύσεις και τους παραμόνιμους στόχους του Πανσλαβισμού.

Η ομαδική επίθεση, που δέχθηκε ο γνωστός «Αντίτομός» του[11]και κυρίως τα εναντίον του δημοσιεύματα του Γεωργίου Μαυροκορδάτου,[12] καθηγητή της Νομικής Σχολής και στενού φίλου και συνεργάτου του Κωνσταντίνου Οικονόμου, ανάγκασαν τον Φαρμακίδη να διατυπώσει απερίφραστα τις πεποιθήσεις του για το Έθνος, τα οράματά του και τις αδυσώπητες δυνάμεις, που το απειλούσαν. Ο φάκελος 15 του Αρχείου του περιέχει υλικό σπουδαιότατο, που αναλύεται σε πολυσέλιδες απαντήσεις προς τους αντιφρονούντες, πέρα από όσα κατά καιρούς έχει δημοσιεύσει, επώνυμα και ανώνυμα, στον Τύπο της εποχής.[13]

2. Ο Φαρμακίδης είχε κατηγορηθεί απροκάλυπτα από αντίπαλους του, ότι με τον «Αντίτομό» του «θραύει και συνθλά τον θεμέλιον λίθον της Μ. Ιδέας». Η αντιτιθέμενη στο Φαρμακίδη πλευρά διακήρυττε, ότι ο «Συνοδικός Τόμος» του 1850 «ήνωσε το Έθνος μετά του Γένους», δηλαδή «τους ελεύθερους Έλληνας μετά των υπό την οθωμανικήν δεσποτείαν ορθόδοξων χριστιανικών εθνών». Ιδεολογικό έρεισμα της θέσεως αυτής ήταν η ευρεία ρωμαίϊκη-βυζαντινή αντίληψη για το Γένος η Ιδέα δηλαδή του οικουμενικού εθνισμού, με τον ορθόδοξο υπερεθνικό-υπερφυλετικό της χαρακτήρα. Αυτό φαίνεται και όταν ο Φαρμακίδης τεκμηριώνει την άρνησή του στην εναντίον του κατηγορία, ότι, δολοφονεί τη Μ. Ιδέα. Ερωτά: «Τι δε έστιν η Μ. Ιδέα;». Και απαντά: «Η από της δουλείας απελευθέρωσις όλων των υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν Ελλήνων, μάλλον δε η απελευθέρωσις όλων των έτι δούλων ορθοδόξων χριστιανών και όλων τούτων εις μίαν χριστιανικήν επικράτειαν ένωσις». Επιβεβαιώνει δηλαδή, ότι ο μεγαλοϊδεατισμός που προκάλεσε την επανάσταση και συνεχίσθηκε μετά το 1821, δεν ήταν εθνικιστικός-φυλετικός αλλά καθαρά ρωμαίϊκος-οικουμενικός. Η ανασύσταση του οικουμενικού κράτους της Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως.

Σ’ αυτά όμως ο Φαρμακίδης τοποθετείται, τελικά, με αφετηριακή βάση τη στενή εθνική ιδέα (αρχή των εθνικοτήτων), από την οποία ο ίδιος κατεχόταν. Είναι, έτσι, ο Φαρμακίδης μάρτυρας της αλλαγής που δέχθηκαν στο χώρο της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας ήδη από την επανάσταση του Υψηλάντη τα οικουμενικά σχέδια του Ρήγα. Η αρχή των εθνικοτήτων υιοθετήθηκε από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822) και γι’ αυτό σ’ αυτήν καταφεύγει στην επιχειρηματολογία του ο Φαρμακίδης προκειμένου να δώσει τη νέα εκδοχή του Έθνους. Γράφει: «Αν τα όρια της ευρωπαϊκής Τουρκίας εγίνοντο όρια της Ελληνικής Επικρατείας τα όρια ταύτα ήθελον είναι και όρια του ελληνικού Έθνους». Γι’ αυτό η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος (1827) διακήρυξε, ότι «η Ελληνική Επικράτεια είναι μία και αδιαίρετη, σύγκειται δε εξ επαρχιών επαρχίαι δε της Ελλάδος είναι όσοι έλαβον και όσοι θέλουσι λάβει τα όπλα κατά της Οθωμανικής δυναστείας».[14] Το συμπέρασμά του εκφράζει και τις πεποιθήσεις του: «Ουδέποτε άρα εθεωρήθη ελληνικόν έθνος όλη η Ελληνική Φυλή, όλοι οι εις Χριστόν ορθοδόξως πιστεύοντες κάτοικοι της Οθομανικής Επικρατείας. Αν τούτο υπήρχε πάντοτε κοινή ευχή, κοινή επιθυμία, άλλο ευχή και επιθυμία και άλλο πράγμα (=πραγματικότητα)». Για να καταλήξει στον δικό του ορισμό περί Έθνους: Ελληνικόν Έθνος λέγοντες εννοούμεν κατά τας εθνικάς αποφάσεις τους πραγματικώς επαναστάντας Έλληνας, όχι όλην την Ελληνικήν φυλήν, όχι όλους τους εις Χριστόν ορθοδόξως πιστεύοντας κατοίκους της Οθωμανικής Επικρατείας». Ο ορθόδοξος κληρικός έχει πλήρως αποδεχθεί, μαζί με όλη τη δυτικίζουσα παράταξη του πολιτικού μας κόσμου, την έννοια του γαλλικού Nation[15] και την σημερινή ταύτιση Έθνους-Κράτους.

Ο τρόπος βέβαιο, με τον οποίο διατυπώνει την άποψή του ο Φαρμακίδης, δεν δείχνει μεν ότι απορρίπτει άμεσα την συνέχιση της Επαναστάσεως, και συνεπώς την βαθμιαία πραγμάτωση, ως κάποιο σημείο, της Μ. Ιδέας. Περιορίζεται όμως στην περιγραφή της ήδη γνωστής ταυτότητας του Ελληνικού Έθνους στα υπαρκτά στενά κρατικά πλαίσια του, προσαρμοζόμενος- φαινομενικά τουλάχιστον- στο πνεύμα της τότε βρετανικής πολιτικής, σύμφωνα με την οποία μόνο η Αγγλία μπορούσε να πραγματοποιήσει τα ελληνικά όνειρα. Διάδοχος της γηρασμένης οθωμανικής αυτοκρατορίας θα είναι μοιραία η Ελλάδα, η οποία όμως οφείλει να αναμένει, και μάλιστα να συνεργάζεται με τους Τούρκους, για να τεθεί φραγμός στη ρωσική επέκταση προς το Νότο».[16]

Ο Φαρμακίδης ευφυέστατα καταφεύγει, έτσι, στην έμμεση απόκρουση της Μ. Ιδέας υπογραμμίζοντας το αδύνατο της πραγματώσεώς της. Η αδυναμία τεκμηριώνεται κατ’ αυτόν πρώτα από την κατάσταση της ίδιας της Ελλάδος: «Οποία εγεννήθη και όπως επαιδαγωγήθη, δύναται η Ελλάς να επιχείρηση τοιούτω μεγάλω έργω;». Από την άλλη όμως πλευρά κάθε παρόμοια προσπάθεια πιστεύει, ότι θα βρει αντιμέτωπη μιαν «απάνθρωπον επιβουλήν», που δεν είναι άλλη από τον Πανσλαβισμό. Είναι ενδιαφέρον, ότι στο σημείο αυτό ο Φαρμακίδης συναντάται -και φραστικά ακόμη- με τον Φλαμιάτο.[17] Και οι δύο μιλούν για «επιβουλή» κατά του Ελληνισμού. Διαφέρουν όμως ριζικά ως προς τον εντοπισμό της «επιβουλής». Ο Φλαμιάτος, με όλη την ανατολική ρωσόφιλη παράταξη, βλέπει ως ενσάρκωση της εναντίον της Ελλάδος επιβουλής την Αγγλία. Ο Φαρμακίδης την Ρωσσία. Η αδυναμία χαράξεως καθολικής εθνικής προοπτικής θα μείνει έκτοτε η ολεθριότερη αδυναμία μας ως Νεοελλήνων. Είναι δε παράταση των εθνικών διχασμών μας που άρχισαν μετά το μεγάλο σχίσμα (1054)[17α]».

3. Στο χειρόγραφο του Φαρμακίδη έχουμε μια εκτενή και σαφή στο θέμα του Πανσλαβισμού αναφορά. Ο Φαρμακίδης μιλεί για «σλαβική» και για «πανσλαβιστική ιδέα» και καθορίζει χρονικά τη διαμόρφωσή της στο τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου, σύγχρονα με τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως (1829) και την ρύση του Ελληνικού Κράτους (1828)[18]. Της προσδίδει δε σαφή ανθελληνικό χαρακτήρα.

«Μόλις ανηγέρθη Ελληνικόν Βασίλειον και ευθύς εγεννήθη άλλη ιδέα και αυτή είναι όλως αντίθετος και αντιπολέμιος τη παρ’ ημίν λεγομένη Μεγάλη Ιδέα, και εις την πραγματοποίησιν αυτής γίνεται αδιαλείπτως μεγίστη ενέργεια. Και τις η μείζων αυτή ιδέα; Η ιδέα του Πανσλαβισμού. Ο σλαβισμός υποβλέπων και φθονών τον Ελληνισμόν, ωπλίσθη ευθύς εις τελείαν αυτού καταστροφήν, όχι εις κώλυσιν των προόδων αυτού». Είναι δε Πανσλαβισμός κατά τον Φαρμακίδη, «ένωσις όλων των πολυπληθών σλαβικών εθνών υπό εν και το αυτό σκήπτρον». Πρόκειται, συνεπώς για καθαρή αντιποίηση της ρωμαίϊκης ιδέας, που εγκυμονεί κινδύνους και για τον ίδιο τον «ευρωπαϊσμό», του οποίου φορέας ως πιστός μαθητής του Κοραή, ήταν ο Φαρμακίδης:»… αν ποτέ η ιδέα αυτή γενή πράγμα, τρέχει μέγιστον κίνδυνον αυτός ο ευρωπαϊσμός». Πανσλαβισμός η σλαβισμός Ρωσσισμός, Ελληνισμός η Πανελληνισμός Ευρωπαϊσμός είναι μερικά από τα ιδεολογήματα της περιρρέουσας πολιτικής ατμόσφαιρας της εποχής και θα ακολουθήσουν φυσικά και άλλα.[19]

Η απολογία του Φαρμακίδη για την αντισλαβική πολιτική του, που τον οδήγησε άλλωστε στην απόρριψη του Συνοδικού Τόμου,[20]διατυπώνεται με τον ακόλουθο τρόπο: «Δεν είμεθα, λοιπόν, ημείς οι θραύοντες και συνθλώντες, η θραύσαντες και συνθλάσαντες, τον θεμέλιον λίθον της Μεγάλης Ιδέας. Τον θεμέλιον λίθον της λεγομένης Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας θραύει και συνθλά η πραγματικώς υπάρχουσα μεγίστη του Πανσλαβισμού Ιδέα και αυτή δεν είναι Ιδέα, αλλά πράγμα, και όχι μόνον την Μεγάλην Ελληνικήν Ιδέαν δεν αφίνει να προκόψη εις την Θράκην, εις την Βουλγαρίαν, εις την Δακίαν, εις την Σερβίαν, εις την Μακεδονίαν, αλλ’ απειλεί όλεθρον και αυτή τη Ελλάδι. Γράψαντες δε κατά του διαβόητου συνοδικού τόμου, σκοπόν είχομεν ταύτης την σωτηρίαν και χαίρομεν, ότι επετύχομεν του σκοπού και ταύτην την φοράν».

Είναι όμως γεγονός ότι ο συνεπής αντισλαβισμός του τον οδήγησε και σε έμπρακτη απόρριψη της ρωμαίϊκης Μ. Ιδέας. Στα 1854 αντιτάχθηκε στην ανάμειξη της Ελλάδας στον Κριμαϊκό πόλεμο υπέρ της Ρωσίας ταχθείς υπέρ της ουδετερότητας. Η συνέπεια ήταν να χαρακτηρισθεί δειλός και φιλότουρκος στην ουσία όμως αποδεικνυόμενος πιστός ακόλουθος της αγγλικής πολιτικής.

Ο Φαρμακίδης διακρίνει περαιτέρω, δύο επίπεδα στη Σλαβική ιδεολογία:

α) Ένωση «εις μέγα σλαβικόν έθνος των υπό τα άλλα έθνη τελούντων σλαβικών εθνών» και β) ένωση «των εν τη οθωμανική επικράτεια σλαβικών εθνών». Το δεύτερο, ως ευκολότερο, «προπαρασκευάζεται και η προπαρασκευή αυτή ενεργείται, αφ’ ής ημέρας υπεγράφη του Ελληνικού Βασιλείου η ανέγερσις». Είναι ενήμερος, μάλιστα, για την ύπαρξη Εταιρείας του Πανσλαβισμού στην Οθωμανική επικράτεια, που είναι εις όλους γνωστή, γιατί «ενεργεί ασυστόλως».

«Ορμητήριον δε της Εταιρείας του Πανσλαβισμού είναι, κατ’ αυτόν, το κατ’ αντίφρασιν άγιον λεγόμενον όρος. Εκεί υπάρχει καθιδρυμένον το σχολείον των αποστόλων του Πανσλαβισμού και ούτοι δεν είναι μόνον Σλάβοι, αλλά και Έλληνες το Γένος. Το αργύριον και το χρυσίον τι δεν κατορθώνουσι; Και δεν είναι απόστολοι μόνον λαϊκοί, αλλά και κληρικοί, και πολλώ περισσότερα εκ του λεγομένου αγγελικού, ήτοι του μοναχικού τάγματος διότι οι άγγελοι ούτοι έχουσι προ παντός άλλου την επιτηδειότητα και ικανότητα εις το μεταβάλλεσθαι κατά τους πολύποδας». Δεν μπορούμε να κρίνουμε εδώ, πως βλέπει τον μοναχισμό ο μοναχός -τυπικά- Φαρμακίδης. Υπενθυμίζουμε μόνο όσα περιέχει η «Έκθεσις της Επταμελούς Επιτροπείας του 1833», που ήταν δικό του έργο, για το θέμα.[21] Για τον Φαρμακίδη όμως ο σλαβισμός «φοβείται τον ελληνισμόν» και γι’ αυτό τον πολεμεί «πανταχού της οθωμανικής επικρατείας». Η πολεμική δε αυτή περιλαμβάνει κατ’ αυτόν συγκεκριμένες ανθελληνικές ενέργειες: «λυσσαλέα πολεμική κατά της ελληνικής γλώσσας σ’ όλη την έκταση της Εθναρχίας των ελληνικών σχολείων και των Ελλήνων διδασκάλων. Εξάπλωση σλαβικών βιβλίων με έντονη ανθελληνική προπαγάνδα.[22]

Αυτά γράφονται μετά το 1852 και δείχνουν αφ’ ενός μεν, ότι ο Φαρμακίδης γνωρίζει καλά το προχωρημένο στάδιο της πανσλαβιστικής προπαγάνδας ως ανθελληνικής εκστρατείας.[23]Επισημαίνονται στην συνέχεια δόλιες ενέργειες των πανσλαβιστών για την εξαγορά των ανυπόπτων Ελλήνων και οι προσπάθειες που καταβάλλονται για την ηθική αλλοίωσή τους[24] και την νόθευση του εθνισμού τους.[25]

Τα ανθελληνικά σχέδια του πανσλαβισμού εστιάζονται περαιτέρω κατά του Φαρμακίδη στην απειλή της ίδιας της υποστάσεως του Ελληνικού Κράτους, διότι το «θεωρεί εμπόδιον εις την επιτυχίαν του μεγάλου αυτού σκοπού».[26]

Στο σλαβικό δάκτυλο αποδίδει ο Φαρμακίδης τον συνοδικό τόμο (1850), Τα «φλαμιατικά» και τα «χριστοφορικά» (1852).[27] Αφετηρία δε όλων αυτών θεωρεί (πάλι) το ΄Αγιον Όρος: «Πόθεν ήρχοντο εις την Ελλάδα και που απήρχοντο οι μεμυημένοι εις τα μυστήρια της κατά της Ελλάδος γινομένης επιβουλής επίγειοι άγγελοι και ουράνιοι άνθρωποι; Εκ του καταχρηστικώς λεγομένου Αγίου Όρους ήρχοντο και εις αυτό ανήρχοντο». Η διεύθυνση όμως της Εταιρείας βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Ένας ακόμη λόγος, για να αποστρέφεται ο Φαρμακίδης την πρωτεύουσα της Ρωμηοσύνης.[28]

4. Είναι πολύ ενδιαφέρον για την διαπίστωση της ρευστότητας των πραγμάτων, ότι στην τοποθέτησή του αυτή απέναντι στον Πανσλαβισμό συναντάται ο Φαρμακίδης με μια άλλη μεγάλη μορφή του πολιτικού μας κόσμου τον ΙΘ’ αιώνα, τον επίσης «πολιτικό θεολόγο», κεφαλονίτη πολιτευτή Γεώργιο Τυπάλδο-Ιακωβάτο,[29] με τη διαφορά, ότι ο τελευταίος έδωσε δημόσια τη μάχη εναντίον του Πανσλαβισμού, μέσα στη Βουλή, με απόλυτη συνέπεια, αλλά και ανάλογες περιπέτειες.

Εντυπωσιακή είναι η σύμπτωση των δύο ανδρών στην κατανόηση του πανσλαβιστικού κινήματος και στην εκτίμηση των στόχων του έναντι του Ελληνισμού, κάτι που αποτυπώνει το εποχιακό πολιτικό κλίμα. Ο Ιακωβάτος, όπως και ο Φαρμακίδης αποστρεφόταν με βδελυγμία τον ρωσικό απολυταρχισμό[30] και επεκτατισμό. Παραθέτουμε τις βασικές στο ζήτημα θέσεις του.[31] Η Ρωσία «επιβουλεύει όλα τα έθνη της Ανατολής». «Η Ρωσία πάντοτε την Ελλάδα ήθελε ως συντελεστικήν των σκοπών της». Η ρωσική πολιτική «παρήγγειλε να εμπνεύσωμεν όλα τα έθνη της ανατολής εναντίον της Τουρκίας… όπως ούτως η μεν Τουρκία αδυνατήση, η δε Ρωσία μεταβή εις Κωνσταντινούπολιν και έπειτα καταβρόχθιση ημάς και τα λοιπά εθνάρια». Περιοριζόμενος ο Ιακωβάτος κυρίως στις εκδηλώσεις του Πανσλαβισμού μέσα στα όρια του Ελληνικού Κράτους και της πολιτικής του, μιλεί και αυτός για εξαγορές συνειδήσεων, δημιουργία κλίματος ανησυχίας και κοινωνικής αρρυθμίας όπως ακόμη για χρησιμοποίηση του Αγίου Όρους ως ορμητηρίου των σλαβικών σχεδίων, σε ένα δε σημείο θα κάμει λόγο και αυτός για «το λεγόμενον Άγιον Όρος», και μάλιστα στο 1881.[32] Έχουμε και εδώ μια ακόμη μαρτυρία για τον κλονισμό των συνειδήσεων απέναντι στο Άγιον Όρος το οποίο θα συνεχίσει να καθιστά ύποπτο η χρησιμοποίηση της Μονής Παντελεήμονος από τη Ρωσική διπλωματία για πολύ ακόμη.

Εν τούτοις υπάρχουν διαφορετικές αφετηρίες στους δυο άνδρες, γιατί διαφορετικό ήταν και το φρόνημα ενός έκαστου. Ο Φαρμακίδης συνέλαβε στην πληρότητά του το πρόβλημα του Πανσλαβισμού, αλλά η ρωσοφοβία του τον απομάκρυνε τελείως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον έδεσε στο άρμα της πολιτικής της Αγγλίας. Ο Ιακωβάτος, αντίθετα, τίποτε δεν πολέμησε με σφοδρότερο πάθος όσο το ελλαδικό αυτοκέφαλο και έμεινε πιστός στον Οικουμενικό Θρόνο, τον οποίο, ως πνευματικό κέντρο και φάρο του Ελληνισμού, θεωρούσε ως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην εφαρμογή των σλαβικών σχεδίων. Άλλωστε, ο Ιακωβάτος εκφράζει μια πολύ προχωρημένη για την εποχή του αντίληψη για την διεθνή πολιτική, μένοντας αδέσμευτος και αντικειμενικός, λόγω του παραδοσιακά ορθόδοξου φρονήματός του, κάτι που δεν είχε ο Φαρμακίδης. Η αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας ήταν κατά τον Ιακωβάτο «Τα δύο ρεύματα της εξωτερικής πολιτικής τα οποία ενεργούν εντός της Ελλάδος, αφανώς, φανερώς και μυστηριωδώς το πνεύμα δηλαδή του Βορρά (Ρωσία) και το πνεύμα της Δύσεως. Εδώθεν προέρχονται τα δεινά της Ελλάδος».

Ο Ιακωβάτος έμεινε πιστός στην ιδέα του Γένους και της Πόλης, ως αναντικατάστατης πρωτεύουσάς του, και γι’ αυτό απέκρουε τη Ρωσία, γιατί απειλούσε αυτή την Ιδέα. Ο Φαρμακίδης όμως έμενε δεμένος με τον Ελλαδισμό και την Αθήνα, ως το μόνο του κέντρο. Ο Ιακωβάτος έγινε ένας από τους δυναμικότερους εκφραστές της ρωμαίϊκης Ελληνορθόδοξης Ιδέας, σαφώς διακρινόμενος από τα ρωσικά σχέδια και γι’ αυτό αποστασιοποιημένος ριζικά από τη ρωσόφιλη ανατολική παράταξη. Ο Φαρμακίδης, αντίθετα, έμεινε συνεπέστατα πιστός στην ιδέα του ευρωπαϊσμού, με την οποία είχε συνδέσει τις τύχες του το ελληνικό κράτος (ενώ το Έθνος, ο Λαός, αυτοδιαστελλόταν, ακόμη, από τη Φραγκιά και τους Φράγκους). Έτσι ο Φαρμακίδης, λόγω του μονολιθικού αντισλαβισμού και δυτικισμού του, δεν μπορούσε να κατανοήσει την εκδοχή, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεμένο με την Ελλάδα, θα απέβαινε ισχυρότατο στήριγμα του Ελληνισμού, όπως πράγματι συνέβη κυρίως μετά το βουλγαρικό σχίσμα. Ο Ιακωβάτος, αντίθετα, με τη ρωμαίϊκη συνείδησή του, αυτό το δεχόταν ανεπιφύλακτα και γι’ αυτό διεκήρυσσε στη Βουλή το 1864, ότι «εάν θεωρήσωμεν κέντρον αυτό (δηλ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο), έχομεν την πρωτοκαθεδρίαν εις όλην την Ανατολήν».[33] Αλλ’ ο λαϊκός Ιακωβάτος, μολονότι πολιτικός καριέρας, είχε εγκολπωθεί τους μακρόπνοους οραματισμούς του Γένους, ενώ ο περιστασιακά πολιτικός Φαρμακίδης έβλεπε το μέλλον της Ελλάδος μέσα από το πρίσμα του ασφυκτικά πρόσγεου ρεαλισμού του. Και οι δύο αγαπούσαν την Πατρίδα, αλλ’ ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ήταν ένας από τους εθνικούς διχασμούς μας, που παρατείνεται ως σήμερα.

 

 

Σημειώσεις:

1. Η βιβλιογραφία για τον Θεόκλητο Φαρμακίδη είναι πλούσια, διότι συνδέεται άμεσα με το Ελλαδικό Αυτοκέφαλο (1833, 1850) και την διαμόρφωση των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας στο Ελληνικό Κράτος. Αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά την μονογραφία του Κωνσταντίνου I. Παπακωνσταντίνου, Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης Διδάσκαλος του Γένους Λάρισα 2002 (με την βασική βιβλιογραφία), παρά την έκδηλη «συμπάθεια» στον βιογραφούμενο και την εξ αυτής μονομέρεια του. Παλαιότερες βασικές μελέτες: Χρ. Α. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος τ. Α’, Αθήναι 1920, σ. 55 έ. Δημ. Σ. Μπαλάνου, Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860), Εν Αθήναις 1833. Βλ. και άρθρο του Ν. Τζιράκη στη Ο.Η.Ε. 11 (1967), στ. 999-1004. Ανέκδοτη παραμένει η πρόσφατη μελέτη του Νικ. Κουλουγλιώτη, Η διαμάχη Θεοκλήτου Φαρμακίδη-Κωνσταντίνου Οικονόμου και η διαμόρφωση του παιδευτικού ιδεώδους του Νεωτέρου Ελληνισμού (διδ. Διατριβή), Ρώμη 1983, π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνου, Ελλαδικού Αυτοκέφαλου Παραλειπόμενα, Αθήνα 19892.

2. Γερασίμου I. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος τ. Β’, Αθήνα 19702, σ.247. Την φιλοπατρία του εξαίρει και ο Καθηγητής της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και Μητροπολίτης Μηθύμνης Νικηφόρος Γλυκός (1819-1896) αναφερόμενος στην «άκραν φιλοπατρίαν του» (Βιογραφία και Ημερολόγιον, Αθήναι 1907, σ. 60).

3. Η μελέτη μας αυτή στηρίζεται ουσιαστικά σε παλαιότερη αναφορά μας στον Θ. Φαρμακίδη, που παρουσιάζεται εδώ ανανεωμένη.

4. Βλ. Wilhelm Schneemelcher, Athanasius von Alexandrich als Theologe und als Kirchenpolitiker, στον τόμο: Gesammelte Aufsatze, Thessaloniki 1974, σ. 274-79. Του Ιδίου, Das Konstantinische Zeitalter. Kritisch – historische Bemerkungen zu einem modernen Schlagwort, στην «Κληρονομιά», τ. 6(1974), σ.37-60.

5. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ιστορία, οπ. π., σ. 442.

6. Στο ίδιο, σ. 377.

7. Κωνσταντίνου Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα…, έκδοση Σοφ. Κ. Οικονόμου, τ. Γ’, Αθήναι 1866, σ. 56.

8. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνού, Θύμα η Θύτης; Ερμηνευτική προσέγγιση του «Καϊρείου δράματος», στον τόμο ( του Ίδιου) Παράδοση και αλλοτρίωση, Αθήνα 1986, σ. 346.

9. Για το Αρχείο του Θ. Φαρμακίδου, που σώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, βλ. Σ.Δ. Μπαλάνου, Ανέκδοτα έργα Θεοκλήτου Φαρμακίδου, Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ.18 (1943), σ. 226-238.

10. Βλ. λ.χ. Δ.Σ.Μπαλάνου, Περικοπαί εξ ανεκδότων επιστολών του Θ. Φαρμακίδου, αναφερόμενοι εις πολιτικά γεγονότα των ετών 1826-1834, στα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 1933, σ. 106 ε.

11. Βλ. Χρ. Παπαδοπούλου, μν.έργ., σ. 386 ε. Πρβλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνού, Ελλαδικού Αυτοκεφάλου Παραλειπόμενα, οπ. π., σ. 268 ε.

12. Βλ. Χρ. Παπαδοπούλου, οπ. π., σ. 384, σημ. και αναλυτικότερα: Γ. Δ. Μεταλληνου,

Ελλαδικού Αυτοκεφάλου Παραλειπόμενα, σ. 269.

13. Χρ. Παπαδοπούλου, οπ. π., σ. 376 ε. Το περιεχόμενιο του φακέλου 15 βλ. ατού Δ.Σ. Μπαλάνου, Ανέκδοτα έργα, οπ. π., σ. 237. Τα φύλλα είναι λυτά και χωρίς αρίθμηση.

14. Βλ. σχετικά με τα πολιτεύματα αυτά στου Απ. Β. Δασκαλάκη, Κείμενα–Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως τ. Α’, Αθήναι 1966, σ. 283,309 ε.

15. Για τις μεταβολές αυτές βλ. στου Al. Papaderos, Metakenosis. Griechelands kulturelle Herausforderung durch die Aufklarung in der Sicht des Korais und des Oikonomos, Meisenheim am Glam 19702 σ. 61 ε. Πρβλ. σχετικές αναφορές του Κ.Θ. Δημαρά στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τ. ΣΑ’ (1975), σ. 348 ε.

16. Βλ. Χαρ. Κοριζή, Η πολιτική ζωή εις την Ελλάδα (1821-1910), Αθήναι 1974, σ. 55 ε.

17. Βλ. το έργο του «Φωνή ορθόδοξος και σπουδαία εις ανακάλυψιν της κατά των ορθοδόξων επιβουλής…», εν Αθήναις 1849. Πρβλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνου, Δύο Κεφαλλήνες αγωνισταί αντιμέτωποι (Κ. Φλαμιάτος και Κ. Τυπάλδος), Λευκωσία 1980, σ. 4 ε.

17α. π. Γ. Α. Μεταλληνου, Η διάστασις Ενωτικών-Ανθενωτικών και οι συνέπειές της δια το Γένος μας Αθήνα 2009.

18. Για τον Πανσλαβισμό και τα σχέδια του βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ (1977), σ. 299 ε. Μ. Θ. Λάσκαρη, Το Ανατολικόν Ζήτημα (1800-1923), Θεσσαλονίκη 1978 ( = 1948), σ. 228 ε. Γ. I. Κονιδάρη, Η άρσις του βουλγαρικού σχίσματος εν τω πλαισίω της καθολικής Ορθοδοξίας του Ελληνισμού, εκδ. Γ’, Αθήναι 1971, σ. 30 ε. Γ. Αλεξιάδου, Ο Πανσλαβισμός Αθήναι 1980. Ευρύτερο χαρακτήρα έχει η μελέτη Ιω. Ν. Μοσχοπούλου, Πανσλαβισμός και Ελληνισμός Α’ και Β’, Αθήναι 1978.

19. Βλ. (Κ. Δοσίου) Ελληνισμός η Ρωσσισμός Αθήναι 1854. Βλαχισμός (1854), νοτιοσλαβισμός (1862), πανρωμουνισμός (1870), πανμωομεθανισμός- παλλατινισμός-πανισλαμισμός (1878), παγγραικισμός πανελληνισμός (1860), νεοελληνισμός (1875) κ.λπ. (Βλ. Ιστορία Ελληνικού Έθνους (εκδοτικής Αθηνών), τ. ΙΓ’ σ. 484). Ο όρος Πανσλαβισμός πιστευόταν, ότι μαρτυρείται το έτος 1855. Βλέπουμε όμως, ότι προηγήθηκε στη χρήση του ο Φαρμακίδης (1852).

20. Στην πολεμική του εναντίον του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 (Ο Συνοδικός Τόμος η περί Αληθείας Εν Αθήναις 1852, σ. 591) τον χαρακτηρίζει «ταμείον επιβουλής εκ μέρους επιβούλου πολιτικής ήτις ηθέλησε να φθάση δια της Συνόδου της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας εις ον από πολλού ήδη προέθετο εαυτή ολέθριον κατά της Ελλάδος σκοπόν», δηλ. της Ρωσίας. Βέβαια οι αντίπαλοί του, όπως π.χ. ο Γ. Μαυροκορδάτος (Περί της Εκκλησίας της Ελλάδος φυλλάδιον τρίτον, Εν Αθήναις 1852, σ. 190), απαντούσαν: «Καγώ τοίνυν, Θεόκλητε, εν ονόματι της πατρίδος λέγω σοι, ότι η πατρίς τας τρεις Μεγάλας Δυνάμεις προστάτιδας και ευεργέτιδας αυτής ανέγραψεν’ εν δ’ αυταίς καταλέγεται επ’ αισίοις και η ορθόδοξος και ομόδοξος Ρωσσία, και κρώζε συ όσα ον θέλης». Ο εθνικός διχασμός έχει ήδη αρχίσει, για να κορυφωθεί στο 1916.

21. Βλ. Θεοκλ. Α. Στράγκα, Αρχιμ., Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), τ. Α’, Αθήναι 1969, σ. 24 ε. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, σ. 82 ε.

Για τη σχέση Ρωσίας και Αγίου Όρους ήδη από τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως (6-6-1829) βλ. στου Σταύρου I. ΙΙαπαδάτου, Η πολιτειακή θέση του Αγίου Όρους, Εν Αθήναις 1965, σ. 34, 59. Πρβλ. και την ευρύτερου ενδιαφέροντος μελέτη του Κ. Κ. Παπουλίδη, Ρωσικό ενδιαφέρον για την Εκκλησία της Ελλάδος την εποχή του Όθωνα, στη «Θεολογία», τ. 57 (1986), σ. 764-776. Επίσης του Ίδιου, Το Ρωσικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Κωνσταντινουπόλεως (1894-1924), Θεσσαλονίκη 1984.

22. «Εξορίζεται η ελληνική γλώσσα εκ των κατά την Θράκην, Βουλγαρίαν, Μακεδονίαν, Βοσνίαν, Ιλλυρίαν και όλους τους παρά σλαβικών εθνών εν Τουρκία κατοικημένους τόπους εκκλησιών, ουδ’ ανέχεται πλέον αυτή, και μόνη η σλαβική συνιστάται. Όπου και των τόπων τούτον υπήρχεν ελληνικόν σχολείον, κατηργήθη, όπου έτι υπάρχει τοιούτον, επιβουλεύεται και διαβάλλεται, και όπου έμελλε να συσταθή, ημποδίσθη. Ανεγείρονται δε πανταχού σλαβικά σχολεία και όπου αι κοινότητες δεν εξαρκούσιν εις διατήρησιν αυτών, διατηρούνται ταύτα δαπάνη της Εταιρείας. Οι Έλληνες διδάσκαλοι πανταχού διαβάλλονται και διασύρονται ως ασεβείς και πανταχού μίσος άσπονδον εμπνέεται κατά Ελλήνων και Ελλάδος. Βιβλία σλαβικά εκτός της Οθωμανικής Επικρατείας συνταττόμενα και εκδιδόμενα, αδιακόπως εισάγονται εις την Τουρκίαν, και πανταχού αυτής διανέμονται δωρεάν και αυτά μόνα αναγινώσκονται και εν τοις σχολείοις και εν ταις οικίαις. Και πως περιγράφονται και εν αυταίς ταις κατηχήσεσι και εν αυτοίς τοις αλφαβηταρίοις οι Έλληνες; Ως αλλόφυλοι, ως μηδέν κοινόν προς τους Σλάβους έχοντες. Και ον οι συντίττοντες τα βιβλία ταύτα ήξευρον, ότι επιστεύοντο, ήθελον περιγράψει εν αυτοίς τους Έλληνας ως αιρετικούς ον όχι και ως εθνικούς ίνα εμπνεύσωσιν έτι μάλλον κατά αυτών μίσος εις τους Σλάβους».

23. Η σλαβική προπαγάνδα αναπτυσσόταν παράλληλα την εποχή αυτή, με την προπαγάνδα του «βουλγαρισμού» και του «συνιτισμού» εκ μέρους του Παπικού Κράτους. Βλ. π. Γ. Α. Μεταλληνού, Ρωμαίϊκη ενότητα τον ΙΘ’ αιώνα…, στο: Ελληνισμός Μετέωρος Αθήνα 1992, σ. 298-336. Του Ιδίου, Από την εθναρχική δράση Ιεραρχών της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης στον χαριστήριο Τόμο στον Μ. Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ. Χρυσόστομο Β’ , Στο βήματα του Αποστόλου Βαρνάβα, Λευκωσία 2008, σ. 429-448.

24. «Χρυσοΰφαντα ιερά άμφια και χρυσωμένα αργυρά σκεύη πέμπονται αδιακόπως δωρεάν και όχι μόνον εις τας Εκκλησίας των σλαβικών Κοινοτήτων, και ούτω σπείρεται και εν αυταίς ο σπόρος του σλαβισμού. Τα λαμπρά ταύτα δώρα γίνονται δεκτά και παρά των, Ελλήνων, διότι θεωρούνται αθώα και αδελφικής αγάπης δείγματα».

25. «…Και παντοία προσπάθεια γίνεται εις μετάπλασιν και αυτών των Ελλήνων εις σλάβους».

26. «Επιβουλεύει αδιακόπως και αυτής της ελευθέρας Ελλάδος την πολιτικήν ύπαρξιν και όχι μόνον επιθυμεί τον εκ νέου πολιτικόν αυτής θάνατον, αλλά και παντοίοις τρόποις συνεργεί εις επιτυχίαν του ολέθριου σκοπού τούτου. Διότι θεωρεί αυτήν εμπόδιον εις την επιτυχίαν του μεγάλου αυτού σκοπού. Ο σλαβισμός θέλει να εκταθή μέχρι Μεθώνης και δεν θέλει ησυχάσει ποτέ, εν όσω υπάρχει ελληνικόν βασίλειον…

Ο σλαβισμός δεν είδεν ευνοϊκώ όμματι την εις έθνος αυτόνομον και ανεξάρτητον απόφασιν της Ελλάδος και την εις βασίλειον ανέγερσιν αυτής και αν κατά προσποίησιν ενέδοικε και αυτός εις τούτο, πάντοτε όμως μηνοινά ( = μηνιά) κατά φρένα και κατά θυμόν την απώλειαν αυτής».

27. Βλ. Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, σ. 387 ε.

28. «Οδηγείται δε και διευθύνεται η Εταιρεία εκ Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ωδηγήθησαν και τα ευσεβή και ευσυνείδητα αυτής μέλη εις την κατασκευήν του ιερωτάτου προσκυνητού συνοδικού τόμου. Εκείθεν συχναί μεταβάσεις και σκέψεις (sic) εις το λεγόμενον ΄Αγιον Όρος και εκείσε μετά βάσεις και επισκέψεις αιδεσίμων κληρικών εξ Αθηνών..».

29. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Πολιτική και Θεολογία. Ιδεολογία και πολιτική πράξη του Ριζοσπάστη πολιτικού Γεωργίου Τυπάλδου-Ιακωβάτου (1813-1882), Κατερίνη 1990.

30. «Εν όλω τω πολιτικώ του βίω τον δεσποτισμόν απεστρέφετο… Ποσάκις προς ημάς έλεγεν, ότι δεσποτισμός και δουλεία κατ’ ουδέν διαφέρουσιν» (Λόγος εκφωνηθείς υπό Μιχαήλ Π. Μπονάνου εις το λαϊκόν μνημόσυνον Γεωργίου Ιακωβάτου. Εν Κεφαλληνία 1884).

31. Βλ. Πολιτική και Θεολογία, οπ, π., σ. 227 ε.

32. «Εκ τίνος ρωσικού μοναστηρίου του λεγομένου Αγίου Όρους (βλ. «Διαμαρτύρησιν» Γ. Ιακωβάτου κατά της Βουλευτικής Εκλογής της 20-12-1881).

33. Πολιτική και Θεολογία, όπ. π., σ. 96.

 

 

Πηγή: Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δήμος Νικαίας – Λάρισας, Πρακτικά – 1ο Επιστημονικό Συνέδριο Νίκαια – Λάρισας 24 & 25 Απριλίου 2010 «Η ζωή και η δράση του Θεοκλήτου Φαρμακίδη (1784 – 1860), Πνευματικός Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Νικαίας – Λάρισας 2010.

 

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Αρέσει σε %d bloggers: