Τα έθνη, οι ιδέες και οι αρετές

Του Κωνσταντίνου Γανωτή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βασίλειο πλούσιο και ευτυχισμένο. Ο βασιλιάς εφρόντιζε πολύ τους υπηκόους του και με την εξυπνάδα του τους έδειχνε πολλούς τρόπους να πλουτίσουν. Και οι υπήκοοι έτυχε να είναι έξυπνοι και γι’ αυτό γρήγορα αύξαιναν τα πλούτη τους.
Έφτιαχναν μηχανές, που δουλεύανε μόνες τους, κι αυτοί δούλευαν λίγες ώρες και ξεκούραστα. Με τα πολλά λεφτά τους πλήρωναν καλά τους γιατρούς και τους δικηγόρους κι έτσι ασφάλιζαν και την υγεία τους και τις περιουσίες τους. Και με κάθε ευκαιρία, ακόμα και χωρίς ευκαιρία, γλεντούσαν κι έτρωγαν κι έπιναν και όλο ταξίδια αναψυχής πήγαιναν.
Οι γυναίκες τα κανόνιζαν να μη γεννούν παιδιά, για να μη βασανίζονται και για να πηγαίνουν μαζί με τους άντρες τους στα γλέντια. Έτσι τα λίγα παιδιά που είχαν, σχεδόν όλα μοναχοπαίδια, τα προόριζαν για διευθυντές, για βουλευτές, για επιχερηματίες και τέτοια, και τα καημένα τα παιδιά, για να μη χάσουν αυτές τις θέσεις κι αναγκαστούν να δουλεύουν, εδιάβαζαν, εδιάβαζαν μέχρι που γίνονταν η ελίτ, όπως λένε, της κοινωνίας.
Έφτασε όμως μια εποχή, που δεν είχαν εργάτες για τα εεργοστάσι ούτε για την καθαριότητα, δεν είχαν γεωργούς και βοσκούς, δεν είχαν ούτε ψαράδες, ούτε στρατιώτες. Ευτυχώς όμως τα γειτόνικά βασίλεια είχν βασιλιάδες άχαρους και λιγόμυαλους και οι υπήκοοι τους δεν ήξεραν πώς να πλουτίσουν. Το φαϊ τους ήταν λίγο και η κούραση πολλή. Γι’ αυτό πήγαιναν στο ευτυχισμένο βασίλειο και δούλευαν και ψώνιζαν, για να τρώνε.
Οι γυναίκες τους γεννούσαν περισσότερα παιδιά απ’ τις γυναίκες του ετυχισμένου βασιλείου, γιατί είχαν συνηθίσει στα βάσανα και μέσα στη φτώχια τους δεν είχαν άλλη απόλαυση απ’ τα παιδιά τους. Και τα παιδιά τους, επειδή δεν μπορούσαν να δουλέψουν κάτω από τα 16 χρόνια τους μέσα στο ευτυχισμένο βασίλειο (υπήρχε νόμος που το απαγόρευε), τόρριξαν κι αυτά στο διάβασμα.
Έτσι δεν πέρασαν πολλά χρόνια και οι εργάτες απ τα διπλανά βασίλεια έγιναν και πολλοί και σπουδασμένοι και τότε… άρχισε το ευτυχισμένο βασίλειο να έχει δυό λαούς υπηκόοους, τους παλιούς δικούς του, που ολοένα και λιγόστευαν και τους καινούριους, που ήρθαν από τα γειτονικά βασίλεια, που ακόμα ήταν φτωχοι και δούλευαν με κέφι, γιατί ονειρεύονταν να γίνουν πλούσιοι κι αυτοί.
Με τα χρόνια όσοι απ’ τους καινούριους πολίτες ήταν εξυπνότεροι κι εργατικότεροι, άρχισαν να παίρνουν θέσεις στο εμπόριο, στις τέχνες αλλά και στη διοίκηση. Μάλιστα γίνονταν και γάμοι πολλοί με ζευγάρια από τους δύο λαούς.
Έτσι ύστερ’ από δυό τρεις γενιές οι πολίτες των γειτονικών βασιλείων έγιναν νοικοκύρηδες και ένιωθαν ντόπιοι. Οι παλιοί ντόπιοι ξεχάστηκαν και κάπου-κάπου εύρισκες κανέναν.
Και ζήσαμε και εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα!

Τόσο απλό το μεταναστευτικό μας πρόβλημα και αναρωτιέται κανείς αν μπορεί να λυθεί, κι ακόμα… αν είναι ανάγκη να λυθεί.

Πηγή: Κωνσταντίνος Γανωτής, «Αποκλειστικά για Γονείς», εκδ. Αρχονταρίκι

katafigi.gr
 
Αρέσει σε %d bloggers: