Όσιος Νικόλαος Σβιατόσα,π​ρίγκηπας του Τσερνιγώφ(​+14 Οκτωβρίου)

Ο πρίγκηπας Νικόλαος ήταν γιός του ηγεμόνα του Τσερνιγώφ Δαβίδ Σβιατοσλάβιτς και εγγονός του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Γιαροσλάβιτς που στα χρόνια του θεμελιώθηκε ή αγία έκκλησία ιών Σπηλαίων.

Πυρπολημένος άπό τόν έρωτα του Θεού καί φλογισμένος άπό τόν πόθο της βασιλείας τών ουρανών, ό σοφός Νικόλαος ηρθε στη μονή, ξεντύθηκε τά πολυτιμα πριγκηπικά φορέματα καί ντύθηκε μέ χαρά τό ταπεινό τρίχινο μοναχικό ένδυμα.

Δέν έγινε όμως μοναχός μόνο κατά την έξωτερική έμφάνιση όπως – αλοίμονο! – γίνονται άλλοι.

‘Από τήν αρχή διακρίθηκε στην άρετή της υπακοής. Αν καί πριγκηπόπουλο, ποτέ δέν παρατηρήθηκε γιά άνυποκοή η αντιλογία η ιδιοτροπία η θέλημα. Διακονούσε στό μαγειρείο της μονης, βοηθώντας τούς μαγείρους πρόθυμα κι άκούραστα στίς πιό σκληρές δουλειές. Μέ τά χέρια του έκοβε κάθε μέρα τά ξύλα γιά τό μαγείρεμα, καί τά κουβαλούσε στούς ώμους άπό την όχθη του ποταμού μέχρι τό μοναστήρι.

‘Όταν οι κατά σάρκα άδελφοί του, πρίγκιπες ‘Ιζιασλάβος καί Βλαδίμηρος, πληροφορήθηκαν τούς κόπους του άδελφού τους, πηγαν στόν ήγούμενο καί τόν παρακάλεσαν νά του άναθέσουν έλαφρότερη έργασία. Ό εύλονημένος Νικόλαος όμως ούτε νά τ’ ακούσει δέν ηθελε. Πρώτα έπέπληξε αύστηρά τούς άδελφούς του γιά την άνάρμοστη ανάμιξή τους στά έσωτερικά της μονης. Κι έπειτα επεσε στά πόδια του ήγουμένου καί τόν παρακάλεσε μέ δάκρυα νά τόν αφήση τουλάχιστον ένα χρόνο άκόμη στό κοπιαστικό διακόνnμα του βοηθού του μαγειρείου.

Πράγματι, τόν αφησαν οχι ένα αλλά τρία χρόνια σ’ αύτή τήν υπηρεσία, όπου έργάστηκε μέ ταπείνωση, προσοχή κι έπιμέλεια. ‘Έπειτα του ανέθεσαν τό διακόνημα του πορτάρη, όπου εμεινε άλλα τρία χρόνια χωρίς ν’ απομακρύνεται ποτέ από τήν πύλη της μοvής, παρά μόνο γιά νά πάη στην έκκλησία. Κι από δώ τόν έστειλαν νά διακονήσει στην τράπεζα.

Μετά άπό πολύχρονη άσκηση στην ύπακοή, ό ήγούμενος τόν συμβούλεψε ν’ απομονωθή πιά στό κελί του καί ν’ αγωνιστή στnν ησυχία γιά τή σωτηρία του. Σάν γνήσιο τέκνο της ύπακοης ό μακάριος Νικόλαος κλείστηκε σιό κελί του, όπου μοίρασε τό χρόνο του άνάμεσα στην προσευχή καί τήν έργασία. Ποτέ δέν έμενε άργός.

Τήν ώρα πού τά χέρια του ηταν άπασχολημένα μέ τό έργόχειρο, τα χείλη του ψιθύριζαν μέ κατάνυξη την εύχή του ‘Ιησού: «Κύριε Ίησου Χριστέ, Υίέ του Θεού, έλέησόν με!».Έκτός άπό τή λιτή τροφή της κοινης μοναστηριακή; τραπέζης, ό όσιος τίποτε αλλο δέν εβαζε στό στόμα του όλη την ήμέρα. Κι αν άποκτούσε κάτι ύλικό – τρόφιμα n χρήματα n άντικείμενα – φρόντιζε ν’ άπαλλαγη άμέσως άπό τό βάρος τους δίνοντάς τα στούς φτωχούς. Μέ τήν εύλογία μάλιστα του ήγουμένου, μοίραζε πάντοτε ένα μέρος του μόχθου του σε όσους είχαν ανάγκη. Οί φτωχοι είχαν συμπαραστάτη, εύεργέτη καί αδελφό.

Μαζί μέ τό φιλόχριστο Νικόλαο είχε έρθει στό μοναστήρι καί ενας άδελφικός του φίλος, γιατρός άριστος ‘Ονομαζόταν Πέτρος καί ήταν Σύρος. Βαθειά άγάπη συνέδεε τόν Πέτρο μέ τό Νικόλαο.

Γι’ αύτό, όπως ήταν αχώρισιοι στόν κόσμο, έτσι θέλησαν νά είναι καί στην πνευματική παλαίστρα του μοναστηριού.

Δυστυχώς όμως ό Πέτρος δέν έμεινε εδώ νιά πολύ. Βλέποντας τίς κακοπάθειες του φίλου καί κυρίου του, βλέποντας τό πριγκιπόπουλο, πού ζούσε πρώτα άμέριμνα μέσα σέ ήγεμονικά παλάτια ν’ άσκήται σκληρά στό στάδιο mς ύπακοης καί mς έκούσιας πτωχείας, εφυγε λυπημένος άπό τή μονή. πηγε σιό Κίεβο καί άσκούσε τό επάγγελμα του γιατρού.

Πολλές φορές, ώστόσο, ήρθε σιή Λαύρα, ξεμονάχιαζε ιόν όσιο καί του ελεγε:

– Άδελφέ καί κύριέ μου! Γιατί δέν φροντίζεις γιά την ύγεία σου; Γιατί ταλαιπωρείς τή σάρκα σου μέ τόσους κόπους καί νηστείες; Μ’ αύτά πού κάνεις, δέν θά μπορέσεις νά σηκώσεις μέχρι τέλους τό ζυγό του Χριστού. Ό Θεός δέν zητάει ύπέρμετρη εγκράτεια καί άσκηση, άλλά μόνο καρδιά καθαρή καί ταπεινή. ‘Εσύ όμως δουλεύεις στούς καλόγερους σάν άγορασμένος δούλος. Ούτε μαθημένος είσαι σέ τέτοια ζωή, ούτε άξιοπρεπές είναι γιά ένα πρίγκιπα σάν εσένα, ν’ άσχοληται μέ τόσο ταπεινωτικές δουλειές. Τ’ άδέλφια σου, ό ‘Ιζιασλάβος καί ό Βλαδίμηρος, είναι άπαρηγόρητοι γιά τό κατάντημά σου. Ήσουν πλούσιος καί δοξασμένος, καί κατάντησες πάμπτωχος, ταπεινός καί ασημος. Οί βογιάροι, πού μέχρι χθές ήταν ύποτακτικοί σου, κατοικούν σέ παλάτια κι έχουν όλα τά καλά, ενώ εσύ, ό κύριός τους, μένεις μέσα σ’ ένα σκοτεινό κελί καί στερείσαι τά πάντα. Ποιός άπό τούς Ρώσους πρίγκιπες ταπεινώθηκε ποτέ τόσο; Μήπως ό πατέρας σου Δαβίδ κi ό παππούς σου Σβιατοσλάβος; Κύριέ μου, άκουσέ με καί μετρίασε τίς ασκήσεις σου, άλλιώς θά πεθάνεις πρίν τήν ώρα σου!

Άπό τίς στερήσεις καί τούς κόπους συνέβαινε ν’ άρρωσταίνει κατά καιρούς ό µακάριος Νικόλαος. Οταν τό µάθαινε ό Πέτρος του εστελνε διάφορα θεραπευτικά βότανα. Μά ό όσιος ποτέ δέν τά χρησιμοποιούσε. Πάντοτε γινόταν καλά µέ ιή βοήθεια του Θεού, πού του προσφερόταν πλούσια µετά άπό τίς θερµές του προσευχές.

Συνέβη όµως κάποτε ν’ άρρωστήσει καί ό γιατρός. Ό όσιος τό πληροφορήθηκε καί του έστειλε µήνυµα: «Μην πιεις κανένα φάρµακο. Ζήτησε την ίαση άπό τόν Κύριο καί πολύ γρήγορα θά γίνης καλά. Αν δέν µ’ άκούσεις, θά ύποφέρεις πολύ».

Ό Πέτρος υποσχέθηκε νά ύπακούση. Κρυφά όµως παρασκεύασε, ό όλιγόπιστος, ένα φαρµοκευτικό µ1γµα καί τό ηπιε. ‘ Αλλά µάταια περίµενε τή θεραπεία του, ‘Αντίθετα, χειροτέρεψε τόσο, πού κινδύνεψε νά πεθάνη. Μόνο οί έκτενείς προσευχές του όσίου τόν γλύτωσαν. ‘Ετσι πήρε ενα καλό µάθηµα.

«Οταν άργότερα άρρώστησε πάλι, ειδοποίησε σχετικά τόν Όσιο. ‘Εκείνος του παρήγγειλε για άλλη µιά φορά: «Μήν πάρης κανένα φάρµακο. Κάνε µόνο προσευχή. Καί την τρίτη µέρα θά γίνης καλά».

Αύτή τή φορά ό Πέτρος δέν τόλμησε νά παρακούσει. Καί πράγµατι, σύµφωνα µέ την ύπόσχεση του αγίου, τήν τρίτη µέρα θεραπεύιηκε.

Τότε όµως ό όσιος τόν κάλεσε στό µοναστηρι

– Πέτρο, του είπε, σέ φώναξα γιά νά σ’ άποχαίρετήσω. Σέ τρεις ήµέρες φεύγω άπ’ αύτό τόν κόσµο!

Ό Πέτρος δέν µπορούσε νά πιστέψει στ’ αύτιά του. ‘Έπεσε στό χώµα κι εκλαιγε γοερά.

– Άλοίµονο σέ µένα, άδελφέ καί κύριέ µου! Ποιός θά γλυκάνει τή µοναξιά µου; Ποιός θά παρηγορήσει τ’ άδέλφια σου;

Ποιός θ’ ανακουφίσει τούς φτωχούς, τά όρφανά καί τίς χήρες; Μή φύγης, πρίγκιπά µου, γιατί άπό σένα µπορούν νά ώφεληθούν πολλοί. Άπό που εχεις, άλήθεια, αύτή την πληροφορία; Άπό τόν Κύριο; Παρακάλεσέ Τον νά πεθάνω έγώ στη θέση σου! …

Ό µακάριος Νικόλαος έπιασε στοργικά τόν Πέτρο καί τόν σήκωσε.

– Πέτρο, µή λυπασαι, του είπε. Ό Κύριος ννωρίζει πώς θά φροντίσει καί πώς θά διαφυλάξη όλόκληρη τόν πλάση, πού δηµιούργησε άπό τό µηδέν. Αύτός µπορεί νά θρέψη ιούς πεινασµένους, νά έλεήση τούς φτωχούς, νά θεραπεύσει τούς άρρώστους.Αύτός θά προστατέψει καί σένα.Καί τ’ άδέλφια μου ας μην κλαινε γιά μένα. ‘Άς κλαινε γιά τούς έαυτούς τους καί τίς άμαρτίες τους. ‘Έτσι θά βρουν παράκληση καί παρηγορία στην αλλη ζωή, Έγώ πάντως δέν ζητώ από τόν Κύριο παράταση της Ζωης μου. Πρό πολλου πέθανα γιά όλα τά γήινα καί πρόσκαιρα.Καί λέγοντας αυτά ό θείος Νικόλαος πηγε στό σπήλαιο γιά νά έτοιμάσει τόν τόπο της ταφης του.

Ό γιατρός τόν ακολούθησε.

– Ποιός από τούς δυό μας αγαπα περισσότερο αυτό τόν τόπο; ρώτησε ό όσιος.Τόν Πέτρο τόν πηραν πάλι τά δάκρυα.

– Ξέρω καλά, αποκρίθηκε, πώς αν εσύ θελήσης, ό Κύριος θά σου παρατείνη τή ζωή. Παρακάλεσε Τον λοιπόν γι’ αυτό, καί βάλε εμενα μεσα σ αυτο το μνήμα,Ό όσιος δέν αρνήθηκε αυτή τή Χάρη στόν Πέτρο. Βυθίστηκε γιά λίγο σέ θερμή προσευχή.

– Ας γίνη ή επιθυμία σου, άφού είναι αρεστή στό Θεό, είπε επειτα συγκαταβατικά. Προηγουμένως όμως ας λάβης τό άγιο μοναχικό σχήμα.Ό Πέτρος κουρεύτηκε σύντομα μοναχός. Καί άμέσως κλείστηκε στό σπήλαιο, όπου επί τρείς μηνες εκλαιγε μέρα-νύxτα καί προσευχόταν γιά τή σωτηρία του.

Κάποτε ό όσιος Νικόλαος τόν πλησίασε καί του είπε:

– ‘ Αδελφέ Πέτρο, μήπως θέλεις νά σέ πάρω μαζί μου;

– ‘Όχι, αποκρίθηκε εκέινος. Θέλω – αν είναι θέλημα Θεού καί δική σου επιθυμία – νά μου έπιτρέψεις νά κοιμηθώ εγώ στη θέση σου. Έσύ νά μείνεις εδώ καί νά προσεύχεσαι γιά μένα στό Σωτήρα.

– Τότε νά είσαι ξάγρυπνος καί έτοιμος άδελφέ, γιατί πλησιάζει ή ώρα. «Ιδού, ό Νυµφίος έρχεται», Σέ τρεις ήμέρες θά φύγης απ’ αυτό ιόν κόσμο, σύμφωνα μέ τήν ιερή επιθυμία σου.

Σέ τρέις ήµέρες μετά από αδιάλειπτη άγρυπνία καί προσευχή, ό μακάριος Πέτρος κοινώνησε τών θείων καί ζωοποιών Μυστηρίων, ξαπλώθηκε μόνος του στό νεκροκρέβατο καί παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια του Κυρίου.Μετά την κοίμηση του Πέτρου, ό πάγκαλος Νικόλαος εζησε ακόμη τριάντα χρόνια ασκητικης ζωης, χωρίς ποτέ νά βγη από τή μονή. ‘ Αφού εφτασε σέ ϋψη άγιότητος, ό θεοφιλής πρίγκιπας μετέστη στά ουράνια σκηνώματα.

«Οταν µαθευτηκε ή µακαρία κοίµηση του, όλη ή πόλη του Κιέβου συγκεντρώθηκε στη Λαύρα, γιά νά του δώσει ιόν τελευταίο άσπασµό καί νά πάρει τήν εύλογία του σεπτοϋ σκηνώµατός του.

Μέ τίς προσευχές του όσίου πρίγκιπα Νικολάου Σβιατόσα, είθε νά βρούµε κι εµείς τη θεραπεία απ’ όλες τίς σωµατικές καί ψυχικές µας ασθένειες, µέ τή Χάρη του Κυρίου µας ‘Ιησού Χριστού.

 

»ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ» Εκδ.Ι.Μ.Παρακλήτου

 

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: