Ο όσιος Αβράμιος και η ανηψιά του

Ο όσιος Άβράμιος γεννήθηκε στην περιοχή της Εδέσσης της Μεσοποταμίας, κατά τα τέλη του 3ου αιώνα. Οί ευγενείς και ευλαβείς γονείς του δεν είχαν άλλο γιο, κι ενώ σέβονταν τη διάπυρη ευσέβεια του τον ένύμφευσαν παρά τη θέληση του. Κατά τη διάρκεια της γαμήλιας εορτής ο Αβράμιος καθόταν μόνος με την καρδία συντετριμμένη. Έστειλε τότε ο Νυμφίος Χριστός ακτίνα γλυκύτατη άχτιστου χάριτος και φώτισε την καρδία του. Ό νεαρός Άβράμιος παρευθύς εγκατέλειψε σύζυγο, γονείς και τα αγαθά του κόσμου τούτου και αποσύρθηκε σ’ ένα απομονωμένο κελλί, όπου έμεινε επί επτά ήμερες προσευχόμένος, δίχως να φάει και να πιει. Οί γονείς του αναγνώρισαν τότε ότι ο Θεός τον εξέλεξε για την άγαθή μερίδα, για να φωτισθεί άπό την οίκονομίαν τον μυστηρίου του Χρίστου (Έφεσ. 3, 9), και τον άφησαν να συνεχίσει τις θείες αναβάσεις του, μόνον μόνω τω Θεώ, έγκλειστο σ’ ένα μικρό κελλί, στο οποΤο άνοιξαν στενή θυρίδα για να του δίνουν άπό καιρού εις καιρόν λίγο ψωμί και νερό, Ίσα ίσα για τις ανάγκες της φύσεως. Ό Άβράμιος άνθησε εν κρυπτό επί πενήντα χρόνια, φωτίζοντας τους τριγύρω του με την ακτινοβολία της αρετής του και στηρίζοντας τον κόσμο με την προσευχή του.

Ή κωμόπολις Βέθ-Κιδυνά στα περίχωρα της Εδέσσης, κατοικείτο ακόμα τότε άπό ασεβείς ειδωλολάτρες και όλες οί προσπάθειες του τοπικού επισκόπου να τους κατηχήσει είχαν αποδειχθεί άκαρπες. Φωτισμένος από το «Αγιο Πνεύμα, ο επίσκοπος πήγε στον Άβράμιο συνοδευόμενος άπο τον κλήρο και του ζήτησε να δεχθεί την ίερωσύνη και να έλθει να κηρύξει τον λόγο του Ευαγγελίου στην περιοχή. Μετά άπο πολλές ικεσίες και άλλες τόσες απειλές, για να μην υποπέσει στο αμάρτημα της παρακοής, ο όσιος δέχθηκε, με δάκρυα στα μάτια, να εγκαταλείψει το έρημητήριό του και να αναλάβει το καθήκον αυτό. Έπί τρία και πλέον έτη ύπέμενε τα κτυπήματα, τϊς ύβρεις και την καταφρόνηση εκ μέρους των σκληρόκαρδων κατοίκων δίχως να εγκαταλείψει τις προσπάθειες του και τις προσευχές του για τη σωτηρία τους, και κατόρθωσε τέλος να φέρει στην ορθόδοξη πίστη περισσότερους από χίλιους κατοίκους, οί όποιοι έλαβαν το άγιο βάπτισμα. Έπί ένα έτος έσπειρε τον Ευαγγελικό σπόρο μεταξύ του ποιμνίου του ώστε να φέρει πλείονα καρπό, και κατόπιν, φλεγόμενος πάντα άπό τον πόθο της ησυχίας, αποσύρθηκε κρυφά άπό τη δόξα και τις μέριμνες του κόσμου τούτου. Επέστρεψε στο κελλί του, οπού υπέστη αμείλικτο πόλεμο και επιθέσεις των δαιμόνων και χάρις στη δύναμη του Θεού, τους κατατρόπωσε.

Επειδή ο κατά σάρκα άδελφός του Άβραμίου είχε πεθάνει αφήνοντας μόνη στον κόσμο την επτάχρονη κόρη του Μαρία, ο Άβράμιος την πήρε κοντά του, την έβαλε σ’ ένα μικρό κελλί κοντά στο δικό του και την άφησε ν’ ανθήσει ως άνθος της έρημου διά της εν προσευχή συνομιλίας της με τον Θεό, δίνοντας της τις αναγκαίες νουθεσίες από μια μικρή θυρίδα πού έβλεπε στο κελλί του. Ή νεαρά κόρη έφθασε έτσι την ηλικία των είκοσι ετών και πρόκοπτε στα θεάρεστα έργα. Μία ήμερα όμως, υπέπεσε στην αμαρτία με εναν ακόλαστο μοναχό πού ερχόταν συχνά και επισκεπτόταν τον όσιο. Και αντί να ίκετεύσει Εκείνον ο οποίος ένανθρώπησε για τη σωτηρία των αμαρτωλών, η Μαρία υπέπεσε στο εισέτι φρικτότερο αμάρτημα της απελπισίας. Ό διάβολος την έπεισε ότι ο Θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να ελεήσει εκείνη πού κατασπίλωσε την παρθενία της και το αγγελικό Σχήμα. Άλλόφρων η Μαρία πήγε στη γειτονική πόλη και παραδόθηκε στην πορνεία. Έπί δύο και πλέον ετη, καθημερινώς κυλούσε και πιο βαθιά στη βορβορώδη άβυσσο της αμαρτίας, ενώ ο Αβράμιος ανέπεμπε συνεχώς προσευχές προς τον Κύριο για να του αποκαλύψει πού είχε πάει η άνηψιά του. Από κάποιον ταξιδιώτη έμαθε πού κατέληξε η Μαρία καί, προκρίνοντας τη σωτηρία των ψυχών από την ησυχία, το Σχήμα, την άσκηση και ακόμη και άπό τις προσευχές του, φόρεσε ένδυμα στρατιωτικό, μάζεψε τα λίγα χρήματα πού είχε και μετέβη στο εργαστήριο της ακολασίας όπου η Μαρία ασκούσε το μιαρό της επάγγελμα, ύποκρινόμένος ότι επιθυμούσε και εκείνος να απολαύσει τα κάλλη της. Παρήγγειλε δείπνο πολυτελές και για πρώτη φορά μετά πενήντα χρόνια έφαγε κρέας και ήπιε κρασί- κατόπιν αποσύρθηκε στα ιδιαίτερα με τη νεαρή κόρη. Άφού έκλεισε τη θύρα και βεβαιώθηκε ότι δεν μπορούσε να του ξεφύγει, ο Άβράμιος αποκάλυψε στην άνηψιά του ποιος ήταν, ενώ εκείνη είχε παραλύσει άπό την κατάπληξη και την καταισχύνη, δεν τολμούσε να τον κοιτάξει και είχε τα μάτια της καρφωμένα στο πάτωμα. Ό όσιος της μίλησε με πραότητα, χωρίς διόλου να την ψέξει. Με δάκρυα στα μάτια της υπενθύμισε την αγαλλίαση της ασκητικής βιοτής και της παρθενίας, την έπεισε ότι άπειρο είναι το έλεος του Θεού και υπερβαίνον πάν αμάρτημα, ότι η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία είναι ακριβώς η απελπισία. Για να την ενθαρρύνει, πρόσθεσε: «»Ελα, τέκνον, ας επιστρέψουμε στα κελλιά μας. Επάνω μου παίρνω την ανομία σου και εγώ θα απολογηθώ γι’ αυτήν ενώπιον του Χρίστου την ημέρα της φοβέρας Κρίσεως. Έσύ, έλα απλώς στο κελλί σου, ξαναγύρισε στην άσκηση σου και την προσευχή και στάσου έκ νέου ενώπιον του πανοικτίρμονος Θεού». Γλυκά δάκρυα συντριβής κύλησαν στο πρόσωπο της Μαρίας όταν άκουσε τα λόγια αυτά, και δέχθηκε να φύγει μαζί του άπό το πανδοχείο της αμαρτίας και να εγκαταλείψει τον ακόλαστο βίο. Ξανακλείσθηκε στο στενό κελλί της με τόσο ζήλο και με τόσα δάκρυα, ώστε δεν άργησε όχι μόνον να λάβει άπό τον Θεό συγχώρηση των αμαρτιών, άλλά και το χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Αφού διήνυσε θεάρεστο βίο, ο όσιος Αβράμιος εκοιμήθη εν ειρήνη το 366, και πέντε χρόνια αργότερα ανεπαύθη και η ανηψιά του.

Αρέσει σε %d bloggers: