Επετειακό αφιέρωμα στον π. Νικόλαο Πέττα.

 «Ο σημειοφόρος π. Νικόλαος Πέττας – Ο συνάδελφος μου εκπαιδευτικός (1941-4/1/2000)»

του Χαράλαμπου Λ. Κοντοχρήστου,

τ. Διευθυντή του 2ου Ι.Ε.Κ. Πατρών.

Επετειακό αφιέρωμα με την συμπλήρωση 12 ετών από την οσιακή κοίμηση του π. Νικολάου,

Η αρχαιοελληνική φράση «εξ όνυχος τον λέοντα», που σημαίνει από το νύχι καταλαβαίνει κάποιος το λιοντάρι, ταιριάζει απόλυτα στον Σημειοφόρο π. Νικόλαο, διότι ήταν πραγματικά ένα μεγαλόψυχο λιοντάρι του ουρανού και της γης. Γενικότερα, η παραπάνω φράση χρησιμοποιείται, για τη διάγνωση του συνόλου από μία χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Αυτό θα προσπαθήσω να κάνω, θα καταθέσω μερικές άγνωστες λεπτομέρειες, αφιερωμένες στην επετειακή συμπλήρωση από τα δώδεκα έτη της σεπτής κοιμήσεως του οσιωθέντος συνάδελφού μας, καθηγητή – λευίτου π. Νικολάου Α. Πέττα εκ Πατρών. Το αφιέρωμα που επιμελήθηκα έχει στην αρχή τον τίτλο…


«Ο ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΟΣ π. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΕΤΤΑΣ», ακολουθώντας το χαρακτηρισμό που του έχει αποδοθεί, του Σημειοφόρου δηλαδή, όπως τον έλεγαν ακόμα εν ζωή οι χριστιανικοί κύκλοι, αλλά και όπως έχει αναφερθεί από άλλους προηγούμενους συγγραφείς και ειδικούς.

Δεν θα αναφερθώ στα βιογραφικά του π. Νικολάου, γιατί τα ανέπτυξε ο παλιός μαθητής του και τελευταία δικός μου σπουδαστής στο Τμήμα της «Εκκλησιαστικής και Πολιτιστικής Κατάρτισης Πατρών», ο πανοσιολογιώτατος αρχιμ. Ιωακείμ Σωτηρόπουλος εκ Πατρών καταγόμενος και τώρα κληρικός της Ι. Μητροπόλεως Φωκίδας, στα συναρπαστικά και αποκαλυπτικά αφιερώματα στην «Ορθόδοξη Μαρτυρία» της Μονής Αγίων Σεραφείμ και Αυγουστίνου Τρικόρφου, τεύχος 156, Ιαν.-Μαρτ. του 2012 και στην «Μοναστική Έκφραση» της Μονής Αγίου Νεκταρίου Τρικόρφου, τεύχος 48, Μαρτ.-Μάϊος. Όταν διάβασα το αφιέρωμα που επιμελήθηκε ο αρχιμ. Ιωακείμ, είπα ότι είναι πολύ σημαντικό, αλλά όσα και να γραφούν είναι λίγα μπροστά σε αυτά που ζήσαμε, και αυτό το λέμε όλοι εμείς που ήμασταν κοντά σ’ αυτόν τον αληθινό ιερέα.

Ο π. Νικόλαος, για εμάς τους καθηγητές ήταν ένας ιδιαίτερος και σπάνιος άνθρωπος. Ήταν υπόδειγμα κληρικού – καθηγητού, με τη συνέπειά του και την πνευματικότητά του, αλλά έχοντας ένα δικό του τρόπο, για να γίνεται προσιτός και αγαπητός από όλους, όπως στους συναδέλφους, στο προσωπικό και στους σπουδαστές των Σχολών. Ήταν για όλους εμάς ένα υγιές και σπάνιο παράδειγμα, ένας ζωντανός άνθρωπος. Ήταν πολύ ιδιαίτερη φυσιογνωμία, που προκαλεί πολλά συναισθήματα. Συνδύαζε την ευγενή απλότητα και το σιωπηλό μεγαλείο. Αυτό που νιώθω σίγουρα είναι ότι βρισκόταν στο σημείο που τον αντιπροσώπευε πραγματικά. Ήταν μία φυσιογνωμία που δεν μπορείς να τη φανταστείς πουθενά αλλού παρά εκεί που ήταν. Συγκλονιστική πρωσοπικότητα!

Κοντά του έζησα πολλά θαυμαστά γεγονότα, και καταθέτω ορισμένα από αυτά, για να διασωθούν, γιατί πολλοί άνθρωποι που γνώριζαν πολλά για τον σπάνιο αυτό ιερέα, όσο περνούν τα χρόνια φεύγουν, και μαζί τους χάνονται μοναδικές ιστορίες που βίωσαν κοντά του. Θα ήθελα να πω από την αρχή ότι ζούσαμε κοντά στο π. Νικόλαο, και ακούμε ακόμα περισσότερα, που πληροφορούμαστε μετά την κοίμησή του, που είναι επί το πλείστον κατορθώματα φοβερά, πρωτοφανή, σχεδόν απίστευτα. Απεναντίας, για τον ίδιο τον Γέροντα, που ζούσε τόσο φυσικά μέσα στο χώρο της παντοδύναμης θείας χάριτος, ήταν γεγονότα απλά, συνηθισμένα, χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Γνωριστήκαμε ως λαϊκοί μετά από το 1978 και εκείνος δίδασκε όλα τα μαθήματα που αφορούσαν την μηχανολογία. Και οι δυό υπήρξαμε συνάδελφοι στις Τεχνικές σχολές στην Πλατεία Γλαράκι και στις Σχολές στο Κουκούλι Πατρών, που αργότερα έγιναν ΣΕΚ, όπου στεγάζονταν τα εργαστήρια. Οι Σχολές που υπηρετήσαμε όλα αυτά τα χρόνια ήταν κυρίως το 1ο ΤΕΕ, 2ο ΤΕΕ, το Νέου Τύπου, το Λύκειο, το Τεχνικό Λύκειο, Κατωτέρα Σχολή, όπως λεγόταν παλαιότερα.

Ήταν από τότε ένας σεμνός και μειλίχιος καθηγητής. Πρωτοδιορίστηκε στις Τεχνικές Σχολές της Ναυπάκτου και μετά από την μετάθεσή του στην Πάτρα. Ήταν για εμάς ευτυχές γεγονός, γιατί έτσι τον γνωρίσαμε. Η παρουσία του ήταν μετρημένη με ιεροπρέπεια και εάν του έβαζες ένα ράσο ενέπνεε, θα ήταν ένα κανονικός ιερέας που σου έμπνεε σεβασμό. Του άρεσε το δίκαιο και το σωστό. Στα παιδιά φερόταν με αγάπη και επιείκεια.

Στην αρχή δεν το καταλάβαιναν και τους έκανε εντύπωση, όταν αργότερα χειροτονήθηκε, το πως ένας ρασοφόρος είναι παράλληλα και καθηγητής τους στη μηχανολογία και έμπαινε με τα ράσα μέσα στο εργαστήριο να τους διδάξει στην πράξη. Όλη αυτή η σκέψη τους έκανε στην αρχή να τον χλευάζουν, ενώ εκείνος έκανε ότι δεν καταλάβαινε… Όσο κυλούσαν οι πρώτες μέρες, ένα παράξενο πνευματικό δέσιμο γινόταν μαζί του, ενώ για τους σπουδαστές αμέσως μετά γινόταν ο πατέρας τους, ο διδάσκαλός τους, η παρηγοριά, η αγαλλίαση, ο ευσκιόφυλλος γεροπλάτανος που θα έβρισκαν απάγκιο.

Τον ενδιέφερε να πάρουν οι σπουδαστές γνώσεις επιστημονικές αλλά και πνευματικές, έτσι ώστε να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία και να κάνουν σωστές οικογένειες. Αυτό το κατόρθωνε με μοναδικές παιδαγωγικές μεθόδους. Ορισμένοι συνάδελφοι ταλαιπωρούσαν τα παιδιά για διαφόρους λόγους, όπως με την αυστηρότητα, και τότε ο π. Νικόλαος μεσολαβούσε και τα βοηθούσε να πάρουν το πτυχίο τους. Όταν τον ρωτούσαν οι άλλοι καθηγητές γιατί το κάνει αυτό, απαντούσε: «Είναι παιδιά πονεμένα, τραυματισμένα από οικογενειακά προβλήματα. Τα ρωτήσατε ποτέ τι αγωνίες και τι στενοχώριες περνά κάθε ένα από αυτά; Άλλο είναι ορφανό, άλλο έχει την μητέρα του ανάπηρη, άλλο δεν έχει που να μείνει, γιατί οι γονείς χώρισαν, άλλο είναι ευαίσθητο, άλλο είναι αδικημένο! Πρέπει να τα βοηθήσουμε να πάρουν τα όπλα τους (πτυχίο δηλαδή) και να ανοίξουν τα φτερά τους και να κάνουν οικογένειες!». Ακόμα τους έλεγε: «Εμείς δεν έχουμε παιδιά, δεν είναι ζωηρά, δεν κάνουν τον κύκλο της εφηβείας;». Αυτό μαρτυρούσε ότι ήταν λεπτός άνθρωπος και γνώριζε καλά τα παιδαγωγικά και την ψυχολογία των παιδιών.

Μας μιλούσε για την πίστη και τα ιδανικά μας και την αίγλη του φυλής μας που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και μεγαλούργησε από τον συγκερασμό αυτού του πνεύματος με την χριστιανική πίστη στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Μας έλεγε ακόμα ότι «Η πρωτεύουσα του γένους μας, ας είναι στα χαρτιά και στους χάρτες η όμορφη Αθήνα μας, όμως η ιδεατή και μακρόχρονη πρωτεύουσα της φυλής μας είναι η Πόλη των πόλεων, η Κωνσταντινούπολη!» Όμως αυτά, για εμάς τους ανθρώπους των θετικών επιστημών και του ορθολογιστικού πνεύματος, που επικρατεί στην ταλαίπωρη παιδίά μας, μας έκαναν εντύπωση, όμως τα έκφραζε μέσα από την καρδιά του και με μεγάλη πίστη. Ωστόσο, με τον καιρό τον κατανοούσαμε καθώς ερμηνευόντουσαν σταδιακά και θαυμάζαμε το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου.

Κατόπιν θείας εντολής και προσταγής που κράτησε επί τρία χρόνια, το 1983 χειροτονείται διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος, όμως αυτό δεν μας έκανε εντύπωση, γιατί και από πριν με την ευσέβεια και πνευματικότητα που είχε, όταν τον αντικρίζαμε, τον φανταζόμασταν με ράσο και ας ήταν ακόμα λαϊκός. Με το που το φόρεσε, συμπληρώθηκε αυτό που του έλειπε, δεν μας έκανε εντύπωση ούτε εμάς τους καθηγητές, αλλά ούτε και στους σπουδαστές μας.

Ο τότε Μητροπολίτης Νικόδημος που τον χειροτόνησε, στον λόγο του πήρε προσωπική θέση και επαίνεσε το συνάδελφό μας, και από όσο γνωρίζω, ο συγκεκριμένος ιεράρχης σπανιότατα έκφραζε δημόσια απόψεις για κάποιον άνθρωπο. Τόνισε μεταξύ των άλλων στο ουράνιο κάλεσμα του οικογενειάρχη καθηγητού Νικολάου Πέττα, ώστε να χειροτονηθεί κατόπιν ουράνιου καλέσματος, που τον πρόσταζε αυστηρά επί τρία χρόνια να γίνει λειτουργός και διαχειριστής των μυστηρίων του Θεού. Μάλιστα είχε πει ότι: «Πολλές χειροτονίες με αξίωσε ο Θεός να τελέσω, αλλά αυτό που ένιωσα στην χειροτονία αυτή είναι κάτι το μοναδικό». Ανάφερε ότι: «Και στους δυό βαθμούς ιερωσύνης που έδωσα στον π. Νικόλαο, ένιωσα να ζω μία μοναδική και ανεπανάληπτη Πεντηκοστή, που κατήλθε μέσα από την δεξιά μου και στους δυό βαθμούς της χειροτονίας του με πύρινες γλώσσες στην κεφαλή του νεοχειροτονούμενου. Δόξα το όνομα του ζώντα Θεού». Στο τέλος δόξαζε τον Τριαδικό Θεό και είπε: «Πατέρα Νικόλαε, νιώθω ότι ελεήθηκα από την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, αφότου έβαλα τας χείρας μου στην κεφαλή σου, για να σου μεταδώσω το αξίωμα της ιερωσύνης. Πιστεύω ότι με κάτι τέτοιες μοναδικές και ιδιαίτερα πνευματοφόρες χειροτονίες θα βρω το έλεος του Θεού. Να με ενθυμάσαι και να με μνημονεύεις σε παρακαλώ και σε αυτή την ζωή και στην άλλη όταν σε καλέσει ο Κύριος». Ο π. Νικόλαος ήταν σε άλλο κόσμο μετά τις χειροτονίες∙ λες και ήταν υπνωτισμένος και όταν συνειδητοποίησε τι συνέβη, άρχισε να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του, δάκρυα χαρμολύπης. Χαράς γιατί τον αξίωσε ο Θεός να λάβει την ιερωσύνη, αν και ανάξιος και αδύναμος, όπως χαρακτηριστικά έλεγε για τον εαυτό του, για ένα τόσο μεγάλο διακόνημα και λύπης, μήπως δεν φανεί αντάξιος ως διαχειριστής της Θείας Χάριτος και των μυστηρίων της Εκκλησίας.

Στις Επαγγελματικές Σχολές, όπου διδάσκαμε όταν ήρθε, μας φάνηκε παράξενο, αλλά σύντομα το συνηθίσαμε και εκείνος συνέχισε με πολύ ευσυνειδησία τα καθήκοντά του ως εκπαιδευτικός.

Ως κληρικός, ως φαμελιάρης (δηλ. πατέρας πολυμελούς οικογένειας), ως καθηγητής και ως ένα δραστήριο μέλος της κοινωνίας περνούσε πολλές στενοχώριες και είχε πολλά βάρη. Οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του, όπως και για μας που έχουμε οικογένειες, είναι δύσκολες και πολύπλοκες. Μερικές φορές, αν και δεν το έδειχνε, καταλάβαινα ότι ήταν σωματικά εξαντλημένος. Τότε μοναδικό του στήριγμα ήταν η προσευχή, η επικοινωνία με τον ουράνιο Πατέρα, όπως έλεγε. Όσοι είχαμε πιο στενές σχέσεις μαζί του, τον βλέπαμε μερικές φορές μεταρσιωμένο, να είναι κάπου αλλού. Θαρρείς και δεν βρισκότανε στη γη, αλλά κάπου μακριά, πολύ μακριά, σ’ ένα κόσμο φωτεινό και πανευφρόσυνο, που μονάχα ο ίδιος γνώριζε. Καθώς εργαζόταν, τα χείλη του δεν έπαυαν ούτε στιγμή να κινούνται αθόρυβα σε επικοινωνία με τον Δημιουργό. Και ξαφνικά βλέπαμε το ήρεμο και καθαρό πρόσωπό του να λάμπει και να στολίζεται μ’ ένα ουράνιο χαμόγελο πνευματικής ευδαιμονίας. Όσοι είχαμε την τύχη να είμαστε δίπλα του εκείνες τις στιγμές, ξεχνούσαμε τα προβλήματα και τα πολλά βάρη, νιώθαμε απερίγραπτη χαρά και ευφορία, παίρναμε κουράγιο και δύναμη … Αυτή η εσωτερική κατάσταση όμως δεν εμπόδιζε τον π. Νικόλαο να είναι κοντά στους πολλούς σπουδαστές του και σε εμάς, να γλυκαίνει τους ανήσυχους και απογοητευμένους νέους και νέες με την απέραντη αγάπη του, να κάνει πάντα το καλό. Η προσευχή και η φιλανθρωπία ήταν τα δυό φτερά της ψυχής του.

Βοηθούσε όλους τους σπουδαστές χωρίς διάκριση – επειδή τους αγαπούσε όλους χωρίς διάκριση. Δεν εξέταζε ποτέ το ήθος, το φύλο, την καταγωγή, το χαρακτήρα, τις εφηβικές αντιδράσεις και το παρελθόν των σπουδαστών που είχαν ανάγκη από στήριξη η συμπαράσταση. Του έφτανε και μόνο ότι ήταν άνθρωπος – «εικόνα Θεού». Και έδινε χρόνο, από τον λίγο που του έμενε, και θυσιαζόταν γι’ αυτόν.

Στην αρχή, οι σπουδαστές νόμιζαν ότι το έκανε αυτό, για να τους έχει κοντά του ως αντάλλαγμα, για να τους διδάσκει τα πνευματικά η έστω για να κερδίσει το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη τους. Σύντομα όμως κατάλαβαν ότι δεν είχε τέτοια κίνητρα, αλλά ο άδολος χαρακτήρας, που είχε από πριν όταν υπηρετούσε ως λαϊκός-καθηγητής, ήταν ο ίδιος και τώρα ως κληρικός-καθηγητής.

Οι καλλιεργημένοι πνευματικά συνάδελφοί μας έβλεπαν στο πρόσωπο του ιερέα αυτού τον επιστήμονα που συνταιρίαζε την πίστη με τη γνώση. Ακόμα και οι ορθολογιστές και οι αντιδραστικοί στο Χριστό, με τον χρόνο, και με το καλό του παράδειγμα, σταμάτησαν να υποπτεύονται μήπως είναι «σκοταδιστής» και άρχισαν με το χρόνο να αναθεωρούν τις απόψεις τους για την Ορθοδοξία. Ακόμα και άνθρωποι που του δήλωναν ότι δεν τον συμπαθούσαν, γιατί φορούσε το ράσο, συχνά τον πλησίαζαν και ζητούσαν τη συμβουλή του για διάφορα θέματά τους, γιατί ο π. Νικόλαος δεν τους περιφρονούσε και δεν τους απέφευγε, τους τραβούσε κοντά του, γιατί δεν φοβόταν. Με τη σεμνότητά του, που συνδυαζόταν με τη γενναιότητα, κέρδιζε την εκτίμηση και το θαυμασμό ανθρώπων που δεν περίμενες να σεβαστούν ποτέ ένα ρασοφόρο. Όταν χρειαζόταν να υποστηρίξει κάποιον αδικημένο και βασανισμένο, έδειχνε και το θάρρος και την ανδρεία του σε όσους τον ταλαιπωρούσαν. Και ενώ ως τότε γνωρίζαμε την καλωσύνη και την ευσπλαχνία του, εκείνες τις στιγμές βλέπαμε την τόλμη του και την παλικαριά του. Όλα αυτά τα στοιχεία της δυναμικής προσωπικότητάς του μας σαγήνευαν. Στη μορφή του έβλεπες έναν άνθρωπο ασυνήθιστο, έναν άνθρωπο πραγματικά μεγάλο άρχοντα.

Εμείς πολλές φορές κάναμε κάποια πράγματα, διοικητικά η προσωπικά, κρυφά από εκείνον, γιατί δεν χρειαζόταν άλλωστε να τα ξέρει όλα. Όμως όλα γινόντουσαν αντιληπτά από τον π. Νικόλαο μ’ έναν άλλο τρόπο, πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Μέσα στην απέραντη ηρεμία που τον χαρακτήριζε, αντιλαμβανόταν κάθε κίνηση, και, με μίαν εξαιρετική θεόσδοτη χάρη, καταλάβαινε όχι μόνο όσα δεν του λέγαμε, μα και όσα σκεφτόμαστε. Καμιά φορά έλεγε με χιούμορ: «Στην χούφτα μου σας έχω, δεν μπορείτε να κρυφτείτε!», και έδειχνε την δεξιά του παλάμη σε σχήμα χούφτας.

Άλλες φορές, σε ώρες ελεύθερες, ερχόταν στο γραφείο μου και συζητούσαμε τα πνευματικά. Σ’ όλη τη διάρκεια αυτή νιώθαμε σαν να είμαστε μόνοι μας, και ας ήταν η πόρτα ορθάνοικτη. Ήταν σαν να είμαστε οι δυό μας βυθισμένοι στην αίσθηση της παρουσίας του Θεού, στην ησυχία της εσωτερικής μονώσεως. Ο,τι και αν με βασάνιζε εκείνες τις στιγμές, ο,τι με κρατούσε δεμένο στη γη, χανόταν. Υπήρχε μόνο ο Χριστός. Όταν είχα διστακτικότητα και σύγχυση στα πνευματικά, αλλά κυρίως απελπισία, το διέγνωσε κάθε φορά αυτό και με στήριζε στο κάθε ερωτηματικό του νου μου. Σε κάθε τέτοια στιγμή αποσβολωνόμουν, γιατί γνώριζε την κατάστασή μου. Εγώ κάθε φορά έτρεχα περισσότερο κοντά του και με στήριζε και με ενίσχυε πολύ. Χάρη στον π. Νικόλαο βρήκα την πίστη και την εν Χριστώ ελευθερία. Είχα, βέβαια, πολλές μεταπτώσεις. Συχνά με ταλαιπωρούσε η ολιγοπιστία. Συχνά με έπνιγαν οι αμφιβολίες και η αβεβαιότητα. Συχνά με νικούσε ο εγωισμός, η αμφισβήτηση και ο ορθολογισμός. Ο π. Νικόλαος έλεγε: «Στη σημερινή εποχή, με την έλλειψη πνευματικότητας, με την ψυχική αλλοτρίωση και την αμφισβήτηση της πίστης, οι αμφιβολίες και οι μεταπτώσεις είναι επόμενες και αναπόφευκτες. Εσύ όμως, μέσα από την προσωπική σου πάλη και τον αγώνα σου και τη δίψα για τα πνευματικά, μπορείς πια να ψηλαφίσεις τον Κύριο. Και γνωρίζεις τον δρόμο που οδηγεί σ’ Εκείνον. Είναι ο βιωματικός δρόμος της εμπειρίας, της μελέτης και των δακρύων. Ακολούθησέ τον και τα βάρη της παλιάς ζωής θα αντικατασταθούν σύντομα με το ελαφρύ φορτίο της εν Χριστώ ζωής. Είναι μέθη και αληθινό γλέντι ο Χριστός».

Το διορατικό χάρισμα του π. Νικολάου προκαλούσε την έκπληξη, το θαυμασμό αλλά και το φόβο σ’ εκείνους που το διαπίστωναν. Ο ίδιος όμως, από την υπερβολική του ταπείνωση, και λέγοντας ότι είναι ο αμαρτωλότερος πάντων, δεν θεωρούσε τον εαυτό του χαρισματούχο, γιατί, με μιαν απέραντη παιδική απλότητα, που γινόταν σε ορισμένους παρεξηγήσιμη, αν δεν καταλάβαινες τι ήθελε ακριβώς να εκφράσει μέσα από αυτή, πίστευε πως η γνώση του περιεχομένου της ανθρώπινης καρδιάς είναι κάτι το εντελώς φυσικό για έναν ποιμένα λογικών προβάτων. Όσο ζούσε ερχόντουσαν κληρικοί και λαϊκοί για να τον συναντήσουν και τον συμβουλευτούν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν πατέρες από την Πελοπόννησο και άλλα μέρη της Ελλάδας, ακόμα και από το Άγιο Όρος, επίσης από τα Ιεροσόλυμα. Από την Αγία Γη έβλεπα κάθε χρόνο να έρχεται ο αρχιμ. Ιγνάτιος Κ. Καζάκος, ηγούμενος της Μονής των Ποιμένων και για ώρες συζητούσαν για τα εκεί πράγματα και ο π. Νικόλαος τον έδινε συμβουλές και απαντήσεις σαν να γνώριζε τα πρόσωπα και τις καταστάσεις με κάθε λεπτομέρεια. Έλεγε στον π. Ιγνάτιο ότι «Οι Αγιοταφίτες Πατέρες φυλάτε μέρη Άγια και Θεοβάδιστα και αυτό είναι πολύ σημαντικό γεγονός, να είστε Άξιοι και να αγωνίζεστε γι’ αυτό που ταχθήκατε και θα λάβετε μεγάλο μισθό από τον Θεό!». Παρόμοια λόγια έλεγε και στον γνωστό Αγιοταφίτη μοναχό Παντελεήμονα, όταν τον συναντούσε στη Μονή του οσίου Παταπίου Λουτρακίου.

Μοναδική ήταν ακόμα η χαρισματική δύναμη της επιβολής του σε εμάς του, συνανθρώπους του. Ορισμένοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν, μερικοί όμως τον πολεμούσαν με μένος, κυρίως από τον χώρο του ράσου. Εκείνος υπέμενε τον αισχρό πόλεμο που του έκαναν με ταπεινοφροσύνη, μεγαλοψυχία και σιωπή. Σε μια από τις σπάνιες φορές που μας εμπιστεύτηκε σε λίγους τον πόνο του σαν άτομα της εμπιστοσύνης του, και όταν παίρναμε θάρρος και τον ρωτούσαμε γιατί του έκαναν τόσο πόλεμο, εκείνος απαντούσε: «Αφού το επιτρέπει ο Θεός κάτι θα θέλει να ωφεληθώ και εργάζεται την σωτηρία, να είναι ευλογημένο. Ας γίνει το θέλημά Του!». Άλλες φορές συζητάγαμε για τους βίους αγίων, όπως του Παπουλάκου, του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, και του πνευματικού του αναστήματος, του αειμνήστου π. Γερβασίου Παρασκευοπούλου, τον οποίο είχε πνευματικό ο π. Νικόλαος, για την έντονη πολεμική που πέρασαν όλοι αυτοί οι Γέροντες, πόλεμος που πήγαζε από πολλά κέντρα και πολλούς ανθρώπους από διάφορες θέσεις και αξιώματα. Τον ρωτούσαμε πολύ εμπιστευτικά γιατί γίνεται αυτό, γιατί το επιτρέπει ο Θεός; Δηλαδή, εννοούμε ότι άλλοι να σέβονται και να πιστεύουν αυτές τις ιερές μορφές και άλλοι να τους πολεμούν με μίσος και μένος! Εκείνος απαντούσε ως εξής: «Αν θέλεις να δεις ότι βαδίζεις σωστά, όπως θέλει ο νόμος του Θεού, μία μερίδα ανθρώπων θα σε χαίρονται και θα σε εκτιμούν, και η άλλη ομάδα ανθρώπων θα σε μισούν και θα σε διαβάλλουν. Δηλαδή, αυτοί που θα χαίρονται θα είναι και αυτοί αγωνιστές και άνθρωποι του φωτός, ενώ εκείνοι που θα σε πολεμούν, θα είναι άνθρωποι συνδεμένοι με τα γήινα και θα ελέγχονται από τον αγώνα τον καλό και η ύπαρξή τους είναι μέσα στο σκότος. Τους τελευταίους θα τους συγχωράμε και θα προσευχόμαστε για την σωτηρία τους. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας του αγωνιζομένου ανθρώπου». Γενικότερα, ο Πατραϊκός λαός ήξερε πως είχαν κοντά τους ένα ιερέα-καθηγητή, που βάδιζε στο δρόμο της πνευματικής τελειότητας και θέωση.

Θα αναφέρω ένα προσωπικό γεγονός με την υγεία μου. Το 1996 είχα ασθενήσει από σοβαρότατη ασθένεια. Έκανα ένα κύκλο θεραπείας εδώ και έπρεπε να ταξιδέψω στο Λονδίνο, για να κάνω σε ειδικό νοσοκομείο λεπτότατη εγχείρηση, για να μην επιδεινωθεί η κατάσταση. Πριν ταξιδεύσω με κάλεσε στο «Ασκητήριό του», απέναντι από το σπίτι του στο τέρμα της οδού Ν.Τ. Ζαφειράκη στην Άνθεια. Εκεί τέλεσε με κατάνυξη το μυστήριό του Αγίου Ευχελαίου και μου είπε να επαλειφθώ παντού με το άγιο έλαιο, πριν την εγχείρηση. Και πράγματι, με τις συμβουλές που μου έδωσε και με την προσευχή του, θεραπεύτηκα πλήρως και μέχρι σήμερα είμαι υγιέστατος.

Θα καταγράψω και ένα άλλο γεγονός από τον οικογενειακό μου κύκλο, για να γίνουν περισσότερο κατανοητά τα χαρίσματα αυτού του ιερέα. Κάποια μέρα, το θέρος του 1997, μου τηλεφώνησε τρεις φορές συνεχόμενες, νωρίς το πρωί και μου είπε με ευγένεια και σιγουριά: «Χαράλαμπε εντός τριών ημερών η αδελφή σου Βασιλική θα φύγει για τους Ουρανούς, πρέπει να πάμε τώρα να εξομολογηθεί και να την μεταλάβουμε». Του απάντησα «Πατέρα Νικόλαε τι μου λες πρωί-πρωί; Οι γιατροί είπαν ότι μετά από τον κύκλο των χημειοθεραπειών θα ζήσει ένα μήνα ακόμα». Στην αρχή δεν του έδωσα σημασία και του έκλεισα και τις τρεις φορές το τηλέφωνο έντονα εκνευρισμένος. Όμως το ξανασκέφτηκα και είπα αν θα βγει και αυτό τι θα κάνω; Του τηλεφώνησα λοιπόν και του είπα «Πατέρα Νικόλαε ετοιμάσου να πάμε!». Και ο δίκαιος πατήρ μου απαντά με λίγα λόγια: «Εντάξει έλα γρήγορα να πάμε τώρα».

Εγώ, λόγω του ότι είχα και άλλα προσωπικά βιώματα διότι μου είχε πάρα πολύ εμπιστοσύνη, αλλά είχα ακούσει επίσης από τους συναδέλφους και τους σπουδαστές μας ότι ο π. Νικόλαος με την προσευχή του αποκάλυπτε και πρόλεγε, τελικά υπάκουσα και ξεκίνησα να πάμε στην αδελφή μου. Όταν φτάσαμε, ευλόγησε την αδελφή μου και της λέει γλυκά: «Βασιλική ο Χριστός ήρθε, η Παναγία ήρθε;». «Ναι!», απαντά εκείνη». Την ρωτάει στη συνέχεια: «Ο άγιος Γεώργιος ήρθε;». Σημειώνουμε ότι ο Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος είναι προστάτης του χωριού μας, αφού στο όνομά του είναι αφιερωμένος ο κεντρικός Ναός. Του απαντά εκείνη αρνητικά. Τότε την ρωτά τελευταία «Ο άγιος Αθανάσιος ήρθε;». Σημειώνουμε ακόμα ότι ο Άγιος Αθανάσιος είναι ο προστάτης άγιος του κοιμητηρίου της γενέτειράς μας. Εκείνη απαντά θετικά. Τότε μου λέει με πόνο και βεβαιότητα: «Χαράλαμπε πράγματι θα φύγει η αδελφή σου, γιατί ο άγιος Αθανάσιος είναι ο προστάτης του κοιμητηρίου του χωριού σου, έτσι δεν είναι;». Και γεμάτος έκπληξη και συγκίνηση του κούνησα τα κεφάλι μου καταφατικά.

Και όντως, την τρίτη ημέρα η αγαπημένη μου Βασιλική αναπαύτηκε. Εγώ από την πρώτη στιγμή που έζησα τέτοια μεγάλη αποκάλυψη, τον ρωτούσα τον π. Νικόλαο: «Που τα ξέρεις αυτά; κ.τ.λ.» Εκείνος για αρκετό καιρό ξέφευγε να απαντήσει αλλάζοντας συζήτηση, δεν ήθελε να φανερώσει την χάρη που του εμπιστεύτηκε ο Θεός και όταν επέμενα, το έριχνε στο καλαμπούρι για να ξεγλιστρήσει. Συχνά οι δυό μας, αλλά και με άλλους συναδέλφους, ανηφορίζαμε για προσκύνημα στην γυναικεία Μονή Ελεούσας Πιτίτσας Πατρών. Εκεί με τις αδελφές, αλλά και με την νυν προηγουμένη Γερόντισσα Μακρίνα, συζητούσαμε πνευματικά πράγματα, και στο τέλος κάναμε και ακολουθίες στο Καθολικό. Αυτό μας άρεσε στους συναδέλφους καθηγητές και διδαχτήκαμε πολλά για την πίστη μας σε αυτές τις ευλογημένες και ανεπανάληπτες εμπειρίες. Αξίζει να αναφέρω και το εξής. Πολλές φορές, όταν συζητούσαμε πράγματα που απαιτούσαν μεγάλη πνευματική ωριμότητα για να τα κατανοήσουμε εμείς οι λαϊκοί, ο π. Νικόλαος και η Γερόντισσά μας τα εξηγούσαν αναλυτικά. Εμείς δείχναμε από ντροπή ότι στο τέλος τα καταλάβαμε, όμως ο π. Νικόλαος διέγνωνε κάθε φορά ποιά σημεία ήθελαν επιπλέον ανάπτυξη και ενώ εμείς δήθεν λέγαμε ότι το κατανοήσαμε, εκείνος έλεγε στη Γερόντισσα: «Σας παρακαλώ να το ξαναπείτε αυτό η να αναπτύξετε αυτό επιπλέον γιατί δεν το κατανόησαν!».

Ας έρθουμε στην υπόθεση με την αδελφή μου. Θυμάμαι κάποια μέρα που ήμασταν οι δυό μας, φεύγοντας από την Μονή Πιτίτσας, σταματήσαμε σε μία πηγή να πιούμε νερό που είναι πλησίον της. Όπως είμασταν τον ρωτώ με ένταση και νεύρα: «Που τα ξέρεις αυτά, πατέρα Νικόλαε;» Γιατί για αρκετό καιρό απόφευγε να απαντήσει. Και όσο δεν μιλούσε, θύμωνα, περισσότερο με αποτέλεσμα να βγω εκτός εαυτού και ξεστόμισα και άλλα λόγια πάνω στην οργή μου που δεν γράφονται. Αυτός συνέχεια μειδιούσε σαν αθώο παιδάκι. Αυτή όλη η συμπεριφορά του τόσο με εκνεύρισε επιπλέον ώστε τον έπιασα από το λαιμό και τον έριξα κάτω πατώντας τον στο λαρύγγι και συνέχισα να τον ρωτώ με φωνές: «Που τα γνώριζες;». Πραγματικά είχα βγει εκτός εαυτού και τώρα που το θυμάμαι συγκινούμαι και καταλαβαίνω περισσότερα. Ο ταπεινός λευίτης συνέχισε να σιωπά και καθώς τον πατούσα σαν πτηνό που ήταν προς σφαγή, εκείνος με τα γαλάζια του ήρεμα γελαστά του μάτια ατένιζε προς τον ουρανό χωρίς να μιλά. Αυτή η εικόνα έρχεται πολλές φορές στον νου μου και την αναζητώ. Νιώθω ότι δεν έφυγε, αλλά μας παρακολουθεί και μας στηρίζει. Έτσι δεν πήρα ποτέ απάντηση!

Στην καθημερινή του ζωή δεχόταν πολλές σημειοφόρες αποκαλύψεις από τον Θεό που δεν τις άντεχαν οι σωματικές του δυνάμεις, γιατί όπως μας έλεγε «Το σώμα είναι αδύναμο μπροστά στην πνευματική δύναμη». Για τον λόγο αυτό ο π. Νικόλαος δεν άντεχε αυτά που του αποκαλύπτονταν και συχνά απευθυνόμενος προς τον Ουράνιο Πατέρα έλεγε με πόνο ψυχής «Θεέ μου, η πάρε με (δηλαδή να πεθάνω) η πάρτο! (αυτά που το άπειρο έλεός του Θεού του αποκάλυπτε)».

Είχα ακούσει υποψήφιους σπουδαστές που τους προλέγει τη σχολή και σε ποιά πόλη θα σπουδάσουν μετά από τις εξετάσεις. Σε μία κοπέλα γνωστή μου, ονόματι Ζωή, που τον ρώτησε: «Που θα πετύχω πάτερ;», της είπε: «Στην Νοσηλευτική γιατί είναι μία υπηρεσία προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο». Και στην ερώτησή της: «Σε ποιά πόλη;», εκείνος άρχισε να ψέλνει το απολυτίκιο του Αποστόλου Ανδρέου: «Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος..» Και όντως έτσι έγινε, εισήχθη στη νοσηλευτική Πατρών.

Πολλές φορές, ταλαιπωρημένοι άνθρωποι που τον ρωτούσαν κάτι, η όταν μόνος του έβλεπε με τα μάτια της ψυχής κάποιο πρόβλημα που τους βασάνιζε, τους έδινε πολλές φορές ένδακρυς την λύση με κάποιο αγιογραφικό κείμενο η ύμνο, ακόμα και με κάποιο σεμνό στίχο παραδοσιακού τραγουδιού.

Θυμάμαι ακόμα ότι είχε μεγάλη τιμή και ευλάβεια στους Οσίους από τα δυό νησιά της Επτανήσου, από εκεί που κατάγονταν οι γονείς του. Εννοώ τον άγιο Διονύσιο που αναπαύεται στη Ζάκυνθο, αφού από εκεί ήταν ο σαπωνοποιός πατέρας του Ανδρέας Ν. Πέττας και τον όσιο Γεράσιμο στην Κεφαλληνιά, που αναπαύεται στην Μονή του, η οποία βρίσκεται πλησίον του χωριού Φραγκάτα, από όπου καταγόταν η μητέρα του Σοφία Π. Τζάκη.

Επίσης μία από τις επισκέψεις του στην Κεφαλονιά για να προσκυνήσει τον Άγιο Γεράσιμο, πήγε μετά και τέλεσε τρισάγιο στους προπάτορές του και μετά αναπαύθηκε στο σπίτι των παππούδων του στα Φραγκάτα. Το βράδυ βλέπει σε όραμα μία ροδινή μορφή ψηλού μεγαλόσωμου ρασοφόρου να κάθεται σε μία πέτρα σκυμμένος με καημό. Τον πλησίασε ο π. Νικόλαος, για να πάρει την ευχή του και να ασπαστούν εν φιλήματι αγίω και να του λέει κατόπιν με παράπονο ο άγνωστος ρασοφόρος: «Πατέρα μου, εμένα δε θα έρθεις να με χαιρετίσεις;». Και μετά από ερωταποκρίσεις ο άγνωστος ρασοφόρος του είπε: «Είμαι ο άγιος Διονύσιος, από το νησί που κατάγεται ο πατέρας σου, και σε περιμένω στη Ζάκυνθο». Και όντως, πράγματι, με πήρε τηλέφωνο ξαφνικά στη Ζάκυνθο, όπου ήμουν με την οικογένειά μου την εποχή εκείνη. Πήγαμε τότε και προσκυνήσαμε τον Άγιο. Στο σκήνωμα του Αγίου έμεινε ένδακρυς για πολλές ώρες και οι πατέρες, ο Καθηγούμενος Διονύσιος και ο αρχιμ. Νικήτας, διέγνωσαν την ευσέβειά του και πολύ τον εκτιμούσαν. Κατόπιν πήγαμε στη λάρνακα του Οσίου Ιωσήφ στο Γαϊτάνι, στο Μαχαιρά, στο προσκύνημα της Αγίας Μαύρας, στη Μονή Αναφωνητρίας, στην Μονή του Αγίου Γεωργίου και σε όλα τα προσκυνήματα του Τζάντε (δηλ. της Ζακύνθου).

Εκείνο που μου έκανε εντύπωση, γεγονός που το θυμάμαι για πάντα, είναι σε ένα προσκύνημα όταν αντίκρισε έναν σεβάσμιο κτίτορα γέροντα που οι ντόπιοι τον θεωρούν πολύ πνευματικό άνθρωπο. Όταν τον είδε, χωρίς υπερβολή, έπεσε πάνω του και άρχισε να τον ασπάζεται, σαν να ήθελε να τον «φάει». Συγκεκριμένα, γονάτισε και άρχισε να του ασπάζεται το ράσο του, τα χέρια του και τα πόδια του. Ο γέροντας εκείνος αμέσως διέγνωσε τη σκέψη του και την ταπείνωση του π. Νικολάου και έσκυψε και εκείνος και τον ασπαζόταν. Αισθανόσουν ότι βρισκόσουν μπροστά σε μία σπάνια σκηνή από αυτές που καταγράφονται με ασκητές Αββάδες στα Γεροντικά της ερήμου της Νιτρίας. Όταν αναχωρήσαμε, εγώ, όπως και οι περισσότεροι που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το βάθος των πνευματικών αυτών σκηνών (βλέπετε ότι ο κοσμικός λογισμός μας σκανδαλίζεται) του λέω μες στο αυτοκίνητο, ενοχλημένος: «Πατέρα Νικόλαε ρεζίλι με έκανες και είναι από εδώ η γυναίκα μου!». Τότε μου απαντά με ηρεμία: «Χαράλαμπε μην θυμώνεις και έχεις λογισμό ότι τρελαθήκαμε. Αν ήξερες αυτές τις σιωπηλές στιγμές που ήμουνα με τον Γέροντα τι αισθανθήκαμε! Αλλά αυτά δεν εκφράζονται με λόγια. Χαράλαμπε, ο Γέροντας αυτός, για το νησί είναι πνευματικός θησαυρός».

Παρόμοια αγιοφάνεια είχε ο π. Νικόλαος με τον Άγιο Ευτύχιο τον μάρτυρα, ο οποίος του εμφανίστηκε σε ενύπνιο στο σπίτι του. Σύμφωνα με αυτό ο άγνωστος Άγιος στεκόταν έξω από ένα ναό του και απευθυνόμενος προς τον π. Νικόλαο του λέει με γλυκύτητα «Εμένα με λένε Ευτύχιο και δεν θα έρθεις πατέρα Νικόλαε να με προσκυνήσεις που σε περιμένω;». Τότε ο π. Νικόλαος μπήκε στο Ναό του μέχρι τότε αγνώστου Αγίου και προσκύνησε τις εικόνες και μεταξύ αυτών και την δική του. Και μετά από την πρωινή του ακολουθία διαπίστωσε ότι το εορτολόγιο της ημέρας τον συμπεριλαμβάνανε στους εορτάζοντας Αγίους (εορτάζει στις 14 Μαρτίου εκάστου έτους). Το ίδιο πρωινό λίγο αργότερα, ο ταχυδρόμος του έφερε ένα χριστιανικό περιοδικό που τυχαία είχε ως εξώφυλλο την μορφή του μέχρι τότε αγνώστου μάρτυρος Ευτυχίου.

Γενικότερα μου έκανε εντύπωση ότι όταν πήγαινε σε ιερά προσκυνήματα, όταν αντίκριζε μπροστά του θαυματουργικές εικόνες και ιερά λείψανα, γονάτιζε μπροστά τους για αρκετή ώρα και προσευχόταν ταπεινά και με αγάπη, ενώ το πνεύμα του έφευγε σαν να επικοινωνούσε με το Θείο και τον Άγιο που τιμούσε κάθε προσκύνημα. Μου έλεγε συμβουλευτικά: «Χαραλάμπη για την προστασία της οικογένειάς σου να παρακαλάς την Οσιομάρτυρα Παρασκευή. Εγώ το ίδιο κάνω και συχνά πηγαίνω στο ναό της Αγίας, στο Α’ Κοιμητήρι της Πάτρας. Να της ζητάς κάθε τι για τα παιδιά σου, και θα στο δίνει η Αγία, γιατί έχει μεγάλη πρεσβεία στον Κύριο!».

Τον ρωτούσαμε οι συνάδελφοι, σε διαλείμματα που είχαμε στην Σχολή, για διάφορα πνευματικά θέματα κ.α. Στον καθένα μας, μας νουθετούσε με διάκριση και λεπτότητα ανάλογα με την πνευματική μας κατάσταση. Συχνά έλεγε για αυτό το θέμα ότι «Κάθε ένας πρέπει να νουθετείται με πολύ προσοχή και ο ποιμένας να έχει διάκριση, π.χ. σε ένα βρέφος στην αρχή θα του δώσεις για να ζήσει και να αναπτυχθεί γάλα, αργότερα κρέμες και θα περάσει πολύ διάστημα για να του χορηγηθεί στέρεη τροφή, έτσι είναι και τα πνευματικά, σιγά-σιγά πρέπει σε κάποιο να δίνεται η πνευματική γνώση. Αφού κατανοήσει την πρώτη πνευματική τροφή, κατόπιν θα του δώσεις και άλλες ανώτερες γνώσεις..» Ακόμα τον ρωτούσαμε για τον αόρατο πόλεμο από τον πειρασμό, αν είναι αλήθεια και πως γίνεται, εκείνος με ταπείνωση μας απαντούσε μέσα από την Αγία Γραφή και τους Βίους των Αγίων, και ειδικά μέσα από το συγγράμματα του Ιερού Χρυσοστόμου, που με τόση ευλάβεια μελετούσε όσο ζούσε. Λίγες ήταν οι φορές που πήραμε μυστικά από τα δικά του βιώματα πάρα πολύ εμπιστευτικά. Θυμάμαι ότι μία φορά ανέφερε ότι με τον μισόκαλο είχε πολλές μάχες μαζί του, ο πόλεμος ήταν συνεχής στη ζωή του και οι επιθέσεις ήταν πολύπλοκες και ποικιλόμορφες. Μερικές φορές, η πάλη γινόταν έντονη στήθος με στήθος με τον «ταγκαλάκη». Άλλες φορές τον ρωτούσαμε «Πατέρα Νικόλαε πότε θα φύγετε από αυτό τον κόσμο για την αιώνια και αληθινή ζωή;». Εκείνος με παιδική αφέλειά μας απαντούσε «Ρώτησα τον Κύριο πότε θα με πάρει και μου απάντησε, όταν λευκανθούν τα μαλλιά σου πατέρα Νικόλαε!». Και εκείνη την στιγμή σήκωνε το καπέλο του και ενώ τα μαλλιά του μέχρι που έφυγε ήταν μαύρα, κατά ανερμήνευτο λόγο γινόντουσαν λευκά και το πρόσωπό του αλλοιωνόταν από υπερφυσικό φως. Εμείς μέναμε άφωνοι για αρκετή ώρα. Ακόμα, μας έλεγε ότι αγαπά την άσκηση και ξεκλέβει όσο χρόνο του έμενε μετά από τα πολλά του καθήκοντα ως κληρικός, ως οικογενειάρχης κ.τ.λ. και πήγαινε στο «Ασκητήριό του», η το «Ταμείο» όπως του άρεσε να λέει, μέσα στο κρύο και προσευχόταν για ώρες ατέλειωτες. Εκεί ζούσε πολλές αγιοφάνειες της Παναγίας μας και πολλών Αγίων. Για όπλα κατά του αντιδίκου είχε μία εικόνα της Παναγίας και έναν τίμιο Σταυρό από το Άγιο Όρος. Συγκεκριμένα, στο σπίτι του πάνω στο ατομικό του κρεβάτι (Πάρα πολύ εμπιστευτικά μου είχε πει ότι μετά την γέννηση του τελευταίου παιδιού Γιώργου συμφώνησε με την σεβαστή του πρεσβυτέρα να έχουν ξεχωριστή κλίνη και να ζήσουν το υπόλοιπο ως αδέλφια), είχε πάντοτε μία αμφιπρόσωπη ξύλινη εικόνα με την μορφή της Θεοτόκου και συγκεκριμένα θυμάμαι η μία όψη είχε την Πορταΐτισσα και η άλλη την σεπτή Κοίμησή Της. Κρατούσε ακόμα και ένα ξυλόγλυπτο χειροποίητο Σταυρό με την Σταύρωση και τη Βάπτιση, που τον είχε σκαλίσει ένας γνωστός του ασκητής από τα Καρούλια, ο μοναχός Χαρίτων. Με αυτά αγκαλιά προσευχόταν όλο το βράδυ, με πολλά δάκρυα, «πολύτιμους μαργαρίτες» όπως τα ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Μάλιστα, Πάρα πολύ εμπιστευτικά μου είχε πει ότι κάποιες φορές τόσο έκαιγε τον πειρασμό η μορφή της Παναγίας με τον τίμιο Σταυρό που βαστούσε, ώστε του τα «έπαιρνε» από τα χέρια, όταν πήγαινε για λίγο να κλείσει τα μάτια του, και στην θέση του ο μισόκαλος έβαζε το ακουστικό από το τηλέφωνο που είχε δίπλα στο κομοδίνο! Τόσο πολύ ενοχλούσε η προσευχή του τον μισόκαλο. Τον ξυλόγλυπτο αυτό Σταυρό τον είχε συνέχεια πάνω του, στο τσεπάκι του αντεριού που είναι στο μέρος της καρδιάς, και σταύρωνε με αυτό σε δύσκολες στιγμές μας, μόνος του χωρίς να του πούμε τα παραμικρό, εμάς και τα παιδιά, και το σημαντικό είναι ότι το έκανε αυτό όταν από μόνος και καταλάβαινε ότι το είχαμε ανάγκη για κάθε φορά για διαφορετικό λόγο που μας τον αποκάλυπτε!

Συζητάγαμε και για άλλα θέματα, όπως κοινωνικά, οικογενειακά, προσωπικά κ.α. Στις συζητήσεις, αν και είχε μεγάλη ωριμότητα, δεν έδειχνε ότι ξέρει τα πάντα, αλλά με απλό και ταπεινό τρόπο έλεγε την άποψή του όταν τον ρωτούσαμε. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να ανεβάζει εμάς τους γύρω του και να κατεβάζει τον εαυτό του. Αγαπούσε πολύ την οικογένειά του και μας έλεγε πόσο ευχαριστημένος ήταν από την πρεσβυτέρα συμβία του Ανθή, η γερόντισσα Αγάθη όπως την έλεγε χαριτολογώντας, για την οποία έλεγε χαρακτηριστικά: «Καμιά φορά δεν μου είπε: κάνε π. Νικόλαε στην άκρη να περάσω εγώ μπροστά!» Αν θέλαμε να τον κάνουμε να στενοχωρηθεί και να εκνευριστεί, του κάναμε την εξής ερώτηση: «Από τα δώδεκα παιδιά σου ποιό αγαπάς περισσότερο! Δεν μπορεί, σε κάποιο θα έχετε περισσότερο αδυναμία;». Αμέσως τιναζόταν σαν ελατήριο και έλεγε αυστηρά και κοφτά: «Σας παρακαλώ! Δεν δέχομαι αυτή την ερώτηση ούτε για αστείο, πάρτε την πίσω! Όλα τα παιδιά μου τα αγαπώ το ίδιο, χωρίς να ξεχωρίζω κάποιο ιδιαιτέρως. Και προσεύχομαι η Παναγιά να τα σκεπάζει και να τα καθοδηγεί, μαζί με τα παιδιά όλου του κόσμου!». +

Τα χρόνια περνούσαν και ο π. Νικόλαος έγινε για τις Σχολές μας, αλλά και για μας, ένα κομμάτι της ζωής μας. Ωστόσο, περνούσε μεγάλη στενοχώρια στην ενορία του, γεγονός που δεν σχολίαζε ποτέ και ούτε μας άφηνε περιθώριο και όταν μαθαίναμε τι περνούσε, τον ρωτούσαμε τι γινόταν. Εκείνος σιωπούσε και το ξεπερνούσε με ευγένεια αλλάζοντας με χαλόγελο θέμα. Αυτό που γνωρίζαμε από τους ενορίτες του είναι ότι στο Ναό που υπηρετούσε με δυό άλλους συνεφημερίους, οι οποίοι μεταξύ τους είχαν μεγάλη αντιπαράθεση, και εκείνος, ως άκακο αρνίο, ήταν στην μέση. Για πολλά χρόνια υπέμενε όλες τις ταπεινώσεις και τις αδικίες για τον Χριστό. Γινόταν το αλεξικεύρανο που δέχονταν τα αστροπελέκια και έλεγε ότι θα έρθει στιγμή που θα δώσει τον εαυτό του για θυσία σαν έναν αμνό! Όμως, το μίσος και η αντιδικία των άλλων δυό κληρικών έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Έφτασε σε βαθμό που άφησαν το Άγιο Ποτήριο ακατάλυτο! Ο π. Νικόλαος ως ειρηνοποιός, και επειδή δάκρυζε να βλέπει ακόμα και το Σώμα του Χριστού θύμα στις διχόνοιες των συναδέλφων του, έγινε εκείνος το μοιραίο θύμα, για να σώσει το Άχραντο Σώμα του Θεανθρώπου. Όταν το έβρισκε ακατάλυτο την άλλη μέρα, αφού συμβουλευόταν και τους πνευματικούς πατέρες, νηστικός και διαβάζοντας την Μετάληψη και τα άλλα σχετικά μετά δακρύων το κατέλυε, αφού έμενε έτσι. Ο ένας συνάδελφος για να εκδικηθεί τον άλλο που δεν κατέλυε, τα έβαλε με τον π. Νικόλαο γιατί δεν το άφηνε ακατάλυτο το Άγιο Ποτήριο, για να έχει απτό γεγονός, για περισσότερη προστριβή. Ο π. Νικόλαος με σεβασμό εξηγούσε ότι δεν επιτρέπεται από τους Ιερούς Κανόνες και την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας να μένει το Σώμα του Χριστού έτσι ακατάλυτο για μέρες, και έπειτα ότι δεν πρέπει ο Χριστός να γίνεται αντικείμενο στις μεταξύ των ιερέων τριβές. Τόσο ήταν το μίσος του ενός για τον άλλο ιερέα, ώστε πήγαν στην προϊστάμενη αρχή και τα έβαλαν με τον π. Νικόλαο επειδή κατέλυσε το ακατάλυτο από προηγούμενη μέρα Άγιο Ποτήριο!. Όταν μαθεύτηκε αυτό, θυμήθηκα το λόγια του π. Νικολάου που έλεγε με νόημα και πόνο: «Ο αθώος πάντα την πληρώνει!». Είχε πέσει στην αντίληψή μας, αν και ο ίδιος ο π. Νικόλαος δεν μας έλεγε τίποτα γι’ αυτά, ούτε μας άφηνε περιθώριο, ότι στο τέλος του κίνησαν και εκκλησιαστικές διώξεις, με ΕΔΕ και του διαμήνυσαν ότι θα συνεχίσουν σε ακραίες καταστάσεις! Όλη αυτή η δαιμονική πλεκτάνη καταλαβέναμε ότι αποτελούσε μεγάλη δοκιμασία και σαν καρφιά κεντούσαν και μάτωναν την αθώα και αγνή καρδιά του π. Νικολάου. Όμως ο Χριστός, ο οποίος ήθελε να σώσει από αυτή την πειρασμική λαίλαπα τον ευλαβή λευίτη του π. Νικόλαο, που έσωσε το Ζωηφόρο του Σώμα, τον πήρε ξαφνικά σε ηλικία 58 ετών εν ώρα προσευχής, όπως έγραψαν την άλλη μέρα από την ταφή του, οι τοπικές εφημερίδες.

Όταν κοιμήθηκε, η μορφή του ήταν ήρεμη και ένα ανέσπερο φως αναδυόταν από το ζεστό και μαλακό κορμί του, αν και η αιτία του θανάτου του ήταν πνευμονικό οίδημα! Όπως γνωρίζουμε, όταν φύγει κάποιος από αυτή την αιτία, από τον πόνο και τις επιπλοκές, μαυρίζει το σώμα και ζωγραφίζεται στο πρόσωπο η φρίκη. Όμως αυτά δεν ίσχυαν για τον π. Νικόλαο και όταν τον αντίκρισα, είχα την αίσθηση ότι κοιμόταν! Αμέσως μέσα μου πάλευαν δυό αντίθετα συναισθήματα, του πόνου και της χαράς. Το πρώτο γιατί δεν θα ξαναδώ τον πιο πιστό πνευματικό μου πατέρα και φίλο και το δεύτερο με αυτό που βίωνα πίστευα περισσότερο στα θαυμάσια του Θεού, βλέποντας το σκήνωμά του σε αυτή την μοναδική κατάσταση.

Ωστόσο μου έκανε εντύπωση ότι το βράδυ που ήταν το σκήνωμά του στο κέντρο του Ναού που διακονούσε και ενώ οι οικείοι του και το πλήθος του λαού τον θρηνούσαν κατέφτασε ένας υψηλόβαθμος ιερέας που είχε κατατρέξει τον π. Νικόλαο, προσπαθούσε να του πάρει το Ευαγγέλιο από τα χέρια του, ενώ ο κεκοιμημένος το συγκρατούσε και αντιστεκόταν. Τελικά ο κακόβουλος αυτός κληρικός από την επιμονή του και την δύναμη που έβαλε απέσπασε από το σκήνωμα το Ευαγγέλιο αλλά ξαφνικά από το μέρος της καρδιάς του π. Νικολάου άρχισε να πετάγεται ζωντανό αίμα που διαπερνούσε τα πολλά ιερά ενδύματα που ήταν ντυμένος! Μπροστά στο σπάνιο αυτό σημείο ο κληρικός έφυγε με κατεβασμένο κεφάλι και δεν βεβήλωσε άλλο το σκήνωμα του ομολογητή κληρικού. Αυτό είναι ένα μήνυμα που επιβεβαίωνε ότι στην ζωή του ο π. Νικόλαος έζησε πολλές θλίψεις και η πορεία της ιερατικής του ζωής ήταν ένα αργό ματωμένο μαρτύριο και επίσης ότι πραγματοποιήθηκε η πρόρροσης που έλεγε ότι ο ίδιος «Θα φύγω ως αμνός που σφάζεται για εξιλαστήριο θύμα!» Τότε ο διάκονος υιός του π. Νικολάου, π. Νεκτάριος πήρε τον λειτουργικό αέρα που μέχρι τότε ήταν πάνω στο κεφάλι του και το απίθωσε στο στήθος του κεκοιμημένου για να καλύπτει το ζεστό αίμα που έρεε.

Την επόμενη μέρα μετά την Λειτουργία της παραμονής των Θεοφανίων ο αείμνηστος Μητροπολίτης Νικόδημος Βαληνδράς και το ιερατείο, αλλά και μοναχοί και μοναχές (όπως της Ι. Μ. Πιτίτσας) που κατέφθασαν στην ενορία του στον Άγιο Βασίλειο Ζαροχλεΐκων για την εξόδιο, εξεπλάγησαν από την μορφή του κεκοιμημένου συνάδελφού τους, αλλά και από την τιμή του πολυπληθούς πιστού λαού. Απορούσανε πως συγκεντρώθηκε τόσος κόσμος μέσα στις γιορτές του Δωδεκαημέρου∙ ήταν ακριβώς παραμονή των Θεοφανίων. Άλλωστε, οι εφημερίδες δεν πρόλαβαν να το πάρουν σαν είδηση, ενώ τα τοπικά τηλεοπτικά κανάλια της Δ. Ελλάδας έδειξαν πλάνα της εξοδίου ακολουθίας στα κεντρικά δελτία ειδήσεων εκείνη την ημέρα. Οι πιστοί τραβούσαν κομμάτια από τα άμφια η έπαιρναν άνθη από το σκήνωμα του π. Νικολάου. Τη στιγμή εκείνη μονολογούσα μέσα μου και έλεγα: «Και κεκοιμημένος ακόμα, μεγάλος είσαι Παπά-Νικόλαε!».

Λίγοι κληρικοί από δαιμονική επήρεια γιατί από χρόνια τους βασάνιζε το σαράκι του φθόνου για τον π. Νικόλαο είχαν δημιουργήσει ακόμα και εκείνη την στιγμή, ένα κλίμα έντονης τρομοκρατίας και εκφοβισμού στον κόσμο, για να μην μάθουν ποτέ οι πιστοί, αλλά και οι οικείοι του Πατέρα Νικολάου, τις πολλές και αδικαιολόγητες αδικίες που του είχαν προκαλέσει. Αυτές κυρίως προέρχονταν από φθόνο και μίσος. Θα κάνω μία παρένθεση για να πω ότι ο αείμνηστος π. Νικόλαος ήταν ένας άνθρωπος σοβαρός, αλλά όταν έπρεπε, γινόταν πολύ απλός και καταδεκτικός, για να προσεγγίσει κάποια ψυχή, ενώ όλος ο συνδυασμός της προσωπικότητάς του ήταν άκρως πνευματικός. Με λίγα λόγια, αν δεν τον ζούσες από κοντά, μπορεί να τον παρεξηγούσες. Εμείς που τον γνωρίζαμε πολλά χρόνια ανακαλύπταμε το μεγαλείο της ψυχής του και την άκρα ταπείνωση, αρετές που μας κέρδιζαν. Όμως μερικοί συνάδελφοί του, από τον ιερατικό κυρίως χώρο, τον κατηγορούσαν και τον εμπαίζανε πίσω από την πλάτη του. Βλέπετε, ο π. Νικόλαος δεν ανήκε σε κλίκες και άλλα, αφού τα πάντα και όλα για αυτόν ήταν ο Χριστός. Έπειτα, ένας άνθρωπος σαν τον π. Νικόλαο με τέτοια καταγωγή και την λιπαρά μόρφωση που είχε σε θετικές και θεωρητικές επιστήμες, ο λόγος του ήταν αντρίκιος και μεστός. Επικοινωνούσε με δικό του μοναδικό τρόπο, άδολο και με σεβασμό, τρόπος που δεν θύμιζε το γνωστό μοτίβο που εκφράζουν οι περισσότεροι συνάδελφοί του ρασοφόροι. Ο,τι ήταν, το έλεγε με διάκριση και ταπείνωση∙ η υποκρισία, η συμβατικότητα και το δήθεν δεν ταιρίαζε στον δίκαιο χαρακτήρα του. Όλα αυτά τα σημειώνω εδώ για να κατανοήσουμε το μένος και τις απηνείς διώξεις που υπέστη από την Μητρόπολή του, όπως αναφέρει πολύ σωστά ο διακριτικός πρωτ. Στέφανος Αναγνωστόπουλος. Επίσης, από τη μεγάλη απλότητα και αμεσότητα που είχε ο π. Νικόλαος, μερικοί τον θεωρούσαν ότι είχε σαλέψει, χωρίς να κάνει σαλότητες η τρέλες. Αυτό πάλι που παρεξηγούσαν είναι το ότι μέσα στις ακολουθίες είχε θείες οπτασίες που τον συνέπαιρναν σε άλλο κόσμο και αργούσε να κάνει τις ανάλογες εκφωνήσεις και νόμιζαν ότι είχε πάθη μαλάκυνση. Έπειτα, όταν ήταν να σου φανερώσει κάτι, το έλεγε με πολύ φυσικότητα και όχι επιτηδευμένα και αυτό ορισμένους τους ετάραζε. Αν δεν είχες την πνευματική ωριμότητα και την διάκριση να το κατανοήσεις, ίσως σε δυσκόλευε αυτό. Αυτές τις δόλιες σκέψεις αυτών των ανθρώπων τις γνώριζε ο Πατέρας Νικόλαος, όμως τις ξεπερνούσε με προσευχή και ως μεγαλόψυχος έλεγε καλά λόγια για εκείνους και δεν τους κατηγορούσε, αλλά κυρίως δεν μας έλεγε τίποτα γι’ αυτά, ούτε μας άφηνε περιθώριο. Πότε δεν ανταπέδιδε την κακία, αλλά όλο και κάτι καλό θα έβρισκε να πει για εκείνους.

Ας έρθουμε πάλι στα γεγονότα της εξοδίου ακολουθίας την οποία δεν σεβάστηκαν και έδειξαν αυτοί οι λίγοι ιερείς πολύ κακή στάση. Μετά από τον επικήδειο λόγο του Μητροπολίτη, σαν σχολείο και σαν συνάδελφοί του καθηγητές, είχαμε ετοιμαστεί να τον χαιρετίσουμε με εγκωμιαστικούς λόγους, όπως συνήθως γίνεται. Για να μην λεχθούν τα εγκωμιαστικά λόγια από εμάς, και φοβούμενοι τον λαό που έδειχνε την τιμή στο σκήνωμα του π. Νικολάου, που στεκόταν στο κέντρο του Ναού, εκείνη την στιγμή κάποιος βαθμοφόρος αρχιμανδρίτης, με τρόπο απαράδεκτο και απολυταρχικό, απαγόρευσε σε εμάς τους Διευθυντές των Σχολών να πούμε το παραμικρό. Το ίδιο έκανε και στους πολιτειακούς και Δημοτικούς Άρχοντες, ακόμα και στον εκπρόσωπο των ενοριτών. Σας να φοβόντουσαν κάποιοι να μην ακουστεί και δημόσια η αλήθεια περί της ζωής του εναρέτου αυτού αειμνήστου κληρικού, όμως και οι λίθοι κεκράξονται!

Ωστόσο αυτή η αδικία, ακόμα και κεκοιμημένο να τον διώκουν μας απογοήτευσε, αλλά έτσι γίνεται συνήθως στους μεγάλους άνδρες. Όμως, το αισθητήριο του λαού, που είναι κατά κανόνα η φωνή του Θεού, είχε σαν αποτέλεσμα ενορίτισσες του π. Νικολάου με ένα καρδιακό του συνάδελφο κληρικό τον π. Κωνσταντίνο Φ., να γράψουν το βράδυ που τον ξενυχτούσαν στον Ναό, ένα απλό αλλά αντιπροσωπευτικό για τον βίο του επικήδειο κείμενο. Και επειδή τους εμπόδισαν να το απαγγέλλουν στο Ναό, το ανάγνωσαν με δάκρυα πάνω από το σκήνωμά του στο Κοιμητήριο της Παναγίας της Αλεξιώτισσας Πατρών, λίγο πριν την ταφή. Δεν θυμάμαι τα ονόματα των ενοριτισσών, η κυρία όμως που πρωτοστάτησε ήταν η κ. Στέλλα Κ., και το κείμενο αυτό το έχω μέχρι σήμερα σε φωτοτυπία και το μεταγράφω:

«Αξέχαστε πνευματικέ μας Πατέρα π. Νικόλαε Πέττα.

Πατέρας είχες την Χάρι του Κυρίου να γίνεις δώδεκα εκλεκτών παιδιών

Πατέρα σε κατέστησε η Θεία Χάρις όλης της Ενορίας μας του Αγίου Βασιλείου.

Πατέρας έγινες για πολλές εκατοντάδες παιδιά διδάσκοντας πολλά έτη στα Κατηχητικά και στις Ανώτατες Εκπαιδευτικές Σχολές.

Όχι μόνο την φυσική, αλλά και την Ουράνια Σωτήρια Αποκάλυψη.

Πατέρας και για τους συναδέλφους στην εκπαίδευση.

Πατέρα μας, στη ζωή μας έχουμε ακούσει πολλά κηρύγματα.

Κηρύγματα επί κηρυγμάτων, αλλά αυτό που θέλαμε ήταν το έμπρακτο και βιωματικό κήρυγμα, διότι λόγια χωρίς έργα μένουν μεν, αλλά έχουν ανάγκη αποδείξεως.

Σεις Πατέρα μας δεν είχατε άδεια για πολλά χρόνια να κηρύττετε θεόπνευστα και θεάρεστα διότι από φθόνο τον λόγο του Θεού τον έδεσαν από τα χείλη σας, αλλά τα αθόρυβο κηρύγματά σας βροντοφώναζε μόνο του, διότι εφαρμόζατε έμπρακτα αυτά που πιστεύατε και λέγατε, και γι’ αυτό η ορφάνια μας είναι διπλή, τριπλή, πολλαπλή…

Ποιός μπορεί να ξεχάσει τις λογικότατες και πρακτικές, τις πρακτικότατες, τις επιτυχημένες και πολλάκις διορατικές και προορατικές σας αποκαλυπτικές συμβουλές;

Ποιός δεν φωτίζεται από το εκθαμβωτικό θείο Φως, την κατά Θεόν και δια Χριστό εθελουσίαν πτωχείαν σας;

Ποιός δεν διδάχτηκε από τον τρόπο που ιώβεια υπομείνατε τα μεγάλα φαρμάκια που σας πότιζαν, σε όσα οι άλλοι θα κάμπτονταν αμέσως;

Διότι η αδικία και ο απηνής κατατρεγμός από το λειτούργημά σου είναι ασήκωτο και δυσβάστακτο φορτίο!

Τώρα όμως, σεβαστέ Πατέρα μας, πράγματι Άξιε, Άξιε και πανάξιε σημειοφόρε Πατέρα μας, που σας έστειλε πριν δυό δεκαετίες περίπου ο εύσπλαχνος Θεός να μας διδάξει και να σώσει δια της δικής σας υπηρεσίας και θεάρεστης Διακονίας τώρα! Τώρα: «ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Κουραστήκατε κατά Χριστόν, κοπιάσατε δια τον Χριστόν, υποφέρατε και μαρτυρήσατε για να διασώσετε το Σώμα του Χριστού, ευαρεστήσατε υμνώντας και δοξάζοντας τον Χριστό!

Ποιός μπορεί λοιπόν να αμφιβάλει ότι το ματωμένο Στεφάνι που σας έχει ετοιμάσει ο Κύριος, που έτσι θέλει τους αληθινούς λειτουργούς Ιερείς του, απλούς, απέριττους, ανεπιτήδευτους, πνευματικούς, χριστομίμητους, φωτισμένους, δοσμένους εξ ολοκλήρου σε Εκείνον, δεν θα σας το αποδώσει άραγε πλουσιοπάροχα;

Τώρα, ουρανοπολίτα Πατέρα Νικόλαε, πρέσβευε στο άνω θυσιαστήριο για εμάς που σε αγαπήσαμε και σε σεβαστήκαμε πολύ, για τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους κατατρεγμένους και πονεμένους της ενορίας μας και όλης της Αχαΐας γενικά, που τόσο βοήθησες και στήριζες κρυφά, όπως θέλει ο φτωχός Ιησούς. Και για όσους σε πίκραναν πολύ και αδικαιολόγητα, ποτίζοντάς σε κώνειο επί πολλά έτη, εσένα τον ανεξίκακο και μεγαλόκαρδο άνδρα, προσευχήσου από τον θρόνο του Χριστού να κατανοήσουν την μεγάλη αδικία όσο ζουν! Ακόμα πρέσβευε και για την ευλογημένη πολυμελή οικογένειά σου, τόσο για την σεβαστή σου και παραδειγματική πρεσβυτέρα σου Ανθούλα και τα πολλά παιδιά σου και την εγγονή σου Σοφία. Επίσης για την πολυμελέστεστατη, και για την αγαπητή σου αξέχαστη και αδικοχαμένη κόρη σου Σοφία που θα συναντήσεις, αλλά και για όλο το μεγάλο πλήθος του αχαϊκού λαού και όχι μόνο, που κατέφθασαν σήμερα εδώ στον Άγιο Βασίλειο να πάρει την αγία ευχή σου, του αγαθού, ομολογητού και αληθινού Ιερέως του Θεού του Υψίστου.

Αιανία σας και αμάραντη η μνήμη σας, Ευλογείτε Πατέρα Νικόλαε».

Οι πολλοί σπουδαστές μας λόγω ότι ήταν οι διακοπές της πρωτοχρονιάς, επειδή πολλοί είχαν πάει στις γεννέτειρές τους, δεν πληροφορήθηκαν εγκαίρως για την εξόδιο την 5η Ιανουαρίου του π. Νικολάου. Όταν επέστρεψαν και άρχισαν τα μαθήματα, ο χαμός του καλού τους και δίκαιου πατέρα τους, ιερέως Νικολάου, έγινε το πρώτο θέμα. Δεν ένιωσαν ορφανά τα αγαπημένα του σαρκικά παιδιά, αλλά το πλήθος των μαθητών μας. Τα παιδιά συνεννοήθηκαν όλα μαζί με καθηγητές και άτομα από το προσωπικό των Σχολών και πήγαν την Παρασκευή με άνθη στην αγκαλιά τους στον τάφο του και αφού τέλεσαν τρισάγιο οι εφημέριοι του Κοιμητηρίου, έμειναν εκεί για αρκετή ώρα και του τραγούδαγαν με δάκρυα. Μετά από λίγες μέρες κρέμασαν μία μεγάλη φωτογραφία του στην Σχολή για να τον βλέπουν. Μέχρι σήμερα συναντώ μαθητές που μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον π. Νικόλαο και κυρίως ομολογούν πόσο επηρέασε την ζωή τους στα δυσκολότερά τους χρόνια.

Αφότου κοιμήθηκε στην αλλαγή της χιλιετηρίδας, σαν άγγελος που ανέβηκε στα ουράνια σκηνώματα για να σαλπίζει ότι ο Χριστός ευλόγησε την γη να ανοίξει το νέο ιωβηλαίο της χρηστότητας, έκανα παράπονα και του έλεγα: «Που είσαι τώρα να με στηρίξεις να πούμε τον πόνο μας και τις αγωνίες μας;». Αυτό το σκεφτόμουν για πολλά χρόνια και του το έλεγα κάθε φορά που πηγαίνω στο Κοιμητήριο της Παναγίας της Αλεξιώτισσας Πατρών, εκεί που αναπαύεται στον οικογενειακό του τάφο, της οικ. Πέττα. Όμως άκουσε το παράπονό μου και πριν λίγο καιρό, τον βλέπω σε πολύ ζωντανό αποκαλυπτικό όνειρο. Παρουσιάστηκε μέσα σε λευκή λάμψη γεροδεμένος, όπως ήταν νεώτερος, ακμαίος, ρωμαλέος, καθαρότατος, ψηλός και φωτεινός. Απόρησα από την όλη του εμφάνιση που με καθήλωσε, και απορώ ακόμα πως βρήκα δύναμη να τον ρωτήσω: «Αγαπημένε μου Πατέρα Νικόλαε, πως είναι η άλλη αιώνια ζωή στην οποία είσαι τώρα; Είναι όπως μας τα δίδασκες με ακράδαντη πίστη και τόση βεβαιότητα, όσα χρόνια ήσουν στην γη, εδώ μαζί μας; Όντως γεύεσαι αυτά τα κάλλη του Παραδείσου και είσαι λευίτης στο επουράνιο Θυσιαστήριο εκεί;». Και μου απαντά με τον γνώριμο και πράο δικό του τρόπο: «Ναι Χαράλαμπε, είναι ακριβώς όπως στα κήρυττα, και άπειρες φορές πιο ωραία! Είναι πιο πολλά τα επουράνια δώρα μας από τον δωροδότη Θεό, ας έχει δόξα το όνομά Του!».

Τελειώνοντας, θα αναφέρω μία συγκλονιστικότατη εμπειρία όπου υποδηλώνεται το πως έβλεπε και προγευόταν και βίωνε συχνά τον Παράδεισο από αυτήν την πρόσκαιρη ζωή. Μάλιστα, η μαρτυρία που έπεται, όταν την άκουσα, κατάλαβα το τι αποκαλύψεις ζούσε πολλές φορές και στο γραφείο του στις Σχολές, όταν τον έβρισκα με την μορφή του γαλήνια και φωτεινή, τα μάτια σταθερά να ατενίζουν προς τα άνω, καθώς παράλληλα έτρεχαν δάκρυα. Μετά από ένα χρονικό διάστημα συνερχόταν, και εγώ τον πίεζα και του έλεγα απαιτητικά: «Πες Πάτερ μου τι έβλεπες, που ήσουν; Που είχες χαθεί; που ταξίδευες;» Και εκείνος απέφευγε, αλλά σπάνια, με ταπεινή φωνή, μου απαντούσε: «Χαράλαμπε ο ανάξιος είδα για λίγο τα κάλλη του Παραδείσου!». Εμείς τότε δεν τα καταλαβαίναμε τα μήκη και τα πλάτη των μοναδικών εμπειριών που συνέπαιρναν τον π. Νικόλαο. Από τότε που κοιμήθηκε πολλοί λέμε ότι νιώθουμε σαν να άνοιξε η διάνοιά μας, από μία αόρατη δύναμη που την βαστούσε πριν κλειστή, και κατανοούμε λίγο αυτά που βίωνε ο μοναδικός έμπιστος πατέρας και αδελφός μας σημειοφόρος λευίτης. Η μαρτυρία που ακολουθεί είναι από το αρχείο που συγκεντρώθηκε με προτροπή του καρδιακού φίλου του π. Νικολάου, του φημισμένου γέροντα π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου από την Αμφιάλη Αθηνών. Είναι απομαγνητοφωνημένη από ηχητική καταγραφή (1-6-2009), στην οποία ακούγονται δυό συγγενείς κατά σάρκα, οι οσιώτατες μοναχές Μακρίνα και Μαριάμ που εγκαταβιώνουν στη Θήρα, και κατάγονται από το Αίγιο: «Μία φορά, όπως ήταν ο Παπούλης Νικόλαος Πέττας ψηλός, γονάτισε κάτω, και άρχισε να μας αναφέρει σε δεύτερο πρόσωπο για κάποιον γήινο που ονομαζόταν «Ουρανοδρόμος», και τον παρέλαβε κάποιος άλλος άϋλος που λεγόταν «Ουράνιος», και τον οδήγησε συχνά στο Παράδεισο. Εκεί έβλεπε την γαλήνη και την μακαριότητα. Είδε γνωστούς του και συγγενείς που είχαν φύγει από αυτό το κόσμο. Επίσης υπήρχε ένα ατέλειωτο τραπέζι με πολλά άϋλα εδέσματα, και όταν πήγε να τα δοκιμάσει, του λέει ο Ουράνιος: «Αυτά είναι μόνο για να τα βλέπεις με τους οφθαλμούς σου, δε μπορείς να τα γευτείς ακόμα όσο ζεις στην γη!». Εμείς από τα συνεχόμενα δάκρυά του και τις λεπτομέρειες που μας ανέφερε, αλλά και από διάφορα που τον ρωτήσαμε γι’ αυτό το αποκαλυπτικό σημείο, καταλάβαμε με σαφήνεια ότι τα βίωνε ο ίδιος. Και κάθε φορά που τον ρωτούσαμε μήπως είναι ο ίδιος που ζούσε αυτή την επαναλαμβανόμενη αποκάλυψη, μας έλεγε με ταπείνωση ότι δεν είναι ο ίδιος, διότι είναι αμαρτωλός και τα ζούσε κάποιος άλλος άνθρωπος! Έλεγε στους οικείους μας στο Αίγιο με παιδική αθωότητα και θεία μέθη: «Να προσεύχεσθε να δείτε τον Παράδεισο!». Και ακόμα: «Τι ωραία, τι όμορφα που είναι στον Παράδεισο, αχ να ήμασταν εκεί συνέχεια από αυτή την ζωή!». Και όπως ήταν γονατιστός ασπάστηκε με λυγμούς και αγάπη παιδιού προς την μητέρα του την εικόνα της Παναγίας που είχαμε στο σπίτι μας, που είναι κοντά στο Αίγιο.

Όταν είχε έρθει για πρώτη φορά σπίτι μας, μας είπε: «Πόσα παραδείγματα μετανοίας που έχουμε, όπως την οσία Μαρία την Αιγυπτία» και συνέχισε να ψάλλει το «Εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη..». Αμέσως καταλάβαμε ότι ήταν για εμάς. Με λίγα λόγια, όπως μας μιλούσε, «πέταγε» διακριτικά τα αποκαλυπτικά λόγια και τα συνδύαζε με το αντίστοιχο τροπάριο.

Μας έλεγε και άλλα με τον δικό του τρόπο προφητικά: «Όταν βγω στη σύνταξη ως καθηγητής, να κάνουμε ένα μοναστήρι και τι έχει να γίνει!». Έλεγε πάλι για την ξαδέλφη μου: «Έχει πολλά ερωτηματικά, αλλά τώρα έριξε βάσεις γερές. Έχει καλό πνευματικό, τον πανοσιολογιώτατο αδελφό Γέροντα Δαμασκηνό». Στον αδελφό μου το Δημήτρη, που βλαστημούσε, χωρίς να το ξέρει ο πατήρ Νικόλαος, του είπε: «Μίμη μου γκρέμισες την Εκκλησία!», εννοούσε με τα βρώμικα λόγια του.

Γενικότερα ο Γέροντας Νικόλαος ήταν σε άλλα πνευματικά μήκη και πλάτη, το σώμα του ήταν εδώ αλλά το πνεύμα του πετούσε στον ουρανό, σαν Πέττας που ήταν στο επώνυμο. Ήταν άγιος άνθρωπος, έβλεπε πολλά σημεία και αποκαλύψεις, ανώτερα πνευματικά γεγονότα τα οποία εκάλυπτε καλά με κάποια παιδικότητα και εν Χριστώ άγια σαλότητα, γιατί δεν ήθελε τους επαίνους από τους ανθρώπους ούτε να αποκαλύπτεται σε αυτούς, παρά μόνο μέσα από την βιωτή του να υμνείται και να δοξάζεται ο Θεός μας.

Ιδιαίτερη πνευματική σχέση και ευλάβεια είχε ο αείμνηστος π. Νικόλαος με τον πνευματικό αναγεννητή της Πάτρας, τον οσιωθέντα αρχιμ. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο».

Ας είναι αιώνια η μνήμη του μοναδικού Πατέρα μας δικαίου λευίτου Νικολάου παπά-Πέττα, αδελφού και συναδέλφου μας και να μεσιτεύει ως άλλος όσιος Νικόλαος παπά-Πλανάς, από το Ουράνιο θυσιαστήριο για μας που το έχουμε ανάγκη στην δύστυχη και ταλαίπωρη αυτή εποχή!

Εισαγωγή αφιερώματος: Φώτιος Αρ. Δημητρακόπουλος

Καθηγητής τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επιλογή Υλικού: Αικατερίνη Διαμαντοπούλου,

Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Πηγή υλικού: Κείμενο του τ. Διευθυντή του 2ου Ι.Ε.Κ. Πατρών Καθηγητού Χαράλαμπου Λ. Κοντοχρήστου, 4 Ιανουαρίου 2012.

Πηγή: romiosini.org.gr

Αρέσει σε %d bloggers: