Ένθεος της αφανείας έρως

23 χρὀνια από την κοίμηση του Μακαριστού π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

του Ευαγόρα Ιακώβου

Φέτος, στις 10 Νοεμβρίου, κλείνουν 23 χρόνια από την κοίμηση του μακαριστού π. Έπιφανίου Θεοδωροπούλου. Όλα αυτά τα χρόνια έχουν πολλά γραφεί και έχουν φωτίσει την χαρισματική αυτή προσωπικότητα από ανθρώπους πού τον γνώρισαν, κυρίως πνευματικά του παιδιά. Μεταξύ των τελευταίων και εγώ, πού σχετικά κείμενα μου φιλοξενήθηκαν, κατά τα πρώτα χρόνια μετά την κοίμηση του, στις φιλόξενες στήλες αυτού του περιοδικού. Κρίνοντας ότι είχα πει ότι άξιο λόγου είχα να πω, είχα αποφασίσει να μη γράψω άλλα. «Ουκ εν τω πολλώ το ευ», αντίθετα, είναι συχνά επικίνδυνο: εμείς οι άνθρωποι έχουμε την τάση, Ίσως ασυναίσθητα, να κάνουμε αυθαίρετες προεκτάσεις προβάλλοντας, ως δήθεν αυθεντικές θέσεις εκλιπόντων προσώπων, δικές μας θέσεις σε τρέχοντα προβλήματα Πολλές αγίες μορφές έχουν κακοποιηθεί έτσι, εμφανιζόμενες ως αντιφατικές, από επιγόνους τους, πού αυτοπροβάλλονται ως οι γνήσιοι εκφραστές τους, αν και υποστηρίζουν ριζικά αντίθετες μεταξύ τους θέσεις.

Παρά ταύτα, παραβαίνοντας την ανωτέρω απόφαση μου, επιθυμώ να γράψω κάτι για τον μακαριστό Γέροντα μου. Ό λόγος απλός: αυτό το Νοέμβριο συμπληρώνονται τόσα χρόνια από την κοίμηση του, όσα μού χάρισε ό Θεός να βρίσκομαι σε στενή πνευματική σχέση μαζί του ήταν Νοέμβριος του 1966 όταν εγώ και ή οικογένεια μου μπήκαμε κάτω από το πετραχήλι του… .

Βρισκόμενος πια στο δειλινό της ζωής μου, στύβω το σφουγγάρι των εμπειριών μου και κρίνω, (κρίση απόλυτα προσωπική και υποκειμενική), ότι ως αξιολογότερη πλευρά της πολύπλευρης αυτής θεοφιλούς μορφής, πού αξίζει να τονισθεί ιδιαίτερα, είναι ό θερμός κατά Θεό έρως του προς την αφάνεια. Ακούγεται παράξενα. Ίσως αυτό θα ταίριαζε σε έναν μοναχό – αναχωρητή και όχι σε μια πληθωρική προσωπικότητα, έναν άγαμο φιλομόναχο κληρικό, πού δεν έλαβε όμως μοναχική κουρά, επιλέγοντας να μείνει στον κόσμο και να υπηρετήσει το λαό του Θεού. Προφανώς, αναφέρομαι στο φρόνημα του ανδρός και όχι στη μορφή της διακονίας του στον αγρό του Κυρίου. Και θεωρώ αυτήν του την πλευρά άξια να τονισθεί, γιατί έχω θρηνήσει πολλά πρόσωπα, πού γνώρισα, κληρικούς και λαϊκούς, προικισμένα με χαρίσματα σπάνια και προϋποθέσεις πνευματικές, πού έλαμπαν στην αρχή της πορείας τους στην κατά Χριστό ζωή, να κρημνίζονται από τον ουρανό στη γή αλλοτριωμένοι, εξ αιτίας της δίψας για προβολή και ανάδειξη, την οποία άφησαν ανεξέλεγκτη μέσα τους να θεριέψει… . Καλύτερα όμως να μιλήσουν τα γεγονότα

Το χρόνο ακριβώς της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο (1961), ό Γέροντας επιμελήθηκε την έκδοση τιμητικού τόμου για μια αγία ιερατική μορφή, πού ένα χρόνο πριν είχε μεσαστεί στους ουρανούς. Μια μορφή, πού λάμπρυνε πνευματικά την τοπική Εκκλησία των Αθηνών τις τραγικές δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τον μακαριστό Αρχιμανδρίτη π. Σπυρίδωνα Σγουρόπουλλο. Ό π. Έπιφάνιος έκρινε ως αξιολογότερο εγκωμιαστικό χαρακτηρισμό της πολυδιάστατης μορφής του εκλιπόντος, κάτι, πού, φαίνεται, έκρουσε μέσα του ευαίσθητες χορδές- κάτω από το όνομα του τιμώμενου έγραψε: «Ό αφανής Πρεσβύτερος». Στον πρόλογο δε του τόμου γράφει ότι ό τιμώμενος άνηκε στην κατηγορία των προσώπων εκείνων, πού δεν περιβάλλονται «αξιωμάτων πορφύραν και βύσσον, αρχιερατικούς μανδύας ή ακαδημαϊκός τηβέννους, αλλά της άφανείας και της άσημότητος την ταπεινήν πλήν θεοΰφαντον στολήν

Εν τοις χαλεποίς τούτοις καιροίς καθ’ ους ή Εκκλησία … πανταχόθεν δέχεται βέλη ήκονημένα.., ιδία δε παρ’ αναξίων και σκανδαλοποιών λειτουργών του εαυτής Θυσιαστηρίου, ή προβολή ιερατικών αναστημάτων, δοξασάντων, ει και αφανώς, την εαυτών διακονία, και καθήκον αποτελεί και υπηρεσία σημαντική προς Αυτήν συνίστησι». Και προσθέτει την ευχή: «Είθε το παράδειγμα του αφανούς, άλλ’ αληθινού Λευΐτου, να εμπνεύσει πολλάς ψυχάς, ιδία διακονούσας το ιερόν Θυσιαστήριο».

Δεν θα έλεγα ότι αυτό το «παράδειγμα του αφανούς, άλλ’ αληθινού Λευΐτου» ενέπνευσε το μακαριστό μας Γέροντα, σίγουρα όμως αναμόχλευσε και υποδαύλισε τον φλογερό προϋπάρχοντα έρωτα του προς την αθόρυβη και αφανή διακονία Στην εποχή εκείνη της πρώιμης ιερατικής του σταδιοδρομίας τοποθετείται ένα γεγονός, πού μάς διηγήθηκε πολύ αργότερα Γενικώς απέφευγε τα πανηγύρια Έτυχε όμως μια φορά να παρευρεθεί στον εσπερινό σε κεντρικό ναό της Καλαμάτας, πού πανηγύριζε. Ήταν εκεί ό οικείος Επίσκοπος και πολλοί κληρικοί. Οι περισσότεροι λάβαιναν μέρος στην τελετή.

Ό Γέροντας δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ήταν μαζί με λίγους ακόμα, πού δεν λάβαιναν μέρος, στο Ιερό και προσευχόταν. Ήρθε ή ώρα της περιφοράς της εικόνας με τη συνήθη διάταξη της πομπής. Πίσω από το Δεσπότη, μεταξύ των επισήμων, πήγαιναν οι κληρικοί, πού δεν είχαν λάβει μέρος, και μεταξύ αυτών ό νέος τότε π. Έπιφάνιος. «Δεν είχαμε προχωρήσει πολύ στην πλατεία», μάς είχε διηγηθεί, «και ένιωσα αφόρητα Εγώ μεταξύ των επισήμων; Και όλα τα μάτια του κόσμου πάνω μας! Ένοιωθα το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι! Πήρα αμέσως την απόφαση. Ξέμεινα πίσω, χώθηκα στο πλήθος και γύρισα στο Ιερό περιμένοντας τη λιτανεία να επιστρέψει».

Ό ένθεος αυτός έρως προς την αφανή, πλην έμπονη, ποιμαντική διακονία δεν ήταν για το Γέροντα ένας νεανικός ενθουσιασμός. Αργότερα, σε πλήρη ωριμότητα, συντάσσει την περίφημη εξομολογητική «απολογία» του, αποκρούοντας τις εναντίον του κριτικές, ότι είχε βλάψει την Εκκλησία με την άρνηση του να γίνει Επίσκοπος. (Το κείμενο αυτό, όσο ζούσε ό Γέροντας, ήταν γνωστό σε μικρό αριθμό πνευματικών του παιδιών, προς χάρη των οποίων και το είχε συντάξει- αποσκοπούσε στο να ειρηνεύσει κάποιους λογισμούς τους, πού οι περιρρέουσες κριτικές ήταν πιθανόν να είχαν προκαλέσει. Είχε απαγορεύσει να γίνει ευρύτερα γνωστό. Δημοσιεύτηκε 10 χρόνια μετά την κοίμηση του. (Βλ. «Εξομολόγηση και Απολογία», Έκδ. «Τροχαλία» 1999).

Σ’ αυτήν λοιπόν την «απολογία» αναφέρει κάπου: «… . εκ χαρακτήρας και «ψυχοσυνθέσεως» ήσθανόμην άπέχθειαν προς την προβολήν και την έπίδειξιν, τούς θορύβους και τάς τυμπανοκρουσίας, και έρρεπον προς την μόνωσιν και την άφάνειαν… Το περιθώριον, ή σκιά, ή «γωνία», το «κάτω κεΐσθαι», με είλκυον ως μαγνήτης• ό θόρυβος, ή προβολή, τα χειροκροτήματα, ή «οχλοβοή», ζητωκραυγαί, ή έπισημότης, τα «μεγαλεία», το «πρωτόκολλον», αι ύψηλαί καθέδραι, επισκοπικοί ή άλλαι, με απωθούν «άρρήτω βία» και μού δημιούργουν «ψυχική αλλεργία»…».

Σε κάποια από τα πνευματικοπαίδια του το παράδειγμα του είχε γίνει Ιδανικό ζωής. (Δυστυχώς όχι σε όλους μας). Μεταξύ των πρώτων ήταν ένας αγαπητός πνευματικός αδελφός. Θα αναφερθώ στη περίπτωση του γιατί αποκαλύπτει τη βαθειά συγγένεια της βιωματικής διδασκαλίας του π. Έπιφανίου, για το θέμα πού μάς απασχολεί, με εκείνη μιας άλλης μορφής, πού αγλάισε την Εκκλησία μας τον 20 αιώνα, του μακαριστού αγιορείτη Γέροντα π. Παίσιου.

Ό φίλος μου είχε πάει για ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό. Όταν τις ολοκλήρωσε με επιτυχία, τον είχα ρωτήσει: «Τί σκοπεύεις να κάνεις γυρίζοντας στην Ελλάδα;» Η απάντηση του κοφτή: «Να θαφτώ». Το είπε, αλλά δεν έπαψε να τον τσιμπάει μέσα του αυτό, πού λέμε συνήθως «αξιοποίηση των σπουδών». Τα λέγαμε συχνά. Ταχτοποιήθηκε επαγγελματικά και όπως όλοι μας επιζητούσε και αυτός να συναντά Γεροντάδες.

Μού είχε διηγηθεί, λοιπόν, ότι σε μια συνάντηση του με τον π. Παίσιο, χωρίς να θέσει αυτός θέμα, του είπε ό διορατικός Γέροντας: «Εσύ να κρυφτείς, και άσε το Θεό να σε προδώσει». Χαριτωμένη μεταφορά από το «κρυφτό», το παιδικό παιχνίδι, όπου, καμιά φορά, ό μικρός «ζαβολιάρης» της παρέας, όταν του έλθει ή όρεξη να χαλάσει το παιγνίδι, «μαρτυράει» σ’ αυτόν, πού τα «φυλάει», πού είναι κρυμμένο κάποιο από τα παιδιά

Είθε ό καλός μας Θεός να «προδώσει» και να φανερώσει στην Εκκλησία του, (αλλά και στην Πολιτεία), κρυμμένες θεοφιλείς ψυχές, έτοιμες να υπηρετήσουν το λαό Του, μένοντας στο φρόνημα «μανικοί εραστές» της αφάνειας, όπως οι παραπάνω μακαριστοί Γεροντάδες. Την ευχή τους να έχουμε… .

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΑΡΙΘΜΟΣ 98. ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2012

Πηγή: PROSKINITIS

Αρέσει σε %d bloggers: