Βίος αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου (13 Νοεμβρίου) (1)

Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πληροφορίες για το βίο και τη δράση του βρίσκομε στα συγγράμματά του, και ιδίως τις επιστολές, σε έργα συγχρόνων του ή μεταγενεστέρων εκκλησιαστικών ιστορικών, σε βιογραφίες και πανηγυρικούς λόγους γραμμένους στα ελληνικά και λατινικά. Η σπουδαιότερη όμως περί αυτού πηγή είναι ο Διάλογος περί Βίου και Πολιτείας του Μακαρίου Ιωάννου, που συντάχθηκε από το μαθητή του Παλλάδιο, επίσκοπο Ελενοπόλεως.

Ο Ιωάννης ήταν γόνος επίσημης οικογένειας της Αντιόχειας· «Υιός γεγονώς των διαπρεψάντων ευγενώς παρά τη τάξει του στρατηλάτου της Συρίας». Ο πατέρας του δηλαδή ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού της Συρίας. Το όνομα του Σεκούνδος προδίδει λατινική καταγωγή, αλλά πολύ μακρινή, όπως εικάζεται από το ότι ο Ιωάννης δεν είχε γνώση της λατινικής γλώσσας. Ο Σεκούνδος πέθανε λίγο χρόνο μετά τη γέννηση τον υιού του, Η μητέρα του Ανθούσα, είκοσι χρόνων τότε, δεν σκέφθηκε να υπανδρευτεί εκ νέου, αλλ’ αφοσιώθηκε στην ανατροφή τον υιού της και διαχειρίσθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα την περιουσία της. Τη διάδοση της φήμης για τη σωφροσύνη της μαρτυρεί η είδηση, κατά την οποία διακεκριμένος διδάσκαλος τον Ιωάννη, πιθανώς ο Λιβάνιος, όταν πληροφορήθηκε το λόγο για τον όποιο προτίμησε αυτή τη χηρεία, αναφώνησε· «οίαι γυναίκες παρά Χριστιανοίς είσιν». Προφανώς ήταν Χριστιανοί και οι δύο γονείς του. Για την πρωτότοκο θυγατέρα τους, την οποία τυχαία αναφέρει ο Παλλάδιος, δεν γίνεται αλλού λόγος, ούτε το όνομα της διατηρείται.

Ο χρόνος γεννήσεως του Ιωάννη τοποθετείται από τους κριτικούς μεταξύ 344 και 354. Τα χρονολογικά δεδομένα του βίου του μέχρι της αρχιερατείας του θεωρούνται ασαφή, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι, διότι ο φίλος και γνώστης των πραγμάτων Παλλάδιος φρόντισε να τα διατηρήσει με ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Λέγει λοιπόν· Σε ηλικία 18 ετών εγκατέλειψε αυτός τις ρητορικές σπουδές, άρχισε την παρακολούθηση θεολογικών μαθημάτων και βαπτίσθηκε· μετά 3 έτη χειροτονήθηκε σε αναγνώστη και έφυγε στην έρημο, όπου μόνασε 4 έτη κοντά σε γέροντα, και 2 μέσα σε σπήλαιο· αφού επέστρεψε στην Αντιόχεια χειροτονήθηκε σε διάκονο, μετά 5 έτη σε πρεσβύτερο, και μετά άλλα 12 σε αρχιεπίσκοπο. Ήτοι μέχρι τη χειροτονία του σε αρχιεπίσκοπο (Δεκέμβριος 397) συγκεντρώνονται 44 έτη, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός γεννήθηκε κατά τις αρχές του 354. Η με μεγάλη ακριβολογία σημείωση των χρόνων από τον Παλλάδιο δεν επιτρέπει να δίνομε κενά, και αν κατά τις μεταβάσεις από το ένα στάδιο στο άλλο παρέρχεται κάποιο χρονικό διάστημα, αυτό προφανώς ενσωματώνεται στα στοιχεία που δίνονται χονδρικά. Μπορεί μόνο ν’ αμφισβητηθεί ο χρόνος της διακονίας· « Εντεύθεν χειροτονείται διάκονος διά του Μελετίου, υπηρετήσας τω θυσιαστηρίω δύο προς τοις τρισίν έτεσιν». Ερμηνευόμενο αυτό κατ’ ακριβή σύνταξη σημαίνει. Αφού υπηρέτησε στο θυσιαστήριο επί 5 έτη, έπειτα χειροτονείται από τον Μελέτιο διάκονος. Από τους περισσότερους κριτικούς εκλαμβάνεται σαν κάτι που σημαίνει την υπηρεσία του σαν αναγνώστης, αλλά κακώς· διότι σε αναγνώστη είχε χειροτονηθεί σε χρόνο πριν από την πενταετία και διότι η υπηρεσία του αναγνώστη δεν είναι στο Θυσιαστήριο, αλλά στο αναλόγιο· στο θυσιαστήριο κυριολεκτείτε η υπηρεσία του διακόνου. Εξ άλλου, αν θεωρήσουμε ότι η πενταετία δεν αναφέρεται στη διακονία, τότε θα απουσίαζε οποιαδήποτε ένδειξη για τη διάρκεια της θητείας του ως διακόνου, πράγμα που αντίκειται στη συνήθεια του Παλλαδίου να σημειώνει με ακρίβεια τη διάρκεια κάθε σταδίου. Η σύνταξη της ανωτέρω φράσεως είναι ανώμαλη μεν, όχι ασυνήθης όμως σε βυζαντινά και νεοελληνικά αδόκιμα κείμενα. Το ορθό θα ήταν « Εντεύθεν χειροτονηθείς διάκονος υπό Μελετίου, υπηρέτησε τω θυσιαστηρίω δύο προς τοις τρισίν έτεσιν». Επομένως σαν έτος γεννήσεως του Ιωάννη πρέπει να ορίσουμε το 354, καθώς ήδη έπρατταν με βάση τον Παλλάδιο και πολλοί Βυζαντινοί ιστορικοί. Συνηγορεί στην τοποθέτηση αυτή και ο χαρακτηρισμός του εαυτού του στην κατά τη χειροτονία του εκφωνηθείσα ομιλία το 386 σαν μειρακίσκο. Εάν είχε γεννηθεί ενωρίτερα, π.χ. το 344 ή 349 και ήταν σαράντα ετών, δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του έτσι.

Η Ανθούσα φρόντισε ώστε να λάβει επιμελημένη παιδεία ο υιός της που της θύμιζε μάλιστα διαρκώς τη μορφή του πεθαμένου συζύγου της. Πιθανότατα αυτός διδάχθηκε τη ρητορική από τον Λιβάνιο και τη φιλοσοφία από τον Ανδραγάθιο. Ο Λιβάνιος, μετά από πολυετή περιπλάνηση σε μεγαλουπόλεις της αυτοκρατορίας, είχε οριστικά εγκατασταθεί στη γενέτειρα του Αντιόχεια, όπου μάταια προσπαθούσε να στηρίξει τον ειδωλολατρικό πολιτισμό που οδηγούνταν στην παρακμή, αλλά δίδασκε με επιτυχία τη ρητορική και τη φιλολογία. Το ανέκδοτο, σύμφωνα με το οποίο ο Λιβάνιος, όταν ρωτήθηκε προς τα τέλη της ζωής του για το πρόσωπο του διαδόχου του, απάντησε ότι θα όριζε διάδοχο τον Ιωάννη, αν δεν είχαν συλήσει αυτόν οι Χριστιανοί, δεν βλέπομε για ποιό λόγο θα έπρεπε να θεωρηθεί μεταγενέστερης επινοήσεως.

Η επίδραση των κλασικών σπουδών είναι έκδηλη στη λογοτεχνική υφή και την επιχειρηματολογία των πρώτων συγγραμμάτων του Ιωάννη, έθεσε δε τη σφραγίδα της στην άνεση γλωσσικής εκφράσεως που παρατηρείται σ’ ολόκληρο το έργο του.

Άλλοι μεγάλοι Πατέρες μετά την αποφοίτηση τους από τις κοσμικές σχολές άσκησαν το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδάσκαλου, το ίδιο δε διαβεβαιώνει ο Σωκράτης και για τον Χρυσόστομο, ενώ ομολογεί και ο ίδιος ότι σύχναζε στα δικαστήρια και τα θέατρα. Επειδή ο Παλλάδιος παραλείπει και δεν ομιλεί γι’ αυτό, πρέπει να υποθέσουμε ότι δεν ασχολήθηκε ο Ιωάννης με το έργο αυτό πέρα από τους λίγους μήνες, και μάλιστα ότι αυτό συνέπιπτε περίπου με την έναρξη παρακολουθήσεως θεολογικών μαθημάτων.

Άκμαζε κατά την εποχή αυτή το Ασκητήριο, ήτοι η θεολογική σχολή που είχε ιδρύσει στην Αντιόχεια ο γνωστός θεολόγος Διόδωρος, μετέπειτα επίσκοπος Ταρσού, μαζί με τον Καρτέριο. Σ’ αυτήν φοίτησε ο Ιωάννης, έχοντας συμφοιτητές μεταξύ άλλων τον Θεόδωρο, μετέπειτα Μοψουεστίας, και τον Μάξιμο, μετέπειτα Σελευκείας. Από την έναρξη των σπουδών του αυτών συνδέθηκε με τον αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο, βαπτίσθηκε πιθανώς απ’ αυτόν (372) και μετά τριετία χειροτονήθηκε αναγνώστης (375). Ο Παλλάδιος δεν αναφέρει το όνομα του επισκόπου που τον χειροτόνησε, που δεν μπορεί να είναι ο Μελέτιος, διότι αυτός βρισκόταν ήδη στην εξορία (372-378), αλλ’ ήρθε από έξω άλλος επίσκοπος. Ίσως κατά το χρόνο αυτό ο νεαρός Ιωάννης πιέσθηκε να δεχθεί την Ιεροσύνη, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει, προς δικαιολογία δε της φυγής του σύνταξε τους Περί Ιεροσύνης λόγους αργότερα.

Επιθυμώντας ήδη ν’ ακολουθήσει το μοναχικό βίο, συγκρατήθηκε από τα δάκρυα της μητέρας του για λίγο μέχρι που πέθανε αυτή, οπότε ασκήτευσε επί εξαετία, κατ’ αρχή μεν κοντά σε Σύρο γέροντα, που γνώριζε ασφαλώς ελληνικά, διότι ο Ιωάννης αγνοούσε τη συριακή, έπειτα όμως μόνος μέσα σε σπήλαιο. Δεν κατόρθωσε να βγει μέσα από αυτό χωρίς βλάβη της υγείας του από τις θεληματικές ταλαιπωρίες· αφού προσβλήθηκε από βαρύτατο νεφρικό νόσημα, επέστρεψε στην Αντιόχεια κατά τα τέλη του 380. Κατά το χρόνο της ασκήσεώς του συνέγραψε αριθμό δοκιμίων, που αναφέρονται στο μοναχικό βίο ή απευθύνονται προς συνασκητές του.

Κατά τις αρχές του 381 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μελέτιο, ο οποίος μετά από λίγο μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη προς συμμετοχή στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο, απ’ όπου δεν επέστρεψε πλέον στην Αντιόχεια, πεθαίνοντας εντός του έτους εκείνου. Σαν διάκονος επιδόθηκε στο διδασκαλικό έργο και συνέχισε τη συγγραφή πραγματειών.

Μη έχοντας πλέον το φόβο ενώπιον του αξιώματος της Ιεροσύνης, τον οποίο αισθανόταν άλλοτε, δέχθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος πριν από την Τεσσαρακοστή του 386 από τον αρχιεπίσκοπο Φαβιανό. Κατά την πρώτη του ομιλία εκφράζει βέβαια πάλι φόβο προσεγγίζοντας την αγία Τράπεζα και λέγει ότι του φαινόταν απίστευτο το ότι μιλούσε ενώπιον του εκκλησιάσματος αυτός ο μειρακίσκος, αλλά δεν έπεισε το ακροατήριο, το οποίο έβλεπε το λόγο του και ασυνήθιστα ικανοποιητικό, και άλλα δείγματα για τις ικανότητες που είχε.

Η Αντιόχεια ήταν μεγαλούπολη, που είχε κατά τον Χρυσόστομο 200.000 κατοίκους ελεύθερους, μαζί με τους δούλους δε ίσως και 500.000. Ο εκκλησιαστικός βίος υφίστατο επιπλοκές από εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες. Δεν ήταν μόνο οι Εθνικοί, πολυάριθμοι ακόμα αλλά καταπτοημένοι, ούτε οι Ιουδαίοι που επηρέαζαν και μια μερίδα Χριστιανών, που παρέμβαλλαν εμπόδια στην πρόοδο του χριστιανικού έργου, ήταν και οι αιρετικοί Αρειανοί, Ανόμοιοι και Απολιναριστές, και το χειρότερο οι αποσχισμένοι Ορθόδοξοι υπό τον Παυλίνο. Μετά το θάνατο του τελευταίου δεν εκλέχθηκε νέος σχισματικός επίσκοπος και μετά από λίγο αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις των δύο μερίδων η Αλεξάνδρεια αναγνώρισε τον Φλαβιανό το 394, η δε Ρώμη το 398 μετά από επέμβαση του Χρυσοστόμου, ως αρχιεπισκόπου ήδη Κωνσταντινουπόλεως, και αποστολής εκεί του Ακάκιου Βέροιας και του Αλεξανδρινού πρεσβυτέρου Ισιδώρου.

Συνεχίζεται…

Αρέσει σε %d bloggers: