Ποιος ήταν πραγματικά ο Ιερώνυμος ο Α’

Του Σεβ. Μητροπολίτη Φθιώτιδος κ. Νικολάου

Στις 15 Νοεμβρίου του 1988 εκοιμήθη εν Κυρίω, σε ηλικία 83 ετών, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου ενοσηλεύετο με κάταγμα, ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Αθηνών Ιερώνυμος ο Α΄.

Έτσι έκλεισε μια ζωή αγώνων, πόνων και περιπετειών γι΄αυτόν που επί 7 χρόνια ήταν στην κορυφή της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ως σημείο αντιλεγόμενο. Μέχρι σήμερα άλλοι ορκίζονται στο όνομά του και άλλοι συνεχίζουν με εμπάθεια να κακοποιούν την μορφή του.

Ποιος, όμως, ήταν πραγματικά ο Ιερώνυμος ο Α;

Αντί μνημοσύνου θα δώσουμε επιγραμματικά τα κύρια σημεία της ζωής του και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1905, τρεις μήνες μετά τον ξαφνικό θάνατο του ναυτικού πατέρα του Ιερωνύμου.

Η μητέρα του Αγγελική αφιερώθηκε στην ανατροφή του και μέχρι του θανάτου της στάθηκε κοντά του, ακόμα και κατά τα χρόνια των σπουδών του στο εξωτερικό.

Εφοίτησε στη Ριζάρειο Σχολή, επί της εποχής του Αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, του μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών, ο οποίος τον είχε λάβει υπό την προστασία του. Πνευματικό πατέρα είχε τον αείμνηστο Αρχιμ. Σεραφείμ Παπακώστα.

Αριστεύσας εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Αθηνών (1924-1928) και έλαβε το πτυχίο με τον βαθμό Άριστα.

Στη συνέχεια υπηρέτησε πλησίον του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, ως ιδιαίτερος γραμματεύς του.

Το 1934 απεστάλη για ευρύτερες σπουδές στη Γερμανία (Μόναχο, Βερολίνο και Βόννη) και εν συνεχεία στην Αγγλία.

Το 1940 ανηγορεύθη διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής Αθηνών.

Διάκονος χειροτονήθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 1939 με εντολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου από τον Μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίο και Πρεσβύτερος στις 23 Ιουνίου του 1940 από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο.

Το 1939, 1940 και 1941 διεύθυνε το περιοδικό «Εκκλησία» και υπηρέτησε ως Γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου, θέση από την οποία απελύθη από την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου.

Υπηρέτησε ως εφημέριος του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» και από το 1949 πρωθιερεύς των Βασιλικών Ανακτόρων και πνευματικός της Βασιλικής οικογενείας.

Το 1959 εξελέγη τακτικός Καθηγητής τού Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντικής στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης.

Συμμετείχε σε πολλά επιστημονικά Συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Ως υποψήφιος προς Αρχιερατείαν υπήρξε στόχος από ομάδα Ιεραρχών, οι οποίοι αντιδρούσαν στην προαγωγή του μέχρι του σημείου και σ΄αυτόν τον Καταστατικό Χάρτη να προβλέπουν τον αποκλεισμό του.

Τον Μάιο του 1967 εξελέγη από Αρχιμανδρίτης Αρχιεπίσκοπος Αθηνών από την Αριστίνδην Σύνοδο. Δεν υπήρξε ο εκλεκτός της Χούντας, η οποία προώριζε για Αρχιεπίσκοπο τον Μητροπολίτη Καστορίας Δωρόθεο, ο οποίος με την δεύτερη δικτατορία μετετέθη στην Μητρόπολη Αττικής.

Συνεργάσθηκε με την Κυβέρνηση ως Αρχιεπίσκοπος αλλά και πολλές φορές με επιστολές του διαμαρτυρήθηκε για τα βασανιστήρια και τους εκτοπισμούς αντιφρονούντων . Έχουν δημοσιευθεί τέτοιου είδους επιστολές του.

Ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών έδωσε νέα πνοή στην Εκκλησία. Επί των ημερών του η Εκκλησία είχε μεγάλη αποδοχή στο λαό. Επάταξε την διαφθορά στο σώμα του Ιερού Κλήρου.

Καθιέρωσε αξιοκρατία στην εκλογή Επισκόπων, καλώντας στην Αρχιερωσύνη εκείνους, που ήταν στο περιθώριο και δεν επεδίωκαν.

Ανασυγκρότησε την διοίκηση και την φιλανθρωπία ιδρύοντας Συνοδικές Επιτροπές και αμέτρητα Σπίτια Γαλήνης.

Ίδρυσε το Διορθόδοξο Κέντρο Πεντέλης και το Νοσοκομείο Κληρικών. Έκανε σε 7 χρόνια τόσα όσα δεν είχαν γίνει στις πολλές προηγούμενες δεκαετίες.

Ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, που αμέσως μετά την εκλογή του, σε ένδειξη σεβασμού, επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Μετά τον Ιερώνυμο αυτό έγινε παράδοση. Επίσης, για πρώτη φορά στα Εκκλησιαστικά Χρονικά της Ελλάδος έστειλε το Σχέδιο του Καταστατικού Χάρτη για υποδείξεις στο Φανάρι.

Επί των ημερών του καταργήθηκε η από του 1833 παρουσία Κυβερνητικού εκπροσώπου στις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου.

Πήρε την Εκκλησιαστική Εκπαίδευση από το Υπουργείο Παιδείας και την έφερε στον φυσικό της φορέα, την Εκκλησία.

Έβαλε τους Ιερείς στην υπαλληλική κλίμακα για να παίρνουν προαγωγή και να λαμβάνουν τα σχετικά επιδόματα.

Με νόμο τού 1969 απέκλεισε τη χρησικτησία σε κτήματα της Εκκλησίας. Κατέστρωσε σχέδιο για την αξιοποίηση της Εκκλησιαστικής περιουσίας, και εάν παρέμενε στην Αρχιεπισκοπή λίγο ακόμη σήμερα η Εκκλησία θα ήταν οικονομικά αυτάρκης και ανεξάρτητη από το Κράτος.

Στις 15 Δεκεμβρίου του 1973 παραιτήθηκε από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο και αποσύρθηκε στην ιδιαιτέρα του πατρίδα Τήνο, για να υπηρετήσει ως Εφημέριος σε ένα μικρό χωριό, την «Καρδιανή».

Επί 15 χρόνια, ως πρώην Αθηνών, έζησε ως ταπεινός Μοναχός ιερουργών στα χωριά του νησιού και απολαμβάνων την μακαριότητα της ησυχίας.

Χαριτολογών έλεγε: «Τώρα είμαι όντως Μακαριώτατος». Κάθε μήνα διένειμε το μισθό του σε ιδρύματα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και σε πτωχές οικογένειες ανά την Ελλάδα.

Με πόθο και ελπίδα να βασιλεύσει η αγάπη στον κόσμο ενισχυόμενος από διακεκριμένους επιστήμονες, ίδρυσε με την ευλογία της Ιεράς Συνόδου την «Διεθνή της Αγάπης», προσφέροντας στον σκοπό αυτό την εναπομείνασα δραστηριότητά του.

Εδώρησε όλα τα κειμήλιά του (βαρύτιμα εγκόλπια, άμφια, παράσημα κ.λπ.) στο Ιερό Ίδρυμα της Παναγίας της Τήνου και στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και την Αρχιερατική Στολή του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, την οποία του είχε κληροδοτήσει, εις την Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά.

Επίσης τα βιβλία του εδώρησε στη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Διαισθανόμενος, ότι το τέλος εγγίζει, ανέλαβε ιερή αποδημία συγνώμης ανά την Ελλάδα και επισκέφθηκε πρόσωπα με τα οποία είχε συγκρουσθεί στο παρελθόν, όπως τον Φλωρίνης Αυγουστίνο, τον Κορίνθου Παντελεήμονα και τον Κίτρους Βαρνάβα, τον οποίο δεν επρόλαβε ζώντα.

Ανάμεσα στα δεκάδες επιστημονικά – θεολογικά έργα του, το τελευταίο εξομολογητικό βιβλίο του, που έγραψε στο ησυχαστήριό του στον Όρμο Υστερνίων και έχει τίτλο «Είμαστε Χριστιανοί;», αποκαλύπτει την ευαισθησία της ψυχής του και τον πόθο του για την σωτηρία των αδελφών του και την δόξα της Εκκλησίας.

Εκοιμήθη στις 15 Νοεμβρίου του 1988, ημέρα κατά την οποία συνεδρίαζε στην Μονή Πετράκη το Σώμα της Ιεραρχίας, το οποίο παρήλασε προ της σορού του και έδωσε στον γέροντα Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο τον τελευταίο ασπασμό.

Ετάφη κατά την επιθυμία του ως απλός Μοναχός, χωρίς πομπές και επικηδείους, στο χωριό Υστέρνια.

Η διαθήκη του καθρεπτίζει την πτωχεία του, την ευγένειά της ψυχής του και την καθαρότητα του βίου του.

Ο Φλωρίνης Αυγουστίνος, με τον οποίο είχε συγκρουσθεί από την εποχή που ήσαν και οι δύο Αρχιμανδρίτες και μετά κατά την περίοδο της Αρχιεπισκοπείας τους, έγραψε για τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο: «Σπανίως θα εμφανισθή τοιούτος Αρχιεπίσκοπος, του οποίου το έργον δεν εφάνη εις όλην του την έκτασιν, διότι διώκησεν εις πολύ δύσκολον και τεταραγμένην υπό των πολιτικών παθών εποχήν».

Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει στον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο τον Α΄ την ακαδημαϊκή μόρφωση, την εκκλησιαστική οργανωτικότητα, τον Ιεραποστολικό ζήλο, την ακτημοσύνη, την διορατικότητα, την γνησία ευλάβεια, την ευγένεια και ανεξικακία και κυρίως την αγάπη προς την Εκκλησία για την δόξα της οποίας ηνάλωσε την ζωή του. Υπήρξε υπόδειγμα Κληρικού και Πρωθιεράρχου.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του!

Φωτογραφία εξωφύλλου: Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ σε εορτή νεολαίας στο Παναθηναϊκό Στάδιο

 

 Αριστίνδην Σύνοδος με τον Βασιλέα Κωνσταντίνο

 

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με τον Φλωρίνης Αυγουστίνο

 

Μετά από Θ. Λειτουργία στην Ι. Μονή Κεχροβουνίου Τήνου

 

 Σε εξωκκλήσι της Τήνου

 Πηγή:Romfea.gr

Αναρτήθηκε στις Βιογραφικά. Ετικέτες: . Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: