Ρωσική τελετή του τσαγιού· χωρίς τα τυπικά!

Θεωρείται ότι ήταν ο Μεγάλος Πέτρος που έφερε πρώτος το σαμοβάρι στη Ρωσία από την Ευρώπη, όμως, σύμφωνα με τις άλλες πληροφορίες, τα σαμοβάρια εμφανίστηκαν μισό αιώνα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Πέτρου, και προέρχονται από τα ρωσικά Ουράλια. Γύρω στο 1778 εγκαινιάστηκε η παραγωγή των περίφημων ρωσικών σαμοβαριών στην Τούλα, μια πόλη που βρίσκεται κοντά στη Μόσχα, η οποία αποτελούσε κέντρο του εμπορίου τσαγιού κατά την περίοδο του 17-19 αιώνα. Δίπλα σ' αυτή την πόλη υπάρχουν κοιτάσματα σιδήρου, κι αυτό εξηγεί την ραγδαία ανάπτυξη της παραγωγής αυτών των περίεργων συσκευών στην συγκεκριμένη πόλη. Ήδη προς τα τέλη του 19ου αιώνα η Τούλα είχε 28 εργοστάσια παραγωγής σαμοβαρίων απόδοσης 120 000 κομματιών τον χρόνο. Ακόμη και στις μέρες μας ακούγεται η ρήση: “Δεν πας στην Τούλα με το δικό σου σαμοβάρι”. Τον 19ο αιώνα σχεδιάστηκαν πολλά είδη σαμοβαριού – για ταξίδι, για ταβέρνα, για το σπίτι. Την ίδια εποχή εμφανίστηκαν τα επιμεταλλωμένα σαμοβάρια, που οι ιδιοκτήτες τους τα καμάρωναν ιδιαίτερα.

Θεωρείται ότι ήταν ο Μεγάλος Πέτρος που έφερε πρώτος το σαμοβάρι στη Ρωσία από την Ευρώπη, όμως, σύμφωνα με τις άλλες πληροφορίες, τα σαμοβάρια εμφανίστηκαν μισό αιώνα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Πέτρου, και προέρχονται από τα ρωσικά Ουράλια. Γύρω στο 1778 εγκαινιάστηκε η παραγωγή των περίφημων ρωσικών σαμοβαριών στην Τούλα, μια πόλη που βρίσκεται κοντά στη Μόσχα, η οποία αποτελούσε κέντρο του εμπορίου τσαγιού κατά την περίοδο του 17-19 αιώνα. Δίπλα σ’ αυτή την πόλη υπάρχουν κοιτάσματα σιδήρου, κι αυτό εξηγεί την ραγδαία ανάπτυξη της παραγωγής αυτών των περίεργων συσκευών στην συγκεκριμένη πόλη. Ήδη προς τα τέλη του 19ου αιώνα η Τούλα είχε 28 εργοστάσια παραγωγής σαμοβαρίων απόδοσης 120 000 κομματιών τον χρόνο. Ακόμη και στις μέρες μας ακούγεται η ρήση: “Δεν πας στην Τούλα με το δικό σου σαμοβάρι”. Τον 19ο αιώνα σχεδιάστηκαν πολλά είδη σαμοβαριού – για ταξίδι, για ταβέρνα, για το σπίτι. Την ίδια εποχή εμφανίστηκαν τα επιμεταλλωμένα σαμοβάρια, που οι ιδιοκτήτες τους τα καμάρωναν ιδιαίτερα.

της Jennifer Eremeeva

Το τσάι ήρθε στη Ρωσία από την Ανατολή, και ενώ το κινέζικό τσάι ερχόταν στην Ευρώπη μέσω θαλάσσης, στη Μόσχα έφτανε με τα καραβάνια, μέσω της μογγολικής πόλης Κιαχτού και μέσω της Σιβηρίας. Η πρωτεύουσα της Ρωσίας ήταν και παραμένει το κέντρο των ιδιαίτερων ρωσικών παραδόσεων του τσαγιού. Είναι γνωστό, ότι οι Ρώσοι δοκίμασαν για την πρώτη φορά το τσάι στην Κίνα, και στις αρχές του 17ου αιώνα ο Ρώσος τσάρος Μιχαήλ Ρομάνοφ έλαβε ως δώρο, από τους Κινέζους πρέσβεις, μερικά κιβώτια με τσάι, που καλλιεργήθηκε στα σύνορα των σημερινών επαρχιών Χουμπέι και Χουνάν.

Σε αντίθεση με την Αγία Πετρούπολη, που ήταν η πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και όπου προτιμούσαν τον καφέ, στη Μόσχα το τσάι αποτέλεσε μία από τις βασικές παραδόσεις της ρωσικής συνεστίασης.

Εκεί, βεβαίως, ήταν απαραίτητο το σαμοβάρι, μες στο οποίο έβραζαν το νερό για το τσάι. Η λέξη “σαμοβάρι” σημαίνει σκεύος για βράσιμο νερού. Και στην Κίνα υπάρχει ένα τέτοιο σκεύος – 火锅 – αλλά διαφέρει από το ρωσικό ως προς το σχήμα του και τους τρόπους χρήσης.

Το ρωσικό σαμοβάρι αποτελεί το κέντρο και το πνεύμα του τσαγιού, δημιουργήθηκε και βελτιωνόταν με έναν μόνο σκοπό – για το βράσιμο του νερού για το τσάι. Εκτός απ’ αυτό, πάνω στο τραπέζι πάντα ήταν παρούσα μια τσαγιέρα. Σ’ αυτήν ετοιμάζουν ένα πολύ δυνατό τσάι και ο κάθε προσκεκλημένος μπορεί να προσθέσει απ’ αυτό στο φλιτζάνι του όσο θέλει, και κατόπιν να το αραιώσει με βραστό νερό από την άλλη τσαγιέρα.

Το τσάι πάντα σερβίρεται με ζάχαρη: σήμερα την έχουν, κατά κανόνα, στο φλιτζάνι, ενώ κάποτε δοκίμαζαν στο στόμα μικρά κομμάτια ζάχαρης, έπιναν το ζεστό ρόφημα μέσα από τα κομμάτια ζάχαρης στο στόμα, γλυκαίνοντάς το μ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτή η παράδοση γεννήθηκε στη Σιβηρία. Ούτε οι Κινέζοι, ούτε οι Άγγλοι – τα δύο έθνη που διακρίνονται για την αγάπη τους προς το τσάι – δεν καταλαβαίνουν αυτή την παράδοση και δεν κάνουν τίποτε παρόμοιο, πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν ρωσικό φαινόμενο. Εκτός από την παράδοση του γλυκού τσαγιού, στη Ρωσία υπάρχει επίσης η παράδοση να σερβίρεται το τσάι με λεμόνι, μέλι και μικρά στρογγυλά κουλούρια (μπαράνκι), καρύδια, ενώ σήμερα υπάρχουν πολλά άλλα γλυκά για το τσάι: καραμέλες, μπισκότα, μαρμελάδες κ.ά..

Το ρωσικό τσάι είναι πάντα ένα καυτό ρόφημα, και αυτό αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό του ρωσικού τσαγιού. Στις παλιές εποχές οι φιλοξενούμενοι προμηθευόντουσαν ειδικές πετσέτες, με τις οποίες σκούπιζαν τον ιδρώτα από τα πρόσωπά τους, όταν το τσάι τους έκανε να ιδρώνουν. Το καυτό τσάι το σέρβιραν σε μικρές μερίδες, σ’ ένα μικρό πιατάκι με ανυψωμένο χείλος, μες στο οποίο τοποθετούσαν ποτήρια ή φλιτζάνια. Είναι λίγοι εκείνοι που ακολουθούν αυτή την παράδοση σήμερα, ωστόσο τα φλιτζάνια τσαγιού σερβίρονται ακόμη πάνω σ’ αυτά τα πιατάκια.

Το βασικό, μάλλον, στοιχείο της ρωσικής τελετής του τσαγιού είναι η έλλειψη κανόνων. Δεν συνδέεται με καμία συγκεκριμένη ώρα, όπως στην Αγγλία, ούτε με κάποια ακολουθία από πράξεις, όπως την Κίνα. Οι Ρώσοι συχνά βγαίνουν “για τσάι”, είτε πρόκειται για ζευγάρια, είτε για μεγάλες παρέες συγγενών, φίλων ή γνωστών, ώστε ο καθένας τους να μπορέσει να ξεκουραστεί, να χαλαρώσει, να μιλήσει άνετα, να τα πει για τη ζωή του. Στην τσαρική Ρωσία, οι έμποροι μπορούσαν με τις ώρες να πίνουν τσάι από σαμοβάρια 10 λίτρων και να συζητάν τις δουλειές τους, τα οικονομικά τους και να κλείνουν συμφωνίες. Στο περίφημο Γκοστίνι Ντβορ – ένα παλιό εμπορικό κέντρο στην καρδιά της Μόσχας – τα σαμοβάρια δεν κρύωναν ποτέ.

Στη Ρωσία συνήθως ξεκινάνε να πίνουν τσάι μετά το μεσημεριανό, δηλαδή ως επιστέγασμα του γεύματος, ενώ μαζί του σερβίρεται το επιδόρπιο – γλυκά ή φρούτα. Εάν ο κόσμος καλείται ειδικά για τσάι, τότε σερβίρονται άφθονα ορεκτικά – σάντουιτς με τυρί, σαλάμι και ψάρι, και πάστες. Στη Ρωσία, όποιος και να σας καλέσει για ένα τσάι, να είστε σίγουροι πως σας περιμένει μια ζεστή φιλοξενία, πολλές κουβέντες και εμπιστευτικές συζητήσεις, πιθανόν και τραγούδια, χαρούμενες και ευχάριστες αναμνήσεις.

 

Πηγή: Η Ρωσία τώρα

Αρέσει σε %d bloggers: