Τα μονοπάτια της Πάτμου και η Ιστορία τους

TITLOS

(Από το υπό έκδοση βιβλίο « Πάτμος, μεγάλες και μικρές ιστορίες» της Δέσποινας Βακράτση).

 

Η Πάτμος διαθέτει ένα σημαντικό δίκτυο μονοπατιών που με μόχθο και καλαισθησία διαμόρφωσαν μέσα στους αιώνες οι πρόγονοί μας.

 

Περπατώντας στα μονοπάτια θυμόμαστε παλιούς δρόμους επικοινωνίας, αφού ο χρόνος, η αλλαγή στον τρόπο ζωής και η επιλογή νέων μέσων μεταφοράς, έφερε την εγκατάλειψη αλλά και την καταστροφή των παλιών μονοπατιών: πολλά από αυτά, δυστυχώς, ασφαλτοστρώθηκαν , ως εύκολη λύση για τα νέα οδικά δίκτυα.

Οι διαδρομές των μονοπατιών της Πάτμου είναι, στο σύνολό τους, ήπιες και μας αποκαλύπτουν τα εξαιρετικού κάλους τοπία της, τα μνημεία, τους αρχαίους χώρους, τα μοναστήρια, τα παλιά εξωκλήσια, τα «ασκηταριά, και τα «πυργάλια», την πλούσια χλωρίδα της, ιδιαίτερα την Άνοιξη, με τα κατάσπαρτα από αγριολούλουδα και μυριστικά μικρά λιβάδια, χωράφια και λόφους, τη μοναδική σε ομορφιά ακτογραμμή της.

 

 

Οι κύριες διαδρομές μονοπατιών του νησιού είναι:

1. Σκάλα – Χώρα – Σκάλα

2. Ο Απορθιανός δρόμος

3. Σκάλα – Αρχαιολογικός χώρος Καστελιού

4. Χώρα – Γροίκος – Καλικατσού – Διακόφτι

5. Χώρα – Κήποι – Ι. Μονή Ευαγγελισμού – Χώρα (Κυκλική διαδρομή)

6. Σταυρός – Ψιλή Άμμος – Σταυρός

7. Διακόφτι – Ελιά – Καμπαναριά

8. Χώρα – Προφήτης Ηλίας

9. Διακόφτι – Αλυκές – Πετρινόλη – Ψιλή Άμμος – Σταυρός

10. Χωριδάκια (Κάμπος) – Λεύκες – Μερσίνη.

11. Αγριολιβάδι – Καμίνι (Φωκιά) – Κάμπος – Ευαγγελίστρια.

12. Άγιος Δημήτρης (Βαγιά) – Ζαρροή – Λιβάδι των Καλογήρων.

13. Πάνω Κάμπος – Κερά Λεούσα – Άγιος Κήρυκος.

14. Χριστός – Άης Νικόλας Άβδελος – Μερσίνι

15. Βαγιά – Άγιος Δημήτριος – Ζαρροή – Απωλλού Γερανός – Λιβάδι

Ντεληποθητού – Λιγγίνου – Βαγιά (κυκλική διαδρομή)

* Στα κείμενα που ακολουθούν, προσπάθησα να περιγράψω, πεζοπόρος κι εγώ, όσο το δυνατόν πιστότερα τα μονοπάτια, να καταγράψω τα μνημεία που συναντούσα στις διαδρομές, τα λαογραφικά στοιχεία των περιοχών, καθώς και τις εντυπώσεις μου, εντυπώσεις που μένουν αξέχαστες. Όταν περπάτησα τα μονοπάτια και γράφτηκαν αυτά τα κείμενα ήταν Άνοιξη, γι αυτό και η περιγραφή τους είναι ανάλογη με την εποχή.

Σημείωση: Τα μονοπάτια που περιγράφονται, σηματοδοτήθηκαν από την Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, μέσω του προγράμματος ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.

Ο Απορθιανός δρόμος, ο παλαιότερος Δημόσιος

Στο μαγαζί του Καπράνη πρωτοείδα, θυμάμαι, παιδί τότε στο Δημοτικό, τη γκραβούρα της Πάτμου, την πιο δημοφιλή, με την άποψη της Χώρας και του λιμανιού με τα αραγμένα καράβια. Παρατηρώντας την εικόνα μέσα μου είχε γεννηθεί η σιγουριά πως τα καράβια εκείνα άραζαν στην ακτή της Αγίας Θεοφανούς, μιας και ο παλαιότερος δρόμος του νησιού, όπως μου έλεγε ο πατέρας μου, που συνέδεε τη Χώρα με τη Σκάλα έπεφτε κοντά. Αργότερα, βέβαια, έμαθα πως οι παλιοί περιηγητές ? χαρτογράφοι ποτέ ή σχεδόν ποτέ, δεν αποτύπωναν ορθά, αφού δεν είχαν τις σημερινές δυνατότητες. Πόσο μάλλον οι χαράκτες που, το πιθανότερο, δεν είχαν δει «ιδίοις όμμασι» την εικόνα που χάραζαν.

Κάθε φορά που πήγαινα στου Καπράνη για ψωμί ή για βιβλία ( μιας και ο ίδιος έφερνε τα βιβλία του Δημοτικού σχολείου και είχε επίσης μια καλή βιβλιοθήκη) πρόσεχα τη γκραβούρα και φανταζόμουν πως ανέβαινα μαζί με τους ξένους των καραβιών, εκείνο το δρόμο της όμορφης βουνοπλαγιάς. Τον Χριστόδουλο Καπράνη δεν τον ξεχνώ, γιατί από τη βιβλιοθήκη του δανειζόμουν βιβλία και του οφείλω πολλά.

Ο δρόμος άρχιζε κάτω από τα Απορτσιανά ή Απορθιανά (και Πορθιανά), εξ ου και το όνομά του : Απορτσιανός ή Απορθιανός δρόμος και Απορτιανή ή Απορθιανή στράτα. Βορειοανατολικά της Ιεράς Μονής Ιωάννου του Θεολόγου και του οικισμού της Χώρας. Ξεκινούσε ακριβώς κάτω από την «Οικία Ντόριζα» και το τότε υπάρχον «Μέγαρο ή Πύργο του Σαρακίνη», κοντά «Στο πηγάδι του Γενάδιου». Περνούσε κάτω από τις «Βίγλες» ( παλιό παρατηρητήριο ανατολικά της Χώρας), προ του χειμάρρου του Περδικάρη, και κατευθυνόταν από την Αγία Θεοφανού ή «Λεφανού» και την «Απαλωνιά», προς τη Σκάλα. Από το σημείο εκκίνησής του δε, έφτανε μέχρι τα «Κρητικά».

Ως το 1818 ήταν ο Δημόσιος δρόμος. Από κει κι έπειτα έχασε τη χρήση του ως δημόσιος και έγινε μόνο αγροτικός: Ο Μητροπολίτης Σάρδεων Νεκτάριος, βορειοδυτικά της Χώρας, κατασκευάζει το «Νέο δρόμο», σημερινό «παλιό πλακόστρωτο δρόμο ή καλντερίμι», που χρησιμοποιείτο ως το 1945. Ο σημερινός ασφαλτοστρωμένος δρόμος ανοίχθηκε από τους Ιταλούς.

odigiesΑς περπατήσουμε μαζί τον Απαρθιανό δρόμο κι ας τον φανταστούμε όπως ήταν παλιά : Όλο το πανόραμα του λιμανιού της Σκάλας είναι μπροστά μας. Κάτω απλώνεται η κοιλάδα του Περδικάρη, γεμάτη δέντρα. Δεξιά μας οι τέσσερις ανεμόμυλοι, οι Μύλοι, όπως λέγονται, ονομασία όλης της περιοχής. ( Ο ένας από τους μύλους κατεδαφίστηκε. Οι τρεις πρόσφατα αποκαταστάθηκαν ). Κατηφορίζουμε αφήνοντας πίσω μας τη διώροφη οικία του Σαρακίνη, η οποία διαθέτει « σημαντικόν αριθμόν δωματίων και αιθουσών, πλουσίως διακοσμημένων». (1) Ο Πύργος του Σαρακίνη χτίστηκε τον 16ο αιώνα, το κτίριο αργότερα έγινε Τούρκικο Διοικητήριο, λέγεται πως χρησιμοποιούνταν για απαγχονισμούς, κι αργότερα εκεί έμενε ο τελευταίος της οικογένειας Παγκώστα, Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ιάκωβος. Ερείπια της οικίας υπήρχαν ως το 1930.

Ο δρόμος είναι πετρόχτιστος και περικλείεται από μαντρότοιχους που στο πάνω μέρος τους έχουν «αστοιβές», για την προφύλαξη των αγρών. ( Αστοιβή : αγκαθωτός θάμνος). Εδώ συναντάμε και τα ερείπια μικρού πετροκοπιού. Τα πετροκοπιά εγγράφονται στην μεταποιητική δραστηριότητα του νησιού, ενώ υπάρχουν αναφορές για εξαγωγή πέτρας.

Μετά τα 300 μέτρα περίπου, κάτω από την τοποθεσία «Βίγλες» συναντάμε το εκκλησάκι του Άη ? Βλάσση. Εδώ θα σταθούμε : Ν’ ανάψουμε τα καντήλια, να προσκυνήσουμε τις εικόνες των Αγίων, να ξαποστάσουμε και να απολαύσουμε την υπέροχη φύση. Μπροστά μας βρίσκεται η κοιλάδα του Περδικάρη: Αμυγδαλιές, αγριοαχλαδιές, συκιές, ροδιές, σχοινιές, κυπαρίσσια, φίδες (είδος κυπαρισσιού. Από τις φίδες του Περδικάρη φτιάχνονταν οι «τράβες» των σπιτιών της Πάτμου). Στα δένδρα πολλά είδη πουλιών χτίζουν τις φωλιές τους. Χαρά θεού. Κι ακόμα χίλια χρώματα απ’ τ’ αγριολούλουδα που αλαφραίνουν το νου και φέρνουν στα χείλη μας τραγούδια. Κρινάκια, αγριοπανσέδες, λουμπούνοι, παπαρούνες, ξινήθρες, μαργαρίτες, λαμπρές, μάραθα κι αγριοράδικα. Η ποικιλία ανάλογα την εποχή, είναι μοναδική. Στις Βίγλες και στον Άη Βλάσση, ανθοφορεί επίσης, το πολύτιμο μυριστικό «ζαφουράς» (κρόκος). Πάνω από τον Άη Βλάσση, υπάρχει και το εκκλησάκι του Άη Σπυρίδωνα, και πιο κάτω στο δρόμο μας το «κτήμα του Χούλη» ( νεώτερη ονομασία, αρχές 20ου αιώνα), με το πανέμορφο σπίτι του.

Απέναντί μας βρίσκεται το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης, με τα παρεκκλήσια της Αγίας Άννας, που η παράδοση μας λέει πως το έχτισε ο Όσιος Χριστόδουλος, του Αγίου Αρτεμίου και του Αγίου Νικολάου, και δίπλα η Πατμιάδα Σχολή.

Μέσω του Απορθιανού δρόμου, επικοινωνεί η Αποκάλυψη με τη Σκάλα: από μια παράκαμψη, η οποία διασχίζει τις πλαγιές του «Περδικάρη», και μιας γέφυρας, που σήμερα δεν υπάρχει. Όλη η τοποθεσία ονομάζεται «Κατάπαυση» και «Θεοσκέπαστη». Λέγεται πως η κοιλάδα του «Περδικάρη», πήρε το όνομά της από κάποιον κτήτορα που ονομαζόταν Περδικάρης, ή από τις πολλές πέρδικες που υπάρχουν στην περιοχή.

Λίγο πιο κάτω, βορειοδυτικά, πηγάζει ο χείμαρρος «Περδικάρης», που περνάει από την «Oξώσκαλα» ( Έξω Σκάλα), και εκβάλει στον όρμο του Χοχλακά. Κοντά του βρίσκεται το εκκλησάκι της «Λαμπρινούσας» ή «Λαμπρινούς», κτισμένο προς τιμή της Ζωοδόχου Πηγής. Το όνομά του το πήρε από το χρόνο εορτασμού: την Παρασκευή της «Λαμπροβδομάδας», εορτή της Ζωοδόχου Πηγής.

Οι τοιχογραφίες της «Λαμπρινούσας» χρονολογούνται γύρω στα 1848 ως το 1854. Είναι έργο του μοναχού Σαμουήλ του Ρόδιου. Πρόσφατα η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, η οποία είχε σχεδόν καταστραφεί από την υγρασία, μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή, συντηρήθηκε και σήμερα είναι πάλι ακέραια. Κοντά στη «Λαμπρινούσα», σε μικρά σπιτάκια, έμεναν οι λεπροί της Χώρας, εξ ου και η ονομασία «Λουβιάρικα της Χώρας». Όλη η περιοχή προστατεύεται σήμερα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία Δωδεκανήσου.

Πιο κάτω, στα 600 μέτρα περίπου, σήμερα υπάρχουν στάνες με πρόβατα και κατσίκια, ενώ πάνω στο δρόμο και στα χωράφια υπάρχουν «αμπασές» (είσοδοι), που βγάζουν στις αγροικίες. Τώρα ξεχωρίζουμε καλύτερα το Χοχλακά, το Καστέλι, το λιμάνι του Πάνω και του Κάτω Μέρικα, την Κουμάνα, τους κόλπους της Άσπρης και του Μελογιού, και στο βάθος τον Πάνω Κάμπο μέχρι τη Βαγιά. Αριστερά μας, μεσοπέλαγα, το Πετροκάραβο και η Άνυδρος κι απέναντι τα βουνά της Ικαρίας. Η θέα είναι ανεπανάληπτη.

Προχωρώντας, αντικρίζουμε στα δεξιά μας τον όρμο της Αγίας Θεοφανούς με το μικρό εξωκκλήσι, που θεωρείται εποχής του Οσίου Χριστοδούλου. Χτίστηκε επ’ ονόματι της Αγίας Θεοφανούς, συζύγου του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Λέοντος. Όπως μας λέει ο Guerin, πάνω από την Αγία Θεοφανού υπήρχε «χωρίον», που ο ίδιος «παρατήρησε» τα υπολείμματά του, και έφθανε μέχρι τον Άη Γιάννη των Βιγλών. Στον όρμο υπάρχει και ένα δεύτερο δισυπόστατο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα και του Χριστού, 17ου και 19ου αιώνα, αντίστοιχα, και «σύντοιχα» με το εκκλησάκι, ένα περιποιημένο κτήμα με συκιές και μυριστικά, που βρέχονται από τη θάλασσα. Συνεχίζοντας την κάθοδο, αφήνουμε δεξιά μας το σπίτι του Αντριώτη και αριστερά μας το «πυργάλι» με το μεγάλο αγρόκτημά του. Τα νεότερα χρόνια φύλακάς του ήταν ο Σπύρος του Μηνά Κανιαρού, παππούς του Σπύρου Κανιαρού που εργάζεται στη Μονή του Θεολόγου. Στην περιοχή αυτή, που έπεφτε κοντά στη γειτονιά μου, πηγαίναμε με τα κοριτσόπουλα της ηλικίας μου συχνά για βόλτα, κι ακόμα για να μαζέψουμε αγριοράδικα και μαντελίδες. Το «πυργάλι» αυτό πολύ το αγαπούσα. Έρημο καθώς ήταν, άνοιγε τη φαντασία σε μύθους κι ιστορίες. Αργότερα, εδώ έφερνα τα παιδιά μου για παιχνίδι, παραμύθια και ρεμβασμό. Του ‘χα δώσει και όνομα : «Ο Πύργος των νεράιδων», όνομα που έμεινε γνωστό στους περιοίκους. Σήμερα το βλέπουμε ανακαινισμένο από τους νέους ιδιοκτήτες του. Τα χωράφια γύρω, γεμάτα στάρια και κριθάρια, την Άνοιξη κοκκινίζουν από τις παπαρούνες. Ωραία βράχια και αιωνόβια δένδρα μας καλωσορίζουν. Φτάνουμε στην «Απαλωνιά», που πήρε το όνομά της από τα πολλά αλώνια και είναι από τους παλαιότερους οικισμούς, με αγροτόσπιτα και κτήματα.

Δεξιά μας, πάνω από το «Γυναικοκλούμπι» ( μικρή παραλία που κολυμπάνε οι γυναίκες) συναντάμε τον «Πύργο του κυρ Κωνσταινή» (αργότερα «Πύργο του Κοκκινάκη»). Το κτήμα του είναι γεμάτο με οπωροφόρα και καλλωπιστικά δένδρα. Πόσες φορές δεν «κατσουλώσαμε» στα κλεφτά τους τοίχους του με τις αστοιβές, παιδιά εννιά ? δέκα χρονών, για να κόψουμε τα τζάνερα, τα μανταρίνια, τα σύκα, ανάλογα την εποχή, ή ακόμα για να παίξουμε κρυφτό. Στο κτήμα σήμερα βλέπουμε δύο νεόκτιστα σπίτια, το ένα στην παλιά θέση του πύργου. Και τα δύο διατηρούν περιποιημένους κήπους. Αριστερά, βρίσκεται το νεόκτιστο εκκλησάκι της Αγίας Ευδοκίας και παρακάτω του Αγίου Θεοδοσίου. Από την «Απαλωνιά» ξεκινά η κατοικημένη περιοχή, που βγάζει στη Σκάλα.

Κατηφορίζοντας το δρόμο, αριστερά μας αντικρίζουμε «Τα περιβόλια», κτήματα που ανήκουν στην Ιερά Μονή του Θεολόγου. Όλη η περιοχή είναι αμπελόφυτη. ( Σήμερα είναι γεμάτη με σπίτια. Λίγο πιο πάνω, στο ίδιο ύψος δεξιά, βρίσκεται το νεόκτιστο εκκλησάκι του Αγίου Χαράλαμπου ).

Συνεχίζοντας, περνάμε τις οικίες των θυγατέρων του καπετάνιου Εμμανουήλ Φτέρη ( τέλη 19ου αιώνα) και τη « Βρύση του Κοσολάτου ». Δεξιά μας βρίσκεται το δρομάκι που βγάζει στην Αγία Παρασκευή : ένα μικρό εκκλησάκι πάνω στο λόφο «Καμινάκια». Την ονομασία πήρε από τα καμίνια που υπάρχουν εκεί. Αν ανεβούμε ως πάνω, η θέα της Σκάλας και του λιμανιού είναι υπέροχη. Το εκκλησάκι λέγεται πως χτίστηκε επί ημερών του Ιωάννη του Θεολόγου. Στην αρχαιότητα επάνω στο λόφο υπήρχε μικρό φρούριο.

Φτάνουμε στον οικισμό του Αγίου Φωκά, με την ομώνυμη εκκλησία, στο «Κοσσολάτο», ονομασία που πήρε η περιοχή την εποχή της Ιταλοκρατίας από το ιταλικό προξενείο, που στεγαζόταν στην οικία Καλού.

Ο Άγιος Φωκάς είναι μια μικρή εκκλησία στο λιμάνι της Σκάλας, σήμερα εκκλησία δισυπόστατη, μαζί με την Αγία Αικατερίνη. Ανακαινίστηκε το 1900 από τον αρχιμανδρίτη Κύριλλο Βοΐνη, και το 2001-2002, από την Ιερά Μονή Ιωάννη του Θεολόγου. Σήμερα, δίπλα ακριβώς, βρίσκεται το «Κέντρο Ορθόδοξου Πολιτισμού και Πληροφόρησης» της «Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου». Εδώ τελειώνει ο Απορθιανός δρόμος. Ο παλαιότερος Δημόσιος.

1.Παναγιώτης Κρητικός, Πατμιακά τοπωνύμια, σελίς 162.

2. Γενικές πληροφορίες, Παναγιώτης Κρητικός, ως άνω, και Ζήσιμος Βιρβίλλης, Πάτμιος συγγραφέας ? λαογράφος.

Χώρα – Κήποι – Ευαγγελισμός – Χώρα

Μια από τις πιο όμορφες διαδρομές του νησιού, είναι αυτή που ακολουθεί το μονοπάτι που μας βγάζει στους Κήπους, στα νοτιοδυτικά. Αξίζει πραγματικά να το περπατήσουμε, να απολαύσουμε την υπέροχη φύση, να θαυμάσουμε τα μοναστήρια και τα εκκλησάκια, και να γνωρίσουμε την ιστορία τους.

Η διαδρομή ξεκινά από τη Χώρα. Ακολουθούμε ένα όμορφο, πλακόστρωτο καλντερίμι, που ξεκινά από τη Μονή «Άγια των Αγίων», γυναικείο μοναστήρι, που, κατά τον Αρχιμανδρίτη και λόγιο, Γεράσιμο Σμυρνάκη, χτίστηκε το1579. («Η μυστηριοφύλαξ νήσος Ιωάννου του Θεολόγου»). Ας αναφερθούμε, εν συντομία, στη Μονή: Ο ναός είναι τρισυπόστατος : Εισόδια της Θεοτόκου, Αγία Τριάδα και Άγιοι Πάντες. Τελευταίος κληρονόμος ήταν ο Αρχιμανδρίτης και Ταγματάρχης στον Ελληνικό Στρατό, Νικηφόρος Ρωμανίδης. Όπως σημειώνει ο Θεοχάρης Προβατάκης στο βιβλίο, «Πατμιάς Εκκλησιαστική Σχολή»: «Την Αγία Τράπεζα υποβαστάζει αρχαία επιτύμβια στήλη, με την επιγραφή : «Επαφρόδειτος Επαφροδείτου Νεισύριος» Πρόκειται ασφαλώς για το βάθρο πάνω στο οποίο βρισκόταν το άγαλμα του Επαφρόδειτου που καταγόταν από τη Νίσυρο». Επίσης και σε άλλα σημεία υπάρχουν τμήματα από κομμάτια γλυπτών μαρμάρων. Στις διάφορες εικόνες αναφέρεται η επιγραφή: «Δέησις του δούλου του Θεού Μανουήλ Αναγνώστου και της συμβίας αυτού Χρυσόκονας». Είναι ενδιαφέρον, ότι στην εικόνα των «Εισοδίων» υπάρχουν ζωγραφισμένοι και οι αφιερωτές, από τους οποίους, η γυναίκα, φορά τον πατμιακό κεφαλόδεσμο, γνωστό με το όνομα «πόσι». Μέχρι πρόσφατα, στο Μοναστήρι ζούσε η γερόντισσα Συγκλητική, αδελφή του Πάτμιου συγγραφέα και λαογράφου, Ζήσιμου Βιρβίλλη.

Η Μονή Άγια των Αγίων είναι το σημείο που τελειώνει ο οικισμός της Χώρας. Το μονοπάτι περνά ανάμεσα από διάσπαρτες ιδιοκτησίες με δέντρα. Στα αριστερά του υπάρχει διαμορφωμένο πετρόχτιστο χαντάκι, για τα όμβρια ύδατα. Τα τελευταία 100 μέτρα έχουν πρόσφατα τσιμεντοστρωθεί, από ιδιώτες, προς χρήση τους. Περί τα 150 μέτρα πριν τον κεντρικό δρόμο, που οδηγεί στην είσοδο της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού ( «Ευαγγελισμός της Μητρός του Ηγαπημένου»), στην δεξιά πλευρά, ξεκινά φαρδύ μονοπάτι, χωμάτινο, με ομαλή κλήση. Θα ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, το οποίο κινείται παράλληλα με τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στη Μονή, ενώ, ακριβώς στο ύψος της, αρχίζει η κατωφέρεια του.

Η Ιερά Μονή Ευαγγελισμού, που βρίσκεται στη θέση του παλιού ερημητηρίου της Ευαγγελίστριας, ιδρύθηκε το 1937, από τον Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή, και υπήρξε με την αξιόλογη δράση της, ένα φυτώριο – σύμβολο προσφοράς στο νησί της Πάτμου. Κοντά της βρίσκεται και το ερημητήριο των Ασωμάτων, του 12ου αιώνα.

Στο ύψος του κτιρίου της Μονής, βλέπουμε το βουνό του Προφήτη Ηλία, με το παλιό εκκλησάκι στην κορυφή του, ενώ κινούμαστε πάνω από τα «Βραστά», αληθινή όαση, με δέντρα, χωραφάκια, πηγαία νερά και καταρράκτη, που σχηματίζεται από το χείμαρρο της «Κερά Λεούσας». Όπως σημειώνει και ο Γεράσιμος Σμυρνάκης: «είναι μια περιοχή με κήπους, δένδρα οπωροφόρα και εσπεριδοειδή, που ευδοκιμούν λόγω του απάνεμου της περιοχής, και των πηγαίων νερών». (Γεράσιμος Σμυρνάκης, ως άνω, φ. 1973.) Εδώ βρίσκεται και το Ησυχαστήριο των Βραστών. (Για τα ερημητήρια μας δίνει, πλήρη εικόνα, η Ανθούσα Μοναχή, στο βιβλίο της «Ερημίται της Πάτμου και ερημητήρια»). Η χαράδρα του Χειμάρρου της «Κερά Λεούσας» καταλήγει στην εύφορη πεδιάδα των «Κήπων», και στον ομώνυμο όρμο, που αντικρίζει το Ικάριο πέλαγος. Να αναφέρουμε, πως στα αριστερά του κεντρικού δρόμου, δίπλα ακριβώς από την μονή Ευαγγελισμού, υπάρχει και ένα δεύτερο μονοπάτι, (από το «Χριστό της Αργυρής») που, επίσης, οδηγεί στους «Κήπους», και θα το ακολουθήσουμε κατά την άνοδό μας.

Το δεξί μονοπάτι που ακολουθούμε, σχετικά εύκολο στο περπάτημα, είναι άλλοτε καλντερίμι, άλλοτε ένα μικρό, χωμάτινο μονοπάτι, ή και με παραπλήσια μικρότερα μονοπατάκια. Παλαιότερα το μονοπάτι αυτό ήταν όλο, ένα ωραιότατο πλακόστρωτο, με επίπεδα και σκαλάκια, που, δυστυχώς, σήμερα έχει καταστραφεί.

Κατηφορίζοντας, στα βορειοδυτικά, βλέπουμε, τo νοτιοδυτικό άκρο της Ικαρίας – το ακρωτήριο «Πάππας» -, νοτιοδυτικά, τα νησάκια Λέβεθα και Κίναρο, ενώ στο βάθος του ορίζοντα με καθαρή ατμόσφαιρα, μπορούμε να δούμε νοτιοδυτικά την Αμοργό, και δυτικά, τη Νάξο και την Πάρο. Επίσης, το νησάκι Πετροκάραβο, το βλέπουμε στο κέντρο του όρμου, να «κουβαλά» τους μύθους του: Καράβι πειρατικό που πέτρωσε, ερημόνησο, που η παράδοση το θέλει «κρυφό σχολειό» τον καιρό της Τουρκοκρατίας, τόπος ασκητών.

Λίγο πριν καταλήξουμε στην μικρή πεδιάδα των Κήπων, αριστερά μας αντικρίζουμε το Κάθισμα των Αγίων Αναργύρων, πιο κάτω της Παναγίας του Σταυρού ή του Μανταλάκη, μπροστά μας και προς τα δεξιά, της Παναγίας του Κύκκου, ενώ πάνω δεξιά, στον αντικρινό λόφο, φαίνεται η Παναγιά του Γραβά.

Το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, είναι κτισμένο (16ος αι.) πάνω σ’ έναν όμορφο λόφο και δίπλα του σώζονται κελιά ασκητών. Το εκκλησάκι της Παναγιάς του Σταυρού ή του «Μανταλάκη», όπως είναι κυρίως γνωστό, πήρε το όνομα του, από τον κτήτορα, ιερομόναχο Ιάκωβο Μανταλάκη, και είναι του 17ου αιώνα. Ας θυμηθούμε και το λαϊκό δίστιχο: «Παναγιά του Μανταλάκη / βλέπε μας’ το, το νησάκι». Το εκκλησάκι της Παναγίας του Κύκκου, πήρε την ονομασία του από την εικόνα της Παναγίας, αντίγραφο της Παναγίας της Μονής Κύκκου, της Κύπρου. Το παλιό εκκλησάκι διατηρείται ως σήμερα, ενώ το διώροφο «πυργάλι» του, και ο εξωτερικός περίβολος, έχει ανακαινιστεί από την Ιερά Μονή Ιωάννου του Θεολόγου. Δίπλα και στα τρία εκκλησάκια υπάρχουν πηγές νερού, και όμορφα περιβόλια.

Ενώ προχωρούμε, βλέπουμε το Ικάριο πέλαγος να απλώνεται μπροστά μας, μέσα στο φως, και κάποια πλεούμενα να ταξιδεύουν, ενώ η Ικαρία, τώρα, φαίνεται ολόκληρη.

Καταλήγοντας στην μικρή πεδιάδα των Κήπων (περίπου σε 15 λεπτά), το μονοπάτι βρίσκεται υπερυψωμένο πάνω από χωραφάκια και λιβαδάκια, τα «κηπάρια» όπως ονομάζονται στην Πάτμο, με καλλιέργειες και πολλά είδη χλωρίδας, ενώ δεκάδες είναι τα πηγάδια, ανάμεσα στις φυτείες. Πολλά, επίσης, μικρότερα μονοπατάκια, ενώνονται μεταξύ τους. Οι Κήποι, από τις πιο όμορφες περιοχές του νησιού, ονομάζονται και «Κήποι του Οσίου» ή «Δάσος του Οσίου», ονομασία που πήρε η περιοχή, από τον Όσιο Χριστόδουλο, κτήτορα της Μονής του Ιωάννη του Θεολόγου (11ος αι.), ο οποίος, κατά την παράδοση, καλλιέργησε εδώ ωραίους κήπους, με δένδρα και κηπευτικά.

Περιγράφοντας τους Κήπους, ο περιηγητής Cuerin, μας λέει τα εξής : «Η κοιλάς αυτή είναι σαν όασις όπου το βλέμμα αγαπά να ξεκουράζεται ύστερα από τη θέα των ξερών βράχων. Περίπου 20 πορτοκαλιές και λεμονιές, συκιές και χαρουπιές σχηματίζουν δάσος γνωστό με το όνομα «δάσος του Οσίου». (Ανθούσας Μοναχή, ως άνω, σελίς 39). Μέχρι σήμερα ευδοκιμούν λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, νερατζιές, συκιές, χαρουπιές, κλήματα και αμπέλια, μαζί με τις καλλιέργειες των κηπευτικών. Οι καλλιεργητές, ανάμεσα στα κηπευτικά, καλλιεργούσαν και λουλούδια: Ας θυμηθούμε τον κυρ Χριστοδουλιό Μπενή και τον κυρ Γιάννη Γιάνναρο, τον λεγόμενο Μακρή, που έμεναν στους Κήπους, στην Παναγιά του Μανταλάκη, και καλλιεργούσαν λουλούδια. Οι ίδιοι, ως τα νεότερα χρόνια, έφτιαχναν υπέροχες «ματζουράνες», κατόπιν παραγγελίας, κυρίως στις γιορτές. Ο κόσμος τους θυμάται να ανεβαίνουν στη Χώρα, Άνοιξη και Καλοκαίρι, να πωλούν στα σπίτια τις ανθοδέσμες τους, κυρίως με γεωργίες, κόκκινα γαρύφαλλα και βασιλικούς, λουλούδια που υπεραγαπούσαν. Ήταν και οι ίδιοι ιδιαίτερα ευγενείς άνθρωποι. Στην περιοχή ευδοκιμούν και τα κυκλάμινα: Την εορτή των Αγίων Αναργύρων, οι Κήποι, είναι γεμάτοι από τα όμορφα άνθη, κυρίως όταν δεν έχει ανομβρία. Πλήθος επίσης καλαμιών, δημιουργούν φυσικούς φράχτες.

Οι Κήποι είναι μία από τις περιοχές που ασκήτεψε ο μοναχός Θεόκτιστος, από την Μικρά Ασία (1822 ? 1917), κοντά στην Παναγιά του Μανταλάκη. Ο μοναχός Θεόκτιστος, ήταν πολύ αγαπητός στους Πάτμιους, και όλοι έτρεχαν κοντά του, να τον συμβουλευτούν και να εξομολογηθούν. Αγαπούσε τη φύση και ιδιαίτερα τα ζώα, με τα οποία είχε μεγάλη επαφή.

Εδώ, στα νότια του όρμου, υπήρχαν παλαιότερα βυρσοδεψεία ( «ταμπάκικα» ή «ταμπάκια») και λέγεται, πως οι Πάτμιοι ήταν καλοί βυρσοδέψες. Ακόμα να αναφέρουμε πως τα «Ταμπάκικα» των Κήπων ήταν μία από τις περιοχές οργάνωσης κατασκηνώσεων, από τους Πάτμιους Πρόσκοπους.

Την Άνοιξη, κοντά στη θάλασσα, ανθίζουν οι «θαλασσοβιολέτες» και τα μοναδικά κίτρινα αγριολούλουδα, που τα βλέπουμε να κοσμούν βουνά και χωράφια, σε όλο το νησί.

Το κολύμπι στην παραλία δεν είναι εύκολο, μιας και υπάρχει, σχεδόν πάντα, φουσκοθαλασσιά και τα νερά βαθαίνουν απότομα, μπορούμε όμως να απολαύσουμε υπέροχα ηλιοβασιλέματα.

Για την άνοδο, και ενώ βρισκόμαστε στον κεντρικό δρόμο των Κήπων, ακολουθούμε το μονοπάτι προς τους Αγίους Αναργύρους και την Παναγιά του Μανταλάκη. Στο ύψος των Αγίων Αναργύρων, απότομο, ανηφορικό μονοπάτι, προχωρεί ανάμεσα σε δέντρα και αγριολούλουδα, οδηγεί στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία και συνεχίζει νότια και προς τον Ευαγγελισμό. Το μονοπάτι αυτό συναντιέται με διασταύρωση, προς τα ανατολικά, και σε δέκα λεπτά βρισκόμαστε στην «Αγία Παρασκευή του Κάβου», παλαιό κάθισμα, και τοποθεσία με αρχαία κατάλοιπα. Αν είμαστε τυχεροί, μπορούμε να δούμε και τον όμορφο αετό που φωλιάζει εδώ. Παρεμπιπτόντως να αναφέρουμε πως, εκτός από τη χλωρίδα, και η πανίδα της περιοχής είναι ενδιαφέρουσα.

Αν συνεχίσουμε προς τα νότια, ανηφορίζουμε το μονοπάτι, που από το σημείο της διασταύρωσης προς την Αγία Παρασκευή, έχει ομαλή κλήση και είναι βατό. Τώρα έχουμε στα αριστερά μας τα Βραστά και τη Μονή του Ευαγγελισμού, ενώ περνάμε ανάμεσα από δένδρα ( κυρίως ψηλόκορμα κυπαρίσσια), συναντάμε το εκκλησάκι του «Χριστού της Αργυρής», που μπορούμε να το επισκεφτούμε, μικρά αγροτόσπιτα, και μια όμορφη πηγή. Εδώ η πανίδα περιλαμβάνει τα φίδια, μεταξύ αυτών, τον «ποντικολό», κατά την τοπική ονομασία, φίδι ακίνδυνο, που φτάνει σε μήκος και τα 3 μέτρα. Φίδια υπάρχουν και στα Βραστά, όπως και βατράχια, από τις λιγοστές περιοχές, που επιβιώνουν, ακόμα, στο νησί. Το μονοπάτι καταλήγει στην είσοδο της Μονής Ευαγγελισμού. Για την διαδρομή αυτή θέλουμε περίπου 15 λεπτά. Από κει, φθάνουμε στο σημείο εκκίνησης, πάλι σε 15 λεπτά. Να αναφέρουμε επίσης, πως πολύ κοντά βρίσκεται και το παλιό μονοπάτι για τον Προφήτη Ηλία.

Ευχαριστώ για τις πληροφορίες τους για το μονοπάτι : Το συγγραφέα Ζήσιμο Βιρβίλλη, τον πρώην Σχολάρχη της Πατμιάδας Σχολής, Ματθαίου Μελιανό, τον αρχιτέκτονα, Θεόδωρο Μανιώτη, το Μανώλη Μετζογιαννάκη, το Μανώλη Κατσαρό.

Σκάλα – Χώρα από Αποκάλυψη

Ένα από τα πιο γνωστά μονοπάτια, είναι αυτό που συνδέει τη Σκάλα με τη Χώρα. Πρόκειται για τον δρόμο που κατασκευάστηκε από τον Μητροπολίτη Σάρδεων, Νεκτάριο, το 1818. Την εποχή εκείνη ονομαζόταν «Νέος δρόμος», μιας και μέχρι τότε, χρησιμοποιείτο ο «Απορθιανός» (σημερινό μονοπάτι και αγροτικός δρόμος), ως δημόσιος. Ο «Νέος δρόμος» ήταν, ως το 1945, ο κύριος δρόμος σύνδεσης Σκάλας – Χώρας. Σήμερα ονομάζεται «παλιός δρόμος» ή «καλντερίμι», ενώ ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, που ανοίχθηκε από τους Ιταλούς, καλείται μέχρι και σήμερα, «Καινούργιος δρόμος». (Βλέπετε και «Απορθιανός δρόμος»).

Η Σκάλα πήρε το όνομά της από του Βενετούς, κατά τον 16ο αιώνα. Ονομαζόταν και «Λιμάνι του Δομιτιανού» καθώς και «Προκυμαία». Αργότερα οι κάτοικοί της την ονόμασαν «Κάτω Χώρα», για να διακρίνεται από την Χώρα, που ονομαζόταν και «Απάνω Χώρα». Η πόλις άρχισε να δημιουργείται το 1600, με την οικονομική άνθηση του νησιού, με πρώτα κτίσματα αποθήκες εμπορευμάτων και εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση του μικρού στόλου της Μονής, όπως και εκκλησάκια. Ως τις αρχές του 19ου αιώνα ήταν μόνο αγκυροβόλιο πλοίων. Ωραία αρχοντικά σπίτια πρωτοκτίστηκαν: στη συνοικία της Αγίας Παρασκευής και του «Άη Φουκά», στον Πούντο του Φτέρη, στην Περνέρα, στο Λούρο, στην περιοχή του «Άη Γιάννη» και στους πρόποδες του Καστελιού, στο «Βλαχοχώρι». ( Η ονομασία «Βλαχοχώρι» προήλθε, καθώς λέγεται, από τον πρώτο οικιστή, με το όνομα Βλάχος).

Σημείο εκκίνησής μας είναι το Λιμάνι της Σκάλας, κοντά στα παλαιά κτίρια της Ιταλικής φρουράς ( κτίστηκαν στην Ιταλική Κατοχή), που σήμερα στεγάζουν την Αστυνομία, το Ταχυδρομείο και τις Δημοτικές Υπηρεσίες. Προχωρούμε προς την κεντρική πλατεία ( την «Πλάζα» από το ιταλικό Piazza) και τον εσωτερικό εμπορικό δρόμο, και φθάνουμε στην εκκλησία του «Άη Γιάννη» και την ομώνυμη συνοικία. Ο «Άης Γιάννης», τρισυπόστατος, ενοριακός ναός, κτίστηκε το 1855 και ανακαινίστηκε το 2010. Ενώ συνεχίζουμε να προχωρούμε στον εμπορικό δρόμο, φθάνουμε στο Λούρο ( από τη λέξη «Λώρος»). Όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κρητικός, στα « Πατμιακά Τοπωνύμια» : «Ούτως ελέγετο η στενή οδός έχουσα ένθεν κακείθεν θάλασσα δια της οποίας επεκοινώνει η αρχαία πόλις της Πάτμου επί του Καστελιού μετά της απέναντι περιοχής ένθα σήμερον η Χώρα. Βραδύτερον δια προσχώσεων κατεκαλύφθη η περιοχή ούτως ώστε να παρουσιάζεται ως είναι σήμερον όλη η περιοχή από Χοχλακά μέχρι Σκάλας». Παλαιότερα η κεντρική πλατεία της Σκάλας και ο σημερινός εμπορικός δρόμος μέχρι το Λούρο – στην παράκαμψη για το Δημοτικό Σχολείο – ήταν «στρωμένοι» με πέτρες και μεγάλα «χοχλιά», με χρώμα γκριζοπράσινο. Από κει και ύστερα άρχιζε χωματόδρομος.

zaroijpgΕνώ φθάνουμε στην παράκαμψη του δρόμου για το Χοχλακά, βλέπουμε στα αριστερά μας, το παλαιότατο εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος (χρόνος ιδρύσεως1644), ένα από τα πιο όμορφα εκκλησάκια της Σκάλας. Λίγο πιο πάνω , στα δεξιά μας, διατηρείται μια παλιά πέτρινη είσοδος ? καμάρα (πόρτα), που έβγαζε σε ένα μεγάλο κτήμα και στη «Λίμνη του Χοχλακά». (Αλυκή που ήταν γεμάτη θάλασσα). Μπροστά στην «είσοδο» σημειώνεται η εξής επιγραφή: «Τόδε το κτήμα εκαλλοπίσθη δαπάναις του Αρχιμ. Γρηγορίου Πτέρη 26 Σεπτεμβρίου 1903». Σήμερα, σχεδόν, όλη η περιοχή είναι κατοικημένη.

Στη συνέχεια του δρόμου φθάνουμε στον «Πλάτανο» και την «Οξώσκαλα» – Έξω Σκάλα -. Στον «Πλάτανο» υπήρχε πηγάδι, το «πηγάδι του Δρόμου», όπως ονομαζόταν, που ήταν ανοιχτό ως και τη δεκαετία του ’60. «Το νερό του Πλατάνου», ήταν φημισμένο. Ο γερο-πλάτανος είναι εκεί, στη θέση του, και το πηγάδι, αν και κλειστό πια, συνεχίζει να μας θυμίζει τις εποχές που τα κορίτσια συναντιόντουσαν, με γέλια κι αστεία, καημούς και παράπονα, για να γεμίσουν με το «ωραίο νερό» τις λαήνες και τις «χαράνες». Εδώ σταματούσε και ο χωματόδρομος: Λίγα μέτρα πιο πάνω, με όριο το « Γεφύρι της Οξώσκαλας», ξεκινούσε ( ή τέλειωνε, με σημείο εκκίνησης τη Χώρα) ο πέτρινος δρόμος του Μητροπολίτη Σάρδεων, Νεκτάριου, που σήμερα, σε μια απόσταση 300,περίπου, μέτρων, είναι τσιμεντοστρωμένος.

Από δω βλέπουμε να περνά και ο χείμαρρος «Περδικάρης», ο «ποταμός του Περδικάρη» όπως τον ονομάζουν στην Πάτμο, που πηγάζει από την κοιλάδα του «Περδικάρη» και εκβάλει στον όρμο του «Χοχλακά». Λυγαριές και δέντρα φρουτοφόρα λουλούδιζαν παλιότερα στις άκριες του χειμάρρου, που κάποιες φορές μεταβάλλεται σε ορμητικό ποτάμι. Όλη η περιοχή ήταν γεμάτη κτήματα, που κρατούσαν από το Άγιο Πνεύμα ως την «Όξώσκαλα», έφταναν στον ασφαλτοστρωμένο, «καινούργιο δρόμο» Χώρας ? Σκάλας, κι ακόμα προχωρούσαν, μέχρι την περιοχή «Περιβόλια». Δίπλα στο δρόμο υπήρχε πεζούλι πετρόχτιστο, που θα το δούμε να διατηρείται στο καλντερίμι, στο μεγαλύτερο μέρος του.

Ενώ προχωρούμε, συναντάμε στα αριστερά, σε ένα μικρό άνοιγμα, το δισυπόστατο εκκλησάκι της Παναγιάς της Σκάλας, και ενώ ανηφορίζουμε, στα 150 μέτρα, βρισκόμαστε στον κεντρικό, ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Ακριβώς απέναντι, βλέπουμε, το διατηρημένο μέχρι σήμερα, καλντερίμι. (Το καλντερίμι διακόπτεται στην πορεία του, σε τρία σημεία , από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο). Αυτόν, τον εξαιρετικό πέτρινο δρόμο, ανέβαιναν τα γαϊδουράκια – μέσο μεταφοράς των κατοίκων και αργότερα των τουριστών – ως το 1970, οπότε ήρθαν και τα πρώτα ταξί στο νησί.

Στο μέσο περίπου της διαδρομής προς τη Χώρα, συναντάμε στα δεξιά το παλιό εκκλησάκι του Αγίου Χαράλαμπου ( κοντά στο Κέντρο Υγείας), στα αριστερά το Σπήλαιο της Αποκάλυψης, και σε μικρό ύψωμα, την Πατμιάδα Σχολή. Κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Χαράλαμπου, στο παλιό γεφύρι, υπήρχαν, μέχρι και τα νεότερα χρόνια, τα ερείπια του εργαστηρίου αγγειοπλαστικής (18ου αι.) του πατέρα, του Δανιήλ Κεραμέως, διδασκάλου της Πατμιάδας Εκκλησιαστικής Σχολής.

Η περιοχή όλη είναι καλυμμένη από πεύκα, κυπαρίσσια και ευκαλύπτους, λιγοστές σχοινιές και αγριοαχλαδιές, που δημιουργούν μικρό δάσος, το «Δασάκι της Αποκάλυψης», όπως ονομάζεται. Τα δέντρα, φυτεμένα από τους καθηγητές και τους μαθητές της Πατμιάδας Σχολής (1948 – 1949), επεκτάθηκαν με τον τρόπο της φύσης. Τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς, η βαμβακάδα, ( η Marchalina hellenica), έχει ρημάξει τα δέντρα. Τι κρίμα. Μαζί με τη χλωρίδα, και η ορνιθοπανίδα της περιοχής είναι ενδιαφέρουσα: οι κοκκινολαίμηδες, οι σπίνοι, οι καρδερίνες, οι σουσουράδες, οι τσίχλες, και ο κούκος, χτίζουν εδώ τις φωλιές τους.

Στο ύψος του «Κέντρου Υγείας», πριν βγούμε στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, ξεκινά ένα παρακλάδι της διαδρομής, που βγάζει απ’ ευθείας στην κεντρική είσοδο της «Αποκάλυψης», στο νεόκτιστο υπαίθριο θέατρο και στην «Πατμιάδα». Είναι οι παλιές «αμπασές», όπως λέγονταν στην Πάτμο οι είσοδοι. Το παρακλάδι αυτό αξίζει να το περπατήσουμε, είτε ανεβαίνοντας, είτε κατεβαίνοντας: Ένα άνοιγμα στ’ αριστερά του καλντεριμιού, μας βγάζει σε ένα μικρό χωμάτινο μονοπατάκι, που προχωρά μέσα στο δασάκι. Σε ορισμένα σημεία του μονοπατιού, περνούν μικρά και μεγαλύτερα γεφυράκια, για τους χείμαρρους. Το μονοπατάκι αλλού είναι πετρόχτιστο και αλλού χωμάτινο, και πλησιάζοντας στην είσοδο της «Αποκάλυψης», είναι διαμορφωμένο με σκαλοπάτια, άλλοτε πετρόχτιστα και άλλοτε λαξευμένα στο βράχο. Το ίδιο, στο ύψος του υπαίθριου θεάτρου, περνά μέσα από την κοιλάδα του Περδικάρη, και ενώνεται με το μονοπάτι το «Απορθιανό». Μαζί σχηματίζουν μια κυκλική διαδρομή, από τη Χώρα στη Σκάλα και τανάπαλιν.

Το Σπήλαιο της Αποκάλυψης ταυτίζεται με την «Κατάπαυση», που αναφέρει ο μαθητής του Ιωάννη του Θεολόγου, Πρόχορος, στο απόκρυφο κείμενο, «Πράξεις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, συγγράφοντος του αυτού μαθητού Πρόχορου». Σ’ αυτόν, τον ιερό από την αρχαιότητα, χώρο, έγραψε ο Ιωάννης ο Θεολόγος, το «Βιβλίο της Αποκάλυψης». Γύρω από το Σπήλαιο εγκαταστάθηκαν μοναχοί και ασκητές, ήδη από την εποχή του Οσίου Χριστοδούλου. Τα πρώτα κελιά κτίσθηκαν από τον Μητροπολίτη Καισαρείας, Γρηγόριο το Νισύριο, ενώ το 1903-1908 και το 1921, νέες προσθήκες ολοκλήρωσαν το σημερινό συγκρότημα. Το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης, είναι ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της χριστιανοσύνης.

Η Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή (ονομασία που έλαβε η Σχολή πολύ αργότερα) ιδρύθηκε το 1713, στο Ιερό Κάθισμα της Αποκάλυψης, από τον Μακάριο Καλογερά, που σήμερα τιμάται στην Πάτμο ως Άγιος. Η ίδρυση της Σχολής αποτελεί τομή στην παιδεία του νησιού, και οριοθετεί την οργανωμένη σχολική παιδεία. Οι πρώτοι μαθητές ήταν Πάτμιοι. Η Σχολή καθιερώθηκε, σε σύντομο χρονικό διάσημα, ως μεγάλο πνευματικό σχολείο, κέντρο παιδευτικό και εθνικό. Ήταν το μεγάλο φυτώριο παιδείας, και από κει βγήκαν οι πρώτοι μαθητές, που έγιναν αργότερα οι ίδιοι δάσκαλοι σε όλο το υπόδουλο γένος μας. Το 1729, κτίζεται η πρώτη σχολή, έξω από το περιτοίχισμα της Αποκάλυψης. Δεξιά του περιβόλου της Αποκάλυψης βλέπουμε τα ερείπια της «Παλαιάς Πατμιάδος Σχολής», όπως ονομάστηκε, μετά την απελευθέρωση από τους Ιταλούς, το 1947, και μέχρι να κατασκευαστεί η «Νέα Πατμιάδα». Στις αρχές του 20ου αι. είχε επισκευαστεί ένα δωμάτιο – το πρώτο αριστερά της εισόδου που ως σήμερα στέκεται – και χρησιμοποιήθηκε ως αίθουσα διδασκαλίας των μαθητών και μαθητριών. Ήταν το πρώτο οργανωμένο σχολείο της Μέσης Εκπαίδευσης, που συμπεριέλαβε και τα κορίτσια μεταξύ των μαθητών του. Τα νέα κτίρια της Πατμιάδας Σχολής, που σήμερα βλέπουμε, οικοδομήθηκαν το 1950.

Στο ύψος της «Πατμιάδας», το μονοπάτι διαπλατύνεται και μένει ακάλυπτο από δέντρα, στο δε ύψος της Αγίας Βαρβάρας (το εκκλησάκι δεν φαίνεται απ’ το καλντερίμι) ο ορίζοντας ανοίγει και είναι ένα σημείο που μπορούμε να ξεκουραστούμε και να απολαύσουμε τη θέα: Τις πλαγιές του Περδικάρη με τα λιγοστά αγροτόσπιτα και τα εκκλησάκια, το λιμάνι της Σκάλας και του Μέρικα, τα νησάκια που ξεχωρίζουν στον ορίζοντα, τη Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού, με τα αρχοντικά σπίτια της, το Μοναστήρι του Ιωάννη του Θεολόγου. Όλα πνέουν ευφρόσυνα. Το νησί της Πάτμου, μας εντυπωσιάζει από την ομορφιά και την εναλλαγή των εικόνων.

Το τελευταίο μέρος του καλντεριμιού, συνεχίζει και φτάνει ως στο Σταθμό της Χώρας. Ο «Νέος δρόμος» όμως, του Μητροπολίτη Σάρδεων, Νεκτάριου κατέληγε (ή καλύτερα ξεκινούσε) στο ύψος της σημερινής Αγοράς, στην οικία του Κώστα και της Ουρανίας Κεφαλά ( γνωστότερη σήμερα ως οικία Άννας Βιτέλη ).

 

Χώρα – Γροίκος – Διακόφτι

Από τον περιφερειακό δρόμο Χώρας – Γροίκου και τη θέση «Τρία», ξεκινά το μονοπάτι που θα ακολουθήσουμε σ’ αυτή τη διαδρομή. Πρόκειται για ένα σχετικά διατηρημένο καλντερίμι, που διασχίζει όμορφες πλαγιές, αντικρίζει γραφικότατους όρμους και οδηγεί σε περιοχές αρχαιολογικού και τουριστικού ενδιαφέροντος.

Η θέση «Τρία» πήρε το όνομά της από τα τρία μικρά εκκλησάκια που συναντάμε αριστερά, στην αρχή του μονοπατιού, και είναι κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους. Τα δύο από τα εκκλησάκια είναι σήμερα ερειπωμένα (στο ένα διατηρείται τμήμα του θόλου πάνω από το ιερό), ενώ το τρίτο είναι διατηρημένο. Πρόκειται για τα εκκλησάκια : Του Αγίου Γοβδελέα ή Γοβδελεά ( το διατηρημένο εκκλησάκι που οικοδομήθηκε τον 17ο αιώνα), του Αγίου Ευθυμίου και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κρητικός, στα Πατμιακά Τοπωνύμια: «στην είσοδο του τελευταίου αναφέρεται η χρονολογία 1536». Σήμερα η είσοδος είναι γκρεμισμένη και το ανώφλι δεν υπάρχει. Η θέση ονομάζεται και «Νερό των τριών», επειδή κοντά βρίσκονται τρία πηγάδια ( από τα πηγάδια αυτά έπαιρνε νερό όλη η Χώρα ) ή και τα τρία εκκλησάκια.

Το μονοπάτι στην αρχή είναι τσιμεντένιο – περί τα 80 μέτρα – και κατόπιν χωμάτινο. Περνά ανάμεσα από στάβλους, ιδιόκτητα χωράφια, και λιβαδάκια. Αριστερά βρίσκεται η περιοχή της «Φράγκισας» και δεξιά το «Ξυλοπάρι». Αν ακολουθήσουμε μια μικρή παράκαμψη του μονοπατιού οδηγούμαστε στο «Ξυλοπάρι», και σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε στο λόφο του , με περίοπτη θέα της νότιας πλευράς της Πάτμου. Το Ξυλοπάρι, κατά τον Παναγιώτη Κρητικό, υπήρξε στο παρελθόν περιοχή δασώδης, που την χρησιμοποιούσαν για ξύλευση, εξ ου και η ονομασία της. Η χλωρίδα στο Ξυλοπάρι είναι εξαιρετική: μυρσινιές, σχοίνα, αστοιβές, κυσαρίδια ( που το φθινόπωρο τα μωβ λουλουδάκια τους ευωδιάζουν),

ρείκια, αχινοπόδια. Κι ακόμα, ξυνίθρες, μαργαρίτες, λαμπρές («Νάρδος η Πιστική) μάραθα, αγριοράδικα, λάπαθα, γαλατσουρίδες ( στην Πάτμο τις βάζουν ωμές στη σαλάτα), ασπόνδυλοι (ασφόδελοι) με τους όμορφους κρίνους τους ( με τα κλαδιά των ασφοδέλων τα παιδιά έφτιαχναν σε παλιότερες εποχές, μύλους και ρόδες για τα παιχνίδια τους). Εδώ ευδοκιμεί και ο «ζαφουράς» (κρόκος). Κατά την περιγραφή του Ματθαίου Μελιανού, πρώην Σχολάρχη της Πατμιάδας Σχολής, οι πλαγιές στο «Ξυλοπάρι», όταν δεν υπάρχει ανομβρία, είναι γεμάτες «ζαφουρά», κυρίως τον Δεκέμβριο, μήνα της συγκομιδής του. Παρεμπιπτόντως να προσθέσουμε, πως αρκετές νοικοκυρές, κυρίως της Χώρας, έβαζαν στις πασχαλινές, πατινιώτικες πίτες (στο «μπατούδο»,τη γέμιση της πίτας) κοπανισμένο «ζαφουρά».

Στη συνέχεια της διαδρομή μας προς το Γροίκο, το μονοπάτι είναι από «πάσπουρα» και κατόπιν καλντερίμι, με αγωγό όμβριων υδάτων και γεφυράκια. Μεγάλα τμήματά του τα βλέπουμε να είναι επιχωματωμένα από τις βροχές, και μικρά τμήματα είναι βραχώδη, αλλά βατά. Την άνοιξη, ανάμεσα στις πέτρες του μονοπατιού ανθίζει το χαμομήλι, και στις πλαγιές και στις ράχες των λόφων οι αστοιβές και οι ασπάλαθοι, με τα κίτρινα λουλουδάκια τους. Κι α θυμηθούμε εδώ το ποίημα «Επί ασπαλάθων» του Γεώργιου Σεφέρη, και ακόμα το σατιρικό της Πάτμου: « Αν κάμ’ η αστιβή δαβρί κι ασπάλαθος κοντάρι / τότες κι εσύ αλίμενε άντρας πως θα σε πάρει». Τις χαράδρες διασχίζουν οι χείμαρροι της «Φράγκισας», που καταλήγουν στον όρμο του Γροίκου. (Σήμερα οι χείμαρροι αυτοί έχουν σκεπαστεί και βρίσκονται κάτω από σπίτια και ξενοδοχεία).

Από κάποιο σημείο του μονοπατιού αντικρίζουμε, αριστερά στο ύψωμα, το παλαιότατο εκκλησάκι του Αγίου Ισιδώρου του Χίου. (Στον Άγιο Ισίδωρο οδηγεί επίσης μονοπάτι, που ξεκινά από τη Χώρα (από τον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο) και καταλήγει στα Σάψηλα). Η θάλασσα ανοίγεται μπροστά μας καταγάλανη κι ολόφωτη : Αντίκρυ μας ο όρμος των Σαψήλων, τα Λουκάκια με το νησάκι Πιλάφι, η Εψιμιά, το νησάκι Χιλιομόδι. Στον ορίζοντα, προς τα βόρεια, διακρίνουμε τα ψηλά βουνά της Σάμου, απέναντί μας το σύμπλεγμα των νησιών των Αρκιών, τους Λειψούς, τη Λέρο, την Κάλυμνο, και πέραν αυτών, στο βάθος, τα παράλια της Μικράς Ασίας. Καθώς κατηφορίζουμε βλέπουμε τοίχους αντιστήριξης, στα δεξιά και προς τις πλαγιές, που έγιναν για την προστασία του καλντεριμιού. Τώρα βλέπουμε και το Γροίκο: Τις ράχες του, τον ωραίο κόλπο, το Τραγονήσι.

Πλησιάζοντας τα πρώτα σπίτια του οικισμού, σε ένα τμήμα του μονοπατιού, υπάρχουν φυτεμένα αρμυρίκια, που τούτη την εποχή, αρχή της Άνοιξης, βγάζουν τα πράσινα φυλλώματά τους. Το καλοκαίρι ρίχνουν τη σκιά τους και προσφέρουν ξεκούραση στους περιπατητές. Λόγω της κατασκευής του κεντρικού δρόμου Γροίκου – Χώρας, το καλντερίμι προς το τέλος του είναι κατεστραμμένο και παραχωμένο. Στο ύψος , περίπου, του σημερινού γεφυριού, που περνά κάτω από τον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο, το καλντερίμι παλαιότερα έκανε διχάλα και χωρίζονταν σε δύο τμήματα : Το ένα κατέβαινε δεξιά – στη θέση που σήμερα έχει πάρει ο τσιμεντένιος δρόμος – και έφτανε ως την παραλία, και το άλλο προχωρούσε, αριστερά, διέσχιζε τους αγρούς και σταματούσε στο δρόμο που σήμερα οδηγεί στο λιμάνι. Το καλντερίμι αυτό διατηρείται σε κάποιο τμήμα του. (Κοντά στην περιοχή αυτή, προς τα αριστερά, βρίσκεται ο «Άης Γιώργη του Γροίκου», ένα από τα πιο αξιόλογα παλιά εκκλησάκια της Πάτμου. Στον « Άη Γιώργη του Γροίκου», που ήταν παλιό ησυχαστήριο, υπάρχουν ρώσικες εικόνες, ενώ η πόρτα της «Ωραίας Πύλης», φέρει παλιά αγιογραφημένα φύλλα. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου, γεμάτη τάματα, θεωρείται θαυματουργή ). Μικρότερα, πετρόκτιστα μονοπατάκια, επίσης, διακλαδίζονταν ανάμεσα στα χωράφια. Τα καλντεριμάκια αυτά, στη μεγαλύτερη τους έκταση, είναι σήμερα επιχωματωμένα ή κατεστραμμένα.

Στη διαδρομή μας θα ακολουθήσουμε το δεξιό, τσιμεντοστρωμένο τμήμα, και θα κατηφορίσουμε προς την παραλία, δεξιά του κόλπου.

Η περιοχή του Γροίκου ήταν παλαιότερα μια από τις πιο προικισμένες σε φύση περιοχές του νησιού, με μορφή καθαρά αγροτική: Ήταν γεμάτη από χωράφια, «κηπάρια» κι αμπέλια, και διάσπαρτες αγροικίες των κατοίκων της χώρας. « Όλος ο Γροίκος, ήταν ένας μεγάλος αμπελώνας» όπως χαρακτηριστικά λένε οι γεροντότεροι Πατινιώτες. Ας θυμηθούμε κάποιους αμπελουργούς: τον Γλαρά, τον Σταματάκη, τον Σπύρο Μπουρνή, τον Μανώλη Γρυλλάκη. Αμπέλια καλλιεργούσαν επίσης, στο κτήμα του «Άη Γιώργη του Γροίκου», ο Μάρκος Γαμπιέρης, δημογέροντας, μαζί με τη γυναίκα του κυρά Καλλιό, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν ιδιοκτησία της Μονής του Ιωάννη του Θεολόγου, οι οποίες τεμαχίστηκαν και παραχωρήθηκαν σε κατοίκους της Πάτμου.

Κατά τον Παναγιώτη Κρητικό (Πατμιακά Τοπωνύμια), η «Αγροικία», συνοικισμός που αναφέρεται από τον Πρόχορο, μαθητή του Ιωάννη του Θεολόγου, στο απόκρυφο κείμενό του – τοποθετείται στη σημερινή περιοχή του Γροίκου. (Αγροίκου – Γροίκου). Στο ύψωμα της περιοχής φαίνονταν παλαιότερα τα ερείπια αρχαίου συνοικισμού που αποτελούνταν από τα θεμέλια αρκετών κατοικιών κι ενός μεγάλου οικοδομήματος με ορθογώνιους λίθους. Όπως σημειώνει η Άννα Μαραβά ? Χατζηνικολάου, στο βιβλίο της για την Πάτμο, το 1957: «Μεγάλοι τετράγωνοι λίθοι από κτίσματα και δύο μικροί τοίχοι σώζονται ακόμα. Σε ένα σημείο, σκεπασμένο με πέτρες και χόρτα απλώνεται ένα ψηφιδωτό δάπεδο με λευκές ψηφίδες. Οι βοσκοί γύρω δείχνουν μια θέση, όπου είναι, καθώς λένε, «ένα μεγάλο πηγάδι με τέσσερις κολόνες μέσα, σκεπασμένο σήμερα». (Βλέπε: Άννα Μαραβά-Χατζηνικολάου, Πάτμος, Αθήνα, 1957, COLLECTION DE L’INSTITUT FRANCAIS D’ ATHENES, σελίς 20). Πιθανολογείται, πως ίσως να ήταν ιερό του Διός. Επίσης υπήρχαν υπολείμματα παλαιού βυζαντινού τείχους. Στο μέρος αυτό βρέθηκαν θραύσματα πήλινων αγγείων, και κεραμίδια.

Σήμερα ο Γροίκος δεν μας θυμίζει σε τίποτα την παλιά, αγροτική μορφή του. Αποτελεί οικισμό, κυρίως εξοχικό, και κατ’ επέκταση τουριστικό – είναι μια από τις τουριστικότερες περιοχές του νησιού -, με λίγες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και «κηπάρια», αφού το μεγαλύτερο, επίπεδο κομμάτι του και ορισμένες πλαγιές, έχουν οικοδομηθεί. Δυστυχώς, η ανυπαρξία πολεοδομικού σχεδιασμού αλλοίωσαν το φυσικό περιβάλλον μιας από τις ωραιότερες περιοχές του νησιού.

Καθώς κατηφορίζουμε τον τσιμεντένιο δρόμο, δεξιά και αριστερά, βλέπουμε πανσιόν και ξενοδοχεία, ενώ λιγοστές είναι οι κατοικίες, ορισμένες καλοφτιαγμένες και φροντισμένες, παλιές και καινούργιες, με αυλές και κήπους δεντροφυτεμένους. Ανάμεσα στα εναπομείναντα δενδροφυτευμένα χωράφια, πνοή προσφέρει στο Γροίκο, το μικρό, ιδιόκτητο αλσύλλιο, που συναντάμε στα δεξιά του δρόμου: φυτεύτηκε τη δεκαετία του ’60 από τον Αλέξανδρο Μπλουντάνη, καταστράφηκε από πυρκαγιά και ξαναφυτεύτηκε το 1971. Μέσα στο δασάκι βρίσκεται και το νεόκτιστο εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου (1988). ( Να αναφέρουμε πως στο Γροίκο βρίσκεται ένα ακόμα, νεόκτιστο εκκλησάκι ( του 2002), του Αγίου Θεοφάνη του Γραπτού).

Φθάνοντας στην παραλία, προχωρούμε δεξιά, και ακολουθούμε τον παραλιακό δρόμο που οδηγεί στην «Πέτρα». Από τον παραλιακό δρόμο βλέπουμε όλον τον κόλπο του Γροίκου ( από το 2011 ανήκει « στους ωραιότερους κόλπους του κόσμου» ), συναντάμε εξοχικά σπίτια, πανσιόν και εστιατόρια, και φτάνουμε στην όμορφη παραλία του «Κατελάνου». Σε ένα μικρό ύψωμα, στα δεξιά, βλέπουμε και το νεόκτιστο εκκλησάκι της «Παναγίας της Φυλαχτωμένης». (1996).

Η περιοχή της «Πέτρας» ή «Βράχος της Καλικατσούς», που συναντάμε στη συνέχεια, ήταν ως τα νεότερα χρόνια, όπως και ο Γροίκος, περιοχή αγροτική, με αμπέλια και κηπευτικά. Ας θυμηθούμε ορισμένους αμπελουργούς και κηπουρούς της «Πέτρας» : τον Μανώλη Γρυλλάκη, τον Δημήτρη Φέγγαρο, τον Μιχάλη Κωνσταντά, τον Γιάννη Μελιανό, που φρόντιζε τον αμπελώνα της Μονής του Θεολόγου. Ο Γιάννης Μελιανός φύτευε, επίσης, κηπευτικά και σουσάμι, ελιές και φιστικές. Μαζί με τον μοναχό Αρτέμιο Γαμπιέρη, είχαν φυτέψει ελιές στην Πέτρα, με το σκοπό να δημιουργήσουν ελαιώνα. Από τις ελιές αυτές λίγες απομένουν. Σήμερα στα κτήματα της Μονής γίνεται προσπάθεια καλλιέργειας νέου αμπελώνα.

Η Πέτρα ή βράχος της Καλικατσούς, – ηφαιστιογενής βράχος, που δημιουργήθηκε, κατά την τελευταία ηφαιστειακή δραστηριότητα, πριν από 3,5 εκατομμύρια χρόνια – ονομάστηκε Καλικατσού, γιατί πάνω στο βράχο και στον υγροβιότοπο που σχηματίζεται τους χειμερινούς μήνες, φωλιάζουν πουλιά, μεταξύ αυτών «καλικατσούδες» (γιαλόπαπιες). Η Πέτρα είναι μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές περιοχές της Πάτμου. Κατά τους ιστορικούς χρόνους , από το 1600 π.Χ. έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα , διαμορφώθηκε σε υπαίθριο ιερό, πιθανόν της Αφροδίτης ( κατά τον Bat), με συνεχή λατρεία ως τους χριστιανικούς αιώνες , οπότε χρησιμοποιήθηκε από τους ασκητές, ως ερημητήριο. Στα πόδια του βράχου μέσα στη θάλασσα, υπάρχουν τα λείψανα παλαιοχριστιανικού ναού της Παναγίας της Φυλακτωμένης, καθώς και παλαιού λιμανιού. Κατά τον Bat επίσης, το σχήμα του βράχου αλλοιώθηκε από κεραυνό. Κατά την Άννα Μαραβά-Χατζηνικολάου, πιθανόν η Καλλικατσού να ήταν ιερό της Αρτέμιδος. Αυτό η συγγραφέας το συμπεραίνει από την επιγραφή που βρέθηκε στη Μονή του Ιωάννη του Θεολόγου: « Πάτνος, νήσος αγαυοτάτη Λητωΐδος …βένθεσιν ειν αλίης έδρανα ρυόμενη…». ( «Πάτμος, ιερώτατο νησί της Λητωίδας που έχει κατοικίες στα Βάθη της θάλασσας…»). Πιθανόν , μας λέει η συγγραφέας : « τα έδρανα αυτά στη θάλασσα να είναι οι λαξευμένες εσοχές κάτω από μεγάλο βράχο, η και ο βράχος ο ίδιος, που εισχωρεί στη θάλασσα, στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού και λέγεται σήμερα Πέτρα ή Καλλικατσού. Πάνω στο βράχο υπάρχουν λαξευτά σκαλοπάτια και ρείθρα, εργασμένα με επιμέλεια, όπως και λαξευμένες μεγάλες οπές. Παλαιότεροι ερευνητές περιγράψανε τα λαξεύματα αυτά ως υπολείμματα της κλασσικής εποχής, χωρίς να καθορίσουν τον προορισμό τους. Τα θεωρούν βάσεις για αγάλματα ή τάφους» ( Άννα Μαραβά ? Χατζηνικολάου, ως άνω ). Μεταξύ των αρχαιολογικών ευρημάτων που χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1100 π.Χ) είναι χονδροειδής κεραμική και εργαλεία από Μηλιακό οψιδιανό. Η περιοχή είναι προστατευόμενη από την Αρχαιολογία Δωδεκανήσου.

Στη συνέχεια της διαδρομής προς το «Διακόφτι», ακολουθούμε το παραλιακό μονοπάτι που ξεκινά από τη θέση «Πλακί», του ευρύτερου χώρου της Πέτρας. Την Άνοιξη τα χωραφάκια της περιοχής είναι γεμάτα αγριολούλουδα, που μας καλούν σε ωραίους, μυρωμένους περιπάτους. Το μονοπάτι, αν και σε ορισμένα σημεία γίνεται κακοτράχαλο, είναι βατό. Στη διαδρομή του συναντάμε μικρούς κολπίσκους με άμμο και βότσαλα που, μαζί με το «Πλακί», συγκαταλέγονται στις γραφικότερες παραλίες του νησιού. Επίσης, έχουμε υπέροχη θέα προς τον κόλπο της «Πέτρας» ή «Κόλπο του Τράγου», κατά τον Μιχάλη Μαλανδράκη, Πάτμιο λαογράφο. Η ονομασία λέγεται πως προήλθε από το νησάκι «Τραγονήσι» – που απλώνεται από την είσοδο προς το Γροίκο και ως το Διακόφτι – και τα κατσίκια που τα βλέπουμε από το μονοπάτι να σκαρφαλώνουν τους λοφίσκους του και να λιάζονται στις μοναχικές παραλίες του.

Φτάνοντας προς το τέλος της διαδρομής μας , αντικρίζουμε το «Διακόφτι», και την περιοχή που παλαιότερα ονομαζόταν «Τάβλα του Διακοφτιού» ή «Τάβλα του Σταυρού», τη σημερινή θέση του Ταρσανά. Η «Ταβλα του Διακοφτιού» ήταν ένας μεγάλος αμπελώνας, που έβγαζε τα καλύτερα σταφύλια του νησιού, μετά από αυτά του Κάμπου. Τα αμπέλια του «Διακοφτιού» τα κλάδευαν και τα μπόλιαζαν οι «Καμπιώτες», κυρίως, ο Γάννης Κοντογιάννης (ο Μπούκος ). Όλα τα αμπέλια «κάηκαν» από το παλιρροϊκό κύμα του σεισμού του 1956. ( Ο σεισμός έγινε μεταξύ Αμοργού και Σαντορίνης ).

Το μονοπάτι αφήνει πίσω του τη μικρή παραλία με τα αρμυρίκια και το λιμάνι του Διακοφτιού, τα μικρά εξοχικά σπιτάκια και τον ταρσανά, και προχωρά προς το «Σταυρό». Πάνω στον στενό ισθμό του «Διακοφτιού», που μοιάζει να χωρίζει το νησί – εξ ου και το όνομα : «Διακόφτι» ή «Διακόπτι» – βρίσκεται το παλαιότατο εκκλησάκι του Σταυρού. Το πανηγύρι ανήμερα της γιορτής, (14 Σεπτεμβρίου) παρότι ο χρόνος στο πέρασμά του έσβησε πολλά από τα παλιά έθιμα, προσελκύει πολύ κόσμο, ντόπιους και ξένους. Το μονοπάτι από εδώ διακλαδίζεται προς την «Ελιά» και την «Ψιλή άμμο».

Σταυρός – Ψιλή Άμμος – Σταυρός

Από τον όρμο του Σταυρού ξεκινά αυτή η διαδρομή, που είναι η συνέχεια αυτής που διανύσαμε μέχρι το Διακόφτι. Ο όρμος πήρε το όνομά του από το εκκλησάκι του Σταυρού, που βρίσκεται πάνω στο στενό ισθμό του «Διακοφτιού». ( Βλέπετε: Μονοπάτια Πάτμου, Χώρα – Γροίκου – Διακόφτι).

Ο όρμος του Σταυρού, που τον αποτελούν δύο παραλίες ( του Σταυρού και των Αλυκών του), ήταν παλαιότερα το τρίτο σημαντικότερο λιμάνι της Πάτμου και το χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα οι πειρατές. Την παρουσία τους στην περιοχή μας θυμίζει μια παράδοση της Πάτμου: Την παραμονή της γιορτής του Σταυρού, μετά τον εσπερινό, κι ενώ είχε αρχίσει το καθιερωμένο πανηγύρι, ήρθαν στο λιμάνι οι φούστες ( τα πειρατικά καράβια). Εκείνη την ώρα πολλές κοπέλες έσερναν τον χορό με τη συνοδεία λύρας. Τις είδαν οι πειρατές, κρύφτηκαν και περίμεναν για να τις συλλάβουν. Ο λυράρης τους αντιλήφθηκε και κατάλαβε πως οι κοπέλες κινδύνευαν. Άρχισε τότε να τραγουδά αλληγορικά : «Για χορεύετε κοπέλες / ώσπου που νάβγει το φεγγάρι, / και σαν έβγει το φεγγάρι / θα ‘στε στο γιαλό χωμένες / στη γουλέτα ξαπλωμένες». Οι κοπέλες έτρεξαν τρομαγμένες μέσα στο εκκλησάκι και άρχισαν να παρακαλούν για τη σωτηρία τους. Τότε, κατά την παράδοση, άνοιξε ο τοίχος πίσω από το Ιερό Βήμα και από κει κατάφεραν να φύγουν και να φθάσουν τρέχοντας στη Χώρα. Ο λυράρης για να καλύψει τη φυγή τους και να τους δώσει χρόνο, συνέχιζε να παίζει με τη λύρα.

alikes2Όταν οι πειρατές κατάλαβαν πως οι κοπέλες είχαν διαφύγει, για εκδίκηση σκότωσαν τον λυράρη. Μιας και αναφέραμε αυτήν την παράδοση, ας θυμηθούμε, μέρος, του λαϊκού τραγουδιού της Πάτμου « Ο σιανός ποταμός», που σίγουρα θα χόρευαν και θα τραγουδούσαν οι κοπέλες της παράδοσης : «Ω Σταυρέ του Διακοφτιού με τα πολλά καντήλια / φύλαγε την αγάπη μου να σου τα κάμω χίλια». Στο λιμάνι του Σταυρού αγκυροβολούσαν και οι Ενετοί, τους χειμερινούς μήνες, κατά τους Βενετοτουρκικούς πολέμους. ( Παναγιώτης Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια»). Στην περιοχή του Σταυρού, πάνω στο «Βουνάρι του Διακοφτιού ή του Σταυρού», σύμφωνα με τον περιηγητή Guerin, υπήρχαν υπολείμματα βυζαντινών κτισμάτων, και ο ίδιος είχε βρει και τμήμα αρχαίας στήλης.

Σήμερα μπροστά στον όρμο υπάρχει ένα ανοιχτό πλάτωμα – « η Ταύλα του Σταυρού» όπως ονομαζόταν – που την Άνοιξη είναι γεμάτο με αγριολούλουδα. Μικρά, επίσης, τμήματά του καλλιεργούνται και στη άκρη του υπάρχουν λιμνάζοντα νερά. Στην περιοχή συναντάμε περιποιημένα κτήματα – ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής του Θεολόγου, που σήμερα, τα περισσότερα, είναι ιδιόκτητα – γραφικά αγροτόσπιτα με καλλιέργειες κηπευτικών, οπωροφόρα και καλλωπιστικά δέντρα και αμπέλια. Οι αμπελοκαλλιεργητές παράγουν και καλό κρασί. Στη συνέχεια των κτημάτων υπάρχει ελαιώνας που φτάνει ως τους πρόποδες του βουνού. Όλη αυτή η έκταση αποτελούσε ένα κτήμα το «Κτήμα του Τέμπλου», ονομασία που προήλθε από τον καλλιεργητή και μοναχό της Μονής – τον μοναχό Τέμπλο – ο οποίος φύτεψε και τον αμπελώνα. Μέσα στα κτήματα βρίσκονται και δύο νεόκτιστα εκκλησάκια, το ένα αφιερωμένο στους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη και το άλλο στον Άγιο Φανούριο.

Ο Σταυρός (και το Διακόφτι) ήταν μεταξύ των περιοχών που έβρισκαν τα υλικά τους οι καλαθοποιοί της Πάτμου, βούρλα, κυρίως , λυγαριές και «ράπες» (στάχυα ). Παρεμπιπτόντως να αναφέρουμε πως η βιοτεχνική της καλαθοπλεκτικής δεν υστερούσε των άλλων νησιών, και εξασκείτο στην Πάτμο ως δευτερεύον επάγγελμα, από τεχνίτες καλαθοπλέκτες, που είχαν ως κύριο επάγγελμα την γεωργία. Μαζί με την καλλιέργεια των αμπελιών, των κηπευτικών, του σταριού και του κριθαριού ( τα «γεννήματα», όπως ονομάζονται), έφτιαχναν «φουκάδια» και καλάθια που τα χρησιμοποιούσαν για τα προϊόντα τους.

Όπως είπαμε στην περιγραφή της διαδρομής, Χώρα – Γροίκου – Διακόφτι, το μονοπάτι από εδώ διακλαδίζεται προς την «Ελιά» και την «Ψιλή άμμο»: Για την «Ψιλή Άμμο» υπάρχουν δύο διαδρομές. Η πρώτη – η συντομότερη, ευκολότερη και γνωστή – ακολουθεί το μονοπάτι που προχωρά παράλληλα με την θάλασσα του όρμου του Σταυρού, και βλέπει, δεξιά, τις Αλυκές, το Κουβάρι και το Γένουπα. Αυτή τη διαδρομή θα την ακολουθήσουμε στην επιστροφή μας στο Σταυρό. Η δεύτερη ακολουθεί, αρχικά, τη διαδρομή προς την Ελιά, και στη συνέχεια, μέσω της χερσονήσου «Διακόφτι», φτάνει στη Ψιλή Άμμο.

Σκοπός της διαδρομής αυτής είναι η μια θεαματική περιήγησή στη ράχη της χερσονήσου, που αποτελεί το νοτιότερο τμήμα του νησιού της Πάτμου. Η μαγευτική και ονειρική αυτή περιοχή, είναι από τις μοναδικές χωρίς δόμηση. Στη διαδρομή αυτή θα απολαύσουμε την υπέροχη φύση, τα άγρια τοπία της χερσονήσου και την πανοραμική θέα του νησιού, θα αντικρύσουμε τα κοντινότερα νησιά και τις Μικρασιατικές ακτές. Η διαδρομή δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο, παλιό μονοπάτι: προχωρεί μέσα από ορισμένα, σχεδόν, σχηματοποιημένα μονοπατάκια και, στο μεγαλύτερο μέρος της, από κατσικόδρομους

Σημείο εκκίνησης μας είναι ο δρόμος που οδηγεί στο εκκλησάκι του Σταυρού και προχωρεί δεξιά του ταρσανά, προς τα γραφικά σπιτάκια της περιοχής. Από δω αντικρίζουμε την κορυφή του βουνού, «Πετρινόλη», τη δεύτερη ψηλότερη κορυφή της χερσονήσου, με 235 μέτρα υψόμετρο, και τον πετρόχτιστο τοίχο, που διασχίζει τις ράχες, και χωρίζει στα δύο τη χερσόνησο. Ο τοίχος αυτός χώριζε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις από τα βοσκοτόπια – εξ ου και η ονομασία του « κλείσματα» – που κάθε δύο -τρία χρόνια, καλλιεργητές και βοσκοί, αντικαθιστούσαν τη χρήση τους. Καθώς μας λένε όσοι γνωρίζουν τη περιοχή, η Χερσόνησος του Διακοφτιού ήταν παλαιότερα γεμάτη με «φίδες» (είδος κυπαρισσιού). Από τις «φίδες» έφτιαχναν στην Πάτμο τις τράβες και τα «σκάλεθρα» των σπιτιών. Σήμερα οι «φίδες», έχουν εξαφανιστεί από όλο το νησί. Παλαιότερα επίσης στις ράχες και τα πλατώματα των βουνών, καλλιεργούσαν φάβα (μια από αυτές τις περιοχές είναι ο «Καρβουνόλακας», που βρίσκεται κοντά στον« Κάβο της Καλάνας», η δε ονομασία της προήλθε από την παρασκευή ξυλανθράκων) και βίκους (τροφή για τα ζώα). Σήμερα, στη μεγαλύτερη έκτασή της η χερσόνησος είναι γεμάτη με «αστοιβές» και «αχινοπόδια».

Αφού περάσουμε τα σπιτάκια και τον ταρσανά, προχωρούμε στο μονοπάτι, που βρίσκεται πάνω από τη θάλασσα, παράλληλα με την ακτή. (Το ίδιο μονοπάτι οδηγεί στην Ελιά και στις Αλυκές της και είναι εύκολο στη διαδρομή του). Στη συνέχεια – μετά την πόρτα προφύλαξης των κατσικιών – ανηφορίζουμε προχωρώντας, σιγμοειδώς, σε ένα, σχεδόν, σχηματοποιημένο μονοπατάκι , προς τα βράχια που βλέπουμε να υψώνονται μπροστά μας. Αριστερά μας έχουμε την Ελιά με τα περιποιημένα χωράφια της – η θέα προς την Ελιά είναι ένα από τα γοητευτικότερα τοπία της διαδρομής – ενώ το μονοπατάκι περνά συχνά μέσα από κάθετα βράχια. Η διαδρομή συνεχίζεται, είτε δεξιά είτε αριστερά των βράχων, για να φτάσει στη ράχη του λόφου.

Ως εδώ περπατάμε ξεκούραστα: Το μονοπάτι είναι σχηματοποιημένο ανάμεσα στις « αστοιβές», στα «αχινοπόδια» και στα βράχια. Η ομορφιά της περιοχής είναι μοναδική, ειδικά τώρα, εποχή της άνοιξης, που όλα ανθοφορούν. Παντού υπάρχουν σκορδούλες ( στην Πάτμο τις χρησιμοποιούσαν για το «μάτι») και μικρούτσικα, έρποντα αγριολούλουδα, με ανθάκια, μωβ και κίτρινα, που φυτρώνουν παντού, όπου βρουν χώμα, ενώ στη διαδρομή συναντά ο πεζοπόρος μικρά ρυάκια να σιγοτρέχουν ανάμεσα στα βράχια. Η θέα είναι μαγική : Κάτω βλέπουμε το Γένουπα, τη Χώρα, τον προφήτη Ηλία, και καταπράσινες τοποθεσίες που ανθίζουν οι πρώτες μαργαρίτες. Ανεβαίνοντας προς τα βράχια, – κάποια είναι σαν σκαλοπάτια και μας διευκολύνουν το ανέβασμα – βρισκόμαστε ακριβώς στη ρίζα του λόφου. Ανάμεσα στα βράχια φυτρώνουν οι ασφόδελοι και οι σκορδούλες. Οι ίδιοι οι βράχοι υπερέχουν, με τα σχήματα και τα χρώματά τους. Τώρα απολαμβάνουμε τη μοναδική θέα προς το Διακόφτη, το Γροίκο, Τραγονήσι. Η μέρα είναι ηλιόλουστη και η ήρεμη θάλασσα αφήνει τον βυθό να διαφαίνεται γύρω από τις παραλίες. Από αυτό το εξαιρετικό σημείο έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε και πάλι την Ελιά, ενώ σε κάθε ανέβασμα τα τοπία και οι εικόνες συνεχώς εναλλάσσονται. Μόλις περάσουμε τα βράχια υπάρχει ένα πλάτωμα που μπορούμε να ξεκουραστούμε και να απολαύσουμε την εξαίσια θέα.

Στη συνέχεια της διαδρομής, το περπάτημα γίνεται πάνω στη ράχη του βουνού «Πετρινόλη»: Είτε από κατσικόδρομους που τους ανεβαίνουμε αριστερά της ράχης, είτε προχωρούμε πάνω στη ραχοκοκαλιά του βουνού. Αν διαλέξουμε τη ραχοκοκαλιά, στην αρχή η διαδρομή είναι πιο ήπια και σταδιακά εντελώς ανηφορική, ενώ βαδίζουμε σε απίθανες πλαγιές ως να φτάσουμε στην κορυφή. Καθώς πλησιάζουμε , αυτό, το ψηλότερο σημείο της διαδρομής, έχουμε την εντύπωση πως περπατάμε σε αλπικά λιβάδια! Απίστευτο, για τόσο μικρό υψόμετρο. Εδώ η θέα σου κόβει την ανάσα. Όλο το νησί της Πάτμου είναι μπροστά μας. Τα μέρη τα ξέρουμε, είναι γνωστά, αλλά από εδώ τα βλέπουμε από άλλη οπτική γωνία, σχεδόν υπερβατική. Χώρα, Γροίκος, Προφήτης Ηλίας, Γένουπας. Βορράς, Ανατολή, Δύση , Νότος : υποκλινόμαστε σε όλο το νησί, στο νησί που χτυπά η καρδιά του Αιγαίου.

Από την κορυφή του «Πετρινόλη» ο ορίζοντας απλώνεται με απίστευτη μεγαλοπρέπεια. Μας είναι δύσκολο να αποσπάσουμε το βλέμμα μας από τα υπέροχα τοπία, και αισθανόμαστε αγαλλίαση μπροστά σ’ αυτήν την απαράμιλλη ομορφιά. Από εδώ αντικρίζουμε τις κορυφές του «Πρασόβουνου», του «Κόκκινου βουνού», του «βουνού της Γλύμμενας», του «Τραοβούναρου», του βουνού «Διακόφτι, από το οποίο πήρε το όνομά της η χερσόνησος. Το βουνό «Διακόφτι» είναι το τρίτο ψηλότερο βουνό της Πάτμου, με υψόμετρο 243 μέτρα. ( Το ψηλότερο σημείο του νησιού είναι ο «Προφήτης Ηλίας», με υψόμετρο 269 μέτρα και ακολουθεί στα νοτιοδυτικά ο «Γένουπας» με 252 μέτρα).

Τώρα βλέπουμε να διαγράφεται, καθαρά πλέον, και ο πετρόχτιστος τοίχος, τα «κλείσματα», της χερσονήσου «Διακόφτ». Από εδώ η διαδρομή συνεχίζει μια ήπια κατάβαση πάνω στη ράχη της χερσονήσου. Ενώ κατηφορίζουμε παράλληλα με τον τοίχο, παντού, ανάμεσα στα βράχια βλέπουμε ασφόδελους και σκορδούλες, σε μεγάλα μπουκέτα, που, καθώς φαίνεται, ευδοκιμούν στη χερσόνησο του Διακοφτιού. Πουθενά δεν συναντάμε δέντρα, για να μας προσφέρουν τη σκιά τους, παρά μόνο λίγα βράχια. Περνάμε τον τοίχο από ένα άνοιγμά του, και προχωράμε ράχη – ράχη. Δεν αφήνουμε τη ράχη παρά μόνο για να παρακάμψουμε κάποιους βράχους που εμφανίζονται μπροστά μας, μέχρι την τελευταία κορυφή. Στις ράχες των βουνών βόσκουν αγριοκάτσικα.

Το τοπίο είναι μεγαλειώδες. Κοιτάζοντας προς το νότο, βλέπουμε νησιά να διαγράφονται μέσα στο φως που τα θαμπώνει. Ο ουρανός είναι ασυννέφιαστος, και κάπου – κάπου βλέπουμε να στέκονται μικρά συννεφάκια, σημάδια της παρουσίας των νησιών. Γύρω μας δεν ακούμε παρά μόνο τη σιωπή. Σιωπούμε κι εμείς για μην την ταράξουμε.

Ενώ συνεχίζουμε να κατηφορίζουμε, σε κάποια σημεία η κατάβαση δυσκολεύει και απαιτείται η χρήση βοηθητικών «μπατόν», καθώς το έδαφος γίνεται ιδιαίτερα ολισθηρό και χρειάζεται προσοχή. Η ράχη αυτή οδηγεί προς την κοιλάδα της Ψηλής Άμμου. Μπαίνοντας στη ρεματιά, που ξεκινά από το «Αλιφασκοβούναρο» , κατηφορίζουμε προς το ποτάμι. Το «Αλιφασκοβούναρο» πήρε την ονομασία του από το φυτό ελελίφασκος ο τρίλοβος (salvia trilova), που αφθονεί στα υψώματά του. Στην Πάτμο λέγεται αλισφακιά ή αλιφασκιά και φασκομηλιά. Κοντά, πάνω ακριβώς από την Ψιλή Άμμο, υπήρχαν παλαιότερα χαρουπιές, εξ ου και η ονομασία «Χαρουπιές» της περιοχής.

Το τοπίο είναι καταπληκτικό, με βράχια υπέροχα, γεμάτα χρώματα, κόκκινα, ροζ, κίτρινα, ενώ οι σχοινιές, η θρύμπη και τα φασκόμηλα, σκορπίζουν τα αρώματά τους. Πέρδικες κάθονται στις σχοινιές, εποπτεύουν και, φρρρτ, πετάνε και χάνονται μέσα στους μικρούς λόφους. Απέναντι βλέπουμε τη θάλασσα και το βουνό του Γένουπα. Ακολουθούμε το ποτάμι, μέχρι την άμμο που εισχωρεί στην κοίτη του, δημιουργώντας μικρούς αμμόλοφους. Πάνω στην άμμο βλέπουμε να σχηματίζονται τα χνάρια των πουλιών! Προσέχουμε να μη τα σβήσουμε, όπως προσέχουμε να μη πατήσουμε τα μικρά, μικρούτσικα μωβ ανθάκια, που αφθονούν στις σχισμάδες των βράχων, στις άκριες του ποταμού. Μόλις περάσουμε τους «αμμόλοφους» βγαίνουμε στην ωραιότατη παραλία της Ψιλής Άμμου, με τα αρμυρίκια να τη σκιάζουν, που είναι έρημη αυτήν την εποχή. Η εκπληκτική εμπειρία μας από την περιήγηση, μας κρατά άφωνους. Δεν υπολογίζονται οι δυσκολίες της, ούτε καν συγκρίνονται με τις άπειρες οι χαρές που μας έδωσε, τόσες, ώστε γρήγορα επιθυμούμε να την επαναλάβουμε.

Στην παραλία της Ψηλής Άμμου ξεκουραζόμαστε, κολυμπάμε στα όμορφα, πρασινογάλαζα νερά της, και πριν μετατραπεί η μαγεία σε θύμηση, ξεκινάμε για την επιστροφή μας στο Σταυρό. Η απόσταση που θα διανύσουμε για να φτάσουμε στο σημείο εκκίνησης (εκκλησάκι του Σταυρού) είναι περίπου 2 χιλιόμετρα και χρειαζόμαστε 25 με 30 λεπτά.

Διασχίζουμε την παραλία και κατευθυνόμαστε εσωτερικά, ανηφορίζοντας στην πλαγιά του λόφου, ελικοειδώς. Μόλις φτάσουμε στο ύψωμα όπου υπάρχουν παλιές στάνες, το μονοπάτι κατηφορίζει με ελαφρά κλίση και σε πολλά σημεία του είναι οριζόντιο ή επίπεδο και εμφανέστατο. Παντού κι εδώ, φυτρώνουν οι σκορδούλες, και το μονοπάτι είναι γεμάτο με τα μικρά, υπέροχα, μωβ και κίτρινα ανθάκια.

Κατηφορίζοντας το μονοπάτι εμφανίζεται μπροστά μας η «Μικρή Ψηλή Άμμος», παραλία, μεταξύ του Κάβου του «Κουρτέση» και της θέσης «Καραβοστάσι» ή «Καραβοστάσια». Εδώ επισκευάζονταν παλιότερα τα πλοία. Μια μοναχική αγριοαχλαδιά, ανθοφορεί και στολίζει το τοπίο. Απέναντι βλέπουμε το «Γένουπα» και το λατομείο, το «Κουβάρι» και τον «Προφήτη Ηλία». Το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία του Θεσβίτου και το ερημητήριό του, βρίσκεται στην ψηλότερη κορυφή της Πάτμου ( ήδη την αναφέραμε, στην αρχή της περιγραφής μας), σε μια θέση, επίσης εξαίσια, που αξίζει να την επισκεφτούμε. Το Κουβάρι είναι επίσης, μια πολύ όμορφη τοποθεσία, και στο λόφο του είναι χτισμένο ερημητήριο, με κτήτορα τον Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή. Οι ασκητές που ζούσαν εδώ καλλιεργούσαν ωραιότατους κήπους, οι οποίοι διατηρούνται μέχρι σήμερα : Ο Ι.Μ. Χατζηφώτης μας περιγράφει στο βιβλίο του «Πάτμος η Ιερή»: «Η γύρω περιοχή σε κλιμακωτά επίπεδα είναι φυτεμένη με δένδρα. Πορτοκαλιές, νεραντζιές, μανταρινιές, αχλαδιές, συκιές. Κλήματα και αμπέλια που δίνουν μαύρο και άσπρο σταφύλι. Τρέχει πλούσιο το νερό στο Κουβάρι». Το ερημητήριο είναι χτισμένο κοντά στο χείμαρρο «Βρύχουνα». ( Για τα ερημητήρια μπορείτε να ενημερωθείτε, διαβάζοντας το βιβλίο «Ερημίται της Πάτμου και ερημητήρια» της Ανθούσας Μοναχής ).

Σε όλη τη διάρκεια της επιστροφής μας στον όρμο του Σταυρού το απόκρημνο βουνό του Γένουπα, «σκιάζει» με την παρουσία του και την ιστορία του, τη διαδρομή: Κατά την παράδοση, την εποχή που ήρθε εξόριστος, από την Έφεσο στην Πάτμο, ο Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος, στο βουνό του Γένουπα, ζούσε μέσα σε μια σπηλιά, ο μάγος Κύνωψ ή Κύνωπας ( Σκυλομούρης) που στην Πάτμο σήμερα τον λένε «Κένεψη». Η σπηλιά που ζούσε μέχρι σήμερα ορίζεται ως «η σπηλιά του Γένουπα», ή « η σπηλιά του διαβόλου», κι είναι φανερό πως το όνομα «Γένουπας» είναι παραφθορά του «Κύνωπας». Ο Γένουπας καταγράφεται ως περιοχή με πολλά ηφαιστειογενή σπήλαια. Ένα από τα σπήλαια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, με τους σταλαχτίτες, τους σταλαγμίτες, και το αχανές βάθος του. Το σπήλαιο βρέθηκε τυχαία, μόλις το 2000, σε μία εκδρομή στην περιοχή, του πρώην Σχολάρχη της Πατμιάδας Σχολής, Ματθαίου Μελιανού, και ομάδας σπηλαιολόγων με επικεφαλή τον Νίκο Παπανικολάου. Κατά τους σπηλαιολόγους, δεν έχει βρεθεί στη Δωδεκάνησο σπήλαιο μεγαλύτερου βάθους. Η εξερεύνηση του σπηλαίου δεν συνεχίστηκε περαιτέρω. Στις πλαγιές του Γένουπα, επίσης, όπως μας λέει ο Παναγιώτης Κρητικός : «παρατηρούνται μέχρι σήμερον υπολείμματα θραυσμάτων αγγείων, προς την πλευράν της Αγίας Παρασκευής». Σε σπήλαιο του Γένουπα βρέθηκαν το 1898 από τον μοναχό Θεόκτιστο που πήγε να κατοικήσει εκεί, ανθρώπινα οστά, λύχνοι, δακρυδόχοι, λήκυθοι, και νομίσματα.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας και φθάνοντας στη θέση « Του Φαά η Βρύση», βλέπουμε πολλές βουρλιές, που υποδεικνύουν την ύπαρξη υπόγειων υδάτων. Ως τα πρόσφατα χρόνια στη θέση αυτή υπήρχε πηγή, με πόσιμο, τρεχούμενο νερό. Από το σημείο αυτό – ως και τα πρώτα σπιτάκια του όρμου – το μονοπάτι είναι σχεδόν επίπεδο. Περπατώντας συναντάμε μικρά μονοπατάκια που οδηγούν σε μικρές ακρογιαλιές. Τώρα εμφανίζονται απέναντί μας και οι Αλυκές του Όρμου του Σταυρού. Από τις Αλυκές έπαιρναν αλάτι οι Πάτμιοι, και, κυρίως, οι μοναχοί της Μονής. Οι Αλυκές ήταν επίσης περιοχή με αμπέλια (μαζί με το Διακόφτι και το Σταυρό), εξ ου και το όνομα «Αμπελάκι» σε τοποθεσία της περιοχής. Από εδώ έφευγαν για την Αλεξάνδρεια και την Οδησσό σταφύλια και τουλούμια με κρασί. Κοντά στο εκκλησάκι του Οσίου Χριστοδούλου και στο Ησυχαστήριο των Αλυκών βρισκόταν το πατητήρι. Τα αμπέλια αυτά καταστράφηκαν ( όπως και του Διακοφτιού), από το παλιρροϊκό κύμα του σεισμού του 1956. Στις Αλυκές υπάρχει και μικρός υγροβιότοπος με πάπιες, γραφικά σπιτάκια και περιποιημένα «κηπάρια». Ορισμένα από αυτά καλλιεργούν οι μοναχοί του Ησυχαστηρίου.

Στη συνέχεια το μονοπάτι κατηφορίζει μέχρι το ύψος της θάλασσας και καταλήγει παραλιακά στον όρμο.

ΒΑΓΙΑ – ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ – ΖΑΡΟΗ – ΚΑΘΙΣΜΑ ΑΠΟΛΛΟΥ – ΠΑΝΑΓΊΑ ΓΕΡΑΝΟΥ- ΛΙΒΑΔΙ ΝΤΕΛΑΠΟΘΗΤΟΥ – ΛΙΓΓΙΝΟΥ – ΒΑΓΙΑ

Τα μονοπάτια που θα ακολουθήσουμε σ’ αυτή τη διαδρομή – τη μεγαλύτερη του δικτύου διαδρομών της Πάτμου – θα μας οδηγήσουν σε περιοχές που θα μας χαρίσουν πλείστες συγκινήσεις. Η πορεία είναι κυκλική, με αφετηρία την περιοχή του Κάμπου «Κροντήρι» ( στο Κροντήρι υπήρχαν παλαιότερα «κοπάδια τα αγριοκούνελα» και «σμάρια οι πέρδικες», όπως σημειώνει η Αθηνά Ταρσούλη, στο βιβλίο της για την Πάτμο) και με ακριβές σημείο εκκίνησης, τη διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί στην Παναγία του Γερανού και στη Βαγιά ( απέναντι του δρόμου που οδηγεί στην παραλία της.

Το μονοπάτι στην αρχή ανηφορίζει σχετικά απότομα, και στη συνέχεια προχωρεί με μικρή κλίση εδάφους, και μας οδηγεί στον Άγιο Δημήτριο. Ο λόφος που αντικρίζουμε ανεβαίνοντας, όπως και όλη η περιοχή ως τον Άγιο Δημήτριο, τώρα, μήνα Μάρτη κι Απρίλη, είναι καλυμμένη από «κυσαρίδια» με λευκά άνθη. Τι θαύμα! Θαμπωνόμαστε μπροστά σ’ αυτήν την εξαίσια ομορφιά. Τον Μάιο, τη θέση τους θα πάρουν τα κυσαρίδια, με τα μωβ άνθη. Τώρα τα βλέπουμε αραιά, σαν πινελιές του μωβ, μέσα στο κατάλευκο. (Σύμφωνα με πληροφορίες, οι κορφές από τα « κυσαρίδια» με τα μωβ άνθη, είναι κατάλληλες για ρόφημα, ως φάρμακο για τα νεφρά ).

Καθώς προχωρούμε στο μονοπάτι, φθάνουμε σε συστάδα ψηλών βράχων, που μοιάζουν με κάστρο. Στις ρίζες τους υπάρχουν στάνες, («Οι στάνες του Γερανιώτη»), ενώ δεξιά και αριστερά, απολαμβάνουμε τη θέα του Κάμπου ως το «Χριστό», από τη μια μεριά, και της Βαγιάς, από την άλλη. Οι δύο αυτές περιοχές είναι από τις πιο εύφορες του νησιού – αντικρίζουμε τα καταπράσινα χωράφια με τα κηπευτικά και τα αμπελάκια και τα όμορφα εξοχικά σπίτια – και φημίζονταν παλαιότερα για τους αμπελώνες τους και το καλό κρασί τους. Η περιοχή του Κάμπου, είναι μια από τις σημαντικές αρχαιολογικές περιοχές του νησιού, αλλά ακόμα ανεξερεύνητη. Αρχαιολογικά κατάλοιπα βρέθηκαν κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Κήρυκου – ερείπια αρχαίου νεκροταφείου – στο δε εκκλησάκι της Παναγίας της Σχοινιώτισσας, επιγραφή ακρωτηριασμένη και από τις δύο πλευρές, πάνω σε μακρόστενη, λευκή πέτρα. Επίσης στο εκκλησάκι του Χριστού – από τα παλαιότερα εκκλησάκια, από τα πρώτα, μετά τον ερχομό του Οσίου Χριστοδούλου – υπάρχουν στο προαύλιο εντειχισμένα τμήματα μαρμάρων, που προέρχονται από παλαιότερο κτίσμα.

Την εποχή της ακμής του νησιού, ήταν θέρετρο των κατοίκων της Χώρας. Σήμερα η παραλία του Κάμπου και της Βαγιάς είναι από τις πιο τουριστικές του νησιού.

Κάτω από τις στάνες βλέπουμε το παλαιό εκκλησάκι της «Παναγιάς της Νειοχωρίτισσας», και δίπλα τα ερείπια δύο παλαιών καμινιών, τα «τσουκαλιά» ή «τζουκαλαριά» όπως ονομάζονταν στην Πάτμο. Παλαιότερα, όλη η περιοχή ονομαζόταν «Τσουκαλαριό», και υπήρχαν κεραμεία, στα βορειοανατολικά και στα νότια της εκκλησίας. Η ονομασία «Νειοχωρίτσσα» προήλθε από το «νέο συνοικισμό» που είχε ιδρυθεί από τους εργαζόμενους στα καμίνια.

Ανηφορίζοντας φτάνουμε στην περιοχή «Άνθρωποι» (πρόκειται για μεμονωμένα, όρθια βράχια που μοιάζουν με ανθρώπους), και προχωράμε, σχεδόν οριζόντια, από την πάνω μεριά, και δίπλα τους. Η φύση είναι μοναδική : τα κυσαρίδια, οι ασπάλαθοι, οι λαμπρές, μοσχοβολούν και μας τέρπουν. Φτάνοντας στο γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου, ξεκουραζόμαστε στην αυλή του και απολαμβάνουμε τη θέα προς το νότο: τη Χώρα, τον Προφήτη Ηλία, τα Σάψιλα, το Χιλιομόδι, και κάτω, την υπέροχη Βαγιά.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή, από τον Άγιο Δημήτριο στρίβουμε αριστερά, και ακολουθούμε το μονοπάτι που είναι σχεδόν οριζόντιο. Πιο κάτω το μονοπάτι δημιουργεί διχάλα : αριστερά πηγαίνει προς το «Χριστό» και δεξιά προς το «Κουμαρόδασο» και την «Λάμπη». Ακολουθούμε το δεξιό μονοπάτι. Στο σημείο αυτό, δε βλέπουμε καθόλου ανοιχτό ορίζοντα, μας περιτριγυρίζουν πανέμορφα βουνά. Παντού «κυσσαρίδια», ατέλειωτα, ανθισμένα κυσαρίδια. Το μονοπάτι τώρα κατηφορίζει. Απέναντι μας και προς τα δεξιά, βλέπουμε το «Χοντρό Βουνό» (υψόμετρο 228 μ.) που πήρε την ονομασία του από το μέγεθός του. («Πιάνει» από το Βουνό της Σαρδέλας ως και το Γερανό ).

Περνάμε τον «πόρο» (την πόρτα) της μάντρας που συναντάμε. Αριστερά μας εμφανίζεται ο όρμος της Λάμπης και το «Κουμαρόδασο». Δεξιά, στο ύψωμα, υπάρχουν βοσκοτόπια και στάνες. Ανηφορίζουμε προς τις στάνες. Από εδώ έχουμε απεριόριστη θέα προς το «Κουμαρόδασο» και τη Λάμπη, περιοχή με καλλιέργειες. Στον όρμο της Λάμπης, πάνω από τον Κόκκινο Κάβο, βλέπουμε τις ανεμογεννήτριες.

Το Κουμαρόδασο που αντικρίζουμε, από τα μοναδικά της πατρίδας μας, είναι ό, τι απέμεινε, από τα τρία δάση με κουμαριές που υπήρχαν στις περιοχές αυτές, από τη Λάμπη ως το Λιβάδι των Καλογήρων: Το «Μεγάλο Κουμαρό», το «Μικρό Κουμαρό» και το «Κουμαρό του Λιβαδιού». «Πυκνό δάσος από ψηλές σα δένδρα κουμαριές», μας περιγράφει τις περιοχές αυτές και η Αθηνά Ταρσούλη. Στη Λάμπη και προς το « Μεγάλο Κουμαρό» κατά τον λόγιο και Αρχιεπίσκοπο, Ιωσήφ Γεωργειρήνη (17ος αι.), υπήρχαν ερείπια της αρχαίας πόλης με την ονομασία «Πλατής Αιγιαλός». Η παραλία της Λάμπης είναι φημισμένη για τα χρωματιστά και λαμπερά της βότσαλα, (εξ ου και η ονομασία της ), που μοιάζουν σαν πολύτιμα πετράδια. Δυστυχώς, σήμερα, έχουν αρχίσει να εκλείπουν: χρόνο με το χρόνο, άσκεφτα, τουρίστες και ντόπιοι, παίρναμε τα πολύχρωμα βότσαλα, ως ενθύμιο ή προς χρήση. Κανείς δε φαντάστηκε το αποτέλεσμα. Πόσες χιλιάδες χρόνια θα χρειαστεί η φύση για να ξαναδημιουργήσει τόση ομορφιά;

Στη συνέχεια της διαδρομής, ανηφορίζουμε δεξιά, πάνω από τη στάνη που συναντάμε – ενώ αφήνουμε πίσω μας τον κόλπο της Λάμπης – και προχωρούμε, σχεδόν οριζόντια, από την εξωτερική πλευρά του Χοντρού Βουνού, στα αριστερά, ακολουθώντας την ακτογραμμή, και κατευθυνόμενοι προς τη Ζαρροή. Πριν συνεχίσουμε τη διαδρομή αυτή, μπορούμε, αν θέλουμε να ανεβούμε στην κορυφή του Χοντρού Βουνού: στην πρώτη διχάλα μονοπατιών που θα συναντήσουμε, κάνουμε δεξιά (αντί για αριστερά που πάει η διαδρομή) και σε 20 λεπτά βρισκόμαστε στην κορυφή του βουνού, με απεριόριστη θέα σε όλη την Πάτμο, και τα γύρω νησιά. Τώρα, που είναι άνοιξη, όπως και το καλοκαίρι, η φύση γύρω μας, ολόφωτη, χαμογελά. Το χειμώνα όμως, το τοπίο αλλάζει: Πάνω στην κορυφή φυσομανούν οι άνεμοι και μας τραβούν στον ξέφρενο χορό τους. Τότε να δείτε τη μεγαλόπρεπη, ομορφιά της Πάτμου!

Ενώ προχωρούμε, βλέπουμε στο βάθος τα νησιά, Σάμο, Φούρνους, Αρκιούς, και μπροστά μας, « Του Μπαλάμου τα νησιά» ,( βραχονησίδες της Πάτμου), και πίσω μας στο βάθος, την Ικαρία και την Άνυδρο. Το μονοπάτι είναι σχεδόν οριζόντιο. Η περιοχή κι εδώ είναι γεμάτη με κυσσαρίδια και λαμπρές, αστιβές και αγριοπούρναρα, θρύμπι και ρίγανι, που ανθοφορούν. Το Χοντρό Βουνό είναι φημισμένο για τη θαυμάσια ρίγανή του. Μια στιχοπλοκία του νησιού, μας το θυμίζει: «Ρίγανη απ’ το Χοντρό βουνό θα βάλω στο αυτί μου / για να τιμώ τη ρίζα μου και την καταγωγή μου».

Συνεχίζοντας τη διαδρομή, κατηφορίζουμε για λίγο και κατόπιν προχωρούμε ίσια. Ο κατσικόδρομος είναι εμφανέστατος, και προχωρεί ανάμεσα από αστοιβές και ρίγανη. Σε μερικά σημεία χάνεται (είναι σκεπασμένος από τους θάμνους ) αλλά γρήγορα τον βρίσκουμε και πάλι. Οι πλαγιές του βουνού και οι ακτές της θάλασσας κρατούν το βλέμμα μας. Ενώ περπατάμε, βλέπουμε από ψηλά την παραλία της Ζαρροής και αρχίζουμε να κατηφορίζουμε, στο ύψος των νησιών του «Μπαλάμου». Πλησιάζοντας την παραλία, μπροστά μας συναντάμε έναν πετρόχτιστο τοίχο, τον προσπερνάμε, και στα δεξιά, πάνω στο χείμαρρο, που κατεβαίνει προς τη θάλασσα, αντικρίζουμε τα ερείπια πυργίσκου. Θα ήταν παράληψη να μην πάμε ως εκεί : Η τοποθεσία είναι εξαιρετική. Σκαλοπάτια πέτρινα οδηγούν από το χείμαρρο στο οίκημα , που οι γκρεμισμένοι τοίχοι του σχηματίζουν μικρά δωμάτια. Εξωτερικά υπάρχει περίβολος, στέρνα και πατητήρι. Πρόκειται για το παλιό ασκηταριό της Ζαρροής: Το 1875 «ο ερημίτης της Πάτμου» Θεόκτιστος, κατοικεί στα «Θερμιά» και κατόπιν στη Ζαρροή, που ήταν τότε τόπος με άφθονα νερά (Ζα-ροή) και γόνιμη γη. Εδώ καλλιεργεί αμπέλι που θα γίνει το καλύτερο της περιοχής. Οι αμπελουργοί του Κάμπου έρχονται να το θαυμάσουν. Σήμερα, αυτό που αντικρίζουμε, εκτός από τους θαμνώνες, είναι μια παραμελημένη, άγονη γη. Δεν υπάρχουν ούτε οι συκιές, με τα νοστιμότατα, κόκκινα σύκα, που ως τα πρόσφατα χρόνια, οι κάτοικοι του Κάμπου, έφθαναν μέχρι εδώ, για να τα προμηθευτούν.

Αφού απολαύσουμε τα όμορφα νερά της παραλίας, συνεχίζουμε τη διαδρομή με προορισμό την περιοχή του «Απωλλού». Το μονοπάτι ανηφορίζει ανάμεσα σε βράχους και είναι ευκρινέστατο. Στη συνέχεια στενεύει (μόλις που χωρά ένας άνθρωπος) και προχωρά, ανάμεσα στην απότομη ράχη του βουνού, και τη θάλασσα, στο χείλος γκρεμού(!), σχεδόν σε όλη τη διαδρομή, ως του Απωλλού. Η ομορφιά της περιοχής είναι ανεπανάληπτη (κάτω, στο βάθος του γκρεμού, βλέπουμε μικρές, μοναχικές παραλίες ) αλλά είναι απαραίτητη η απόλυτη προσοχή μας κατά τη διαδρομή, μιας και σε ορισμένα σημεία, το μονοπάτι είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Γενικά, το μονοπάτι είναι ασφαλές, αλλά είναι καλύτερα να αποφεύγεται από τους υψοφοβικούς και τους ακροφοβικούς. (Αν μιλήσω για μένα: η αδρεναλίνη μου είχε ανέβει στα ύψη, το ίδιο και οι παλμοί της καρδιάς μου. Οι υπόλοιποι της συντροφιάς, το διάβηκαν με σιγουριά). Αν δεν θέλουμε να ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, υπάρχει και ένα δεύτερο επάνω στο ύψωμα, που ξεκινά, επίσης από τη Ζαρροή, αλλά ο δρόμος είναι μακρύτερος.

Το μονοπάτι μας βγάζει πάνω από το «Κάθισμα του Απολλού» – παλιό Ασκηταριό – και το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων. Η τοποθεσία παλιότερα ονομαζόταν «Θερμιά». Στον τόπο αυτό αισθανόμαστε την πνευματική δύναμη του μοναχού Απολλώ (ο μοναχός Απολλός ήρθε στην Πάτμο το 1820 ), και όλων των ησυχαστών που ασκήτεψαν εδώ, ενώ η φύση και η θέα προς το πέλαγος γαληνεύει την ψυχή μας. «Άσυλο ηρεμίας και γαλήνης, ιερό καταφύγιο», ονομάζει και η Αθηνά Ταρσούλη τούτο τον τόπο, με τις πηγές, τα περιβόλια, τους λαχανόκηπους και τις συκιές. Στο κτήμα του Καθίσματος, τα ωραία χωραφάκια διατηρούνται μέχρι σήμερα, από τους μοναχούς της Μονής του Ιωάννη του Θεολόγου. Στου «Απολλού» υπάρχουν δύο θερμές πηγές, που όταν κρυώσει το νερό τους, γίνεται πόσιμο. Καθώς μας βεβαιώνει ο χημικός και λαογράφος Πάνος Κρητικός, στη μελέτη του «Θερμιά Πάτμου», η χημική σύσταση αυτών των νερών περιέχει αλκαλικά στοιχεία με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες. Μάλιστα, είναι μοναδικά για την θεραπεία των ρευματισμών και της αρθρίτιδας.

Απέναντι από του Απολλού βρίσκεται και η Λεμονού – το όνομα προήλθε, πιθανόν, από τις λεμονιές, που φύονταν παλαιότερα εδώ, όπως μας λέει ο Παναγιώτης Κρητικός, στα Πατμιακά Τοπωνύμια (από τον πατριάρχη Θεοφιλο σε επιστολή του στον Απολλώ, επιγράφεται :« προς τον εις το ακρωτήριον της Λεμονέας» ). Η περιοχή ταυτίζεται με τον «Τουρκολιμιώνα» – που αναφέρεται από τον Αρχιεπίσκοπο Γεωργειρήνη – και η ετοιμολογία του τοπωνυμίου, μάλλον προέρχεται από το έρημο της περιοχής και την χρησιμοποίησή του από πειρατές, και πάλι κατά τον Κρητικό.

Η διαδρομή από εδώ ενώνεται με τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, που οδηγεί στην Παναγία του Γερανού. Φθάνοντας στο Γερανό, μπροστά μας, πάνω στο μικρό λόφο, βρίσκεται η Παναγία του Γερανού. Αν θα συνεχίσουμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, βγαίνουμε στον ορμίσκο της «Πατελιάς» και στον ταρσανά. Στα δεξιά μας ξεκινά τσιμεντένιο μονοπάτι, που οδηγεί σε παραλίες και στο λιμανάκι του όρμου.

Ο Γερανός, σύμφωνα με τα ευρήματα, κατοικείτο από την αρχαιότητα ως τις αρχές της Βυζαντινής εποχής. Πιθανολογείται, πως ήταν η αρχαία πόλις «Κάρω», που αναφέρεται στο απόκρυφο κείμενο, «Πράξεις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, συγγράφοντος του αυτού μαθητού Πρόχορου». ( Κάρω: πόλις που απέχει «από σημείων δεκατριών μυρρινούσης». Από την απόσταση ο Παναγιώτης Κρητικός υποθέτει, ότι η πόλις αυτή είναι εκείνη που τα ερείπιά της φαίνονται κοντά στην Παναγία του Γερανού. Αυτό συμπεραίνει στο βιβλίο του «Περί Πάτμου» και ο V. Guerin). Πάνω στο λοφίσκο που σήμερα βρίσκεται η δισυπόστατη εκκλησία της Παναγιάς του Γερανού και της Αγίας Ιουλιανής, τοποθετείται η ύπαρξη αρχαίου ιερού. Εκεί βρέθηκαν τα λιγοστά αρχαιολογικά κατάλοιπα της περιοχής (δωρικά κιονόκρανα από λευκό μάρμαρο, καθώς και όστρακα αγγείων ), ενώ κάτω από το ιερό βρέθηκαν θραύσματα αρχαίας τοιχοποιίας οικισμού. Στον Κάβο του Γερανού, τοποθετείται κατά τον Ι. Σακελλίωνα, και το αρχαίο ακρωτήριο «Αμαζόνιον». ( Στον Σταδιασμόν της Μεγάλης Θαλάσσης, ανώνυμου συγγραφέα, 2ου -3ου αι. μ.Χ., όπου σημειώνονται οι αποστάσεις μεταξύ των νησιών αναφέρεται : « από του Παρθενίου της Λέρου επί το της Πάτμου Αμαζόνιον σταδίους σ΄ (200) »). Στο Γερανό υπάρχει και ένα από τα αρχαία «επικοινωνιακά δίκτυα», οι φρυκτωρίες ( από το ρήμα φρύγω = ψήνω και από το φρυκτός = πυρσός ), που ήταν ψηλοί, πέτρινοι πύργοι, οι οποίοι μεταβίβαζαν πληροφορίες σε μεγάλες χιλιομετρικές αποστάσεις, με φωτιά ή πυκνό καπνό. Ερείπια της φρυκτωρίας του Γερανού σώζονται μέχρι σήμερα. Αν ανεβούμε το λόφο την ώρα του δειλινού, θα απολαύσουμε ένα από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα. Η θέα προς τη Χώρα, τους όρμους του νησιού, και όλο το Γερανό, είναι μοναδική. Στη γιορτή της Παναγίας, το δεκαπενταύγουστο, οργανώνεται ένα από τα πιο παλιά παραδοσιακά πανηγύρια, στο οποίο συμμετέχει πλήθος κόσμου, ντόπιοι και επισκέπτες. Ας θυμηθούμε και τους στίχους από το λαϊκό τραγούδι : « Στην Παναγιά του Γερανού θα πάω να στήσω τέντα / για να περνούν οι πατινιές να πιάνουμε κουβέντα» κι ακόμα : « Στην Παναγιά του Γερανού χορεύουν τ’ άστρα τ’ ουρανού…».

Καθώς κατηφορίζουμε το μονοπάτι που θα μας βγάλει στο λιμανάκι, αριστερά μας βλέπουμε την παραλία της «Νεκροθάλασσας» ( μια από τις παραλίες του όρμου ) και ένα μεγάλο πλάτωμα τοιχογυρισμένο, που μέχρι τη δεκαετία του ’70 αποτελούσε κτήμα, με ένα μικρό αγροτικό σπιτάκι, αμπέλια, κηπευτικά και συκιές. Οι τελευταίοι ένοικοί του, ο κυρ Μιχάλης και η κυρά Όλγα Γιαμαίου, μας καλωσόριζαν ζεστά. Σήμερα το κτήμα είναι κατάξερο και το σπιτάκι ερείπιο. Μετά το κτήμα το μονοπάτι δημιουργεί διχάλα : ένα μικρό μονοπατάκι, παράλληλο του τοίχου, οδηγεί αριστερά, στην παραλία της «Νεκροθάλασσας» και στην Αλυκή του Γερανού. Εμείς ακολουθούμε το δεξί μονοπάτι, που θα μας βγάλει παραλία του όρμου, που βρίσκεται και το λιμανάκι. Παλαιότερα, πριν κατασκευαστεί ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, τον δεκαπενταύγουστο, στη γιορτή της Παναγίας, ο κόσμος κατέφθανε εδώ με τα καΐκια.

Σε όλη την περιοχή δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο, αν και επί χρόνια γίνονται προσπάθειες για δεντροφύτευση. Τα κατσίκια δεν αφήνουν περιθώριο πρασίνου. Παλαιότερα εδώ υπήρχαν χαρουπιές, και τα χαρούπια του Γερανού ήταν τροφή, για τους πεινασμένους κατοίκους του νησιού, τον καιρό του πολέμου. Ο Γερανός ήταν κάποτε γεμάτος από σκορπιούς, αλλά και σήμερα, κάτω από τις πέτρες, ή και τις αστοιβές ακόμα, που η περιοχή είναι γεμάτη, κάποιος σκορπιός θα ησυχάζει. Συμβουλή: Αποφεύγετε να σηκώνετε αμέριμνα τις πέτρες.

Φθάνοντας στην παραλία, απέναντι βλέπουμε το «Κεντρονήσι», με τα ερειπωμένα, παλιά ασκηταριά, που πήρε το όνομά του, καθώς λέγεται, από τους κέδρους που φύονταν εκεί. Διασχίζοντας την παραλία, ανηφορίζουμε, δεξιά, του μικρού λιμανιού, πάνω από τα βράχια, και παίρνουμε το μονοπάτι, που ακολουθεί την ακτογραμμή από ένα σταθερό ύψος. Το μονοπάτι μας οδηγεί στο Λιβάδι του Γερανού ( Λιβάδι του Ντεληποθητού, κατά την παλαιότερη ονομασία, ή και του Ξένου, του Σαριμπελά, της Καζανούς, ανάλογα με τους, κατά την εποχή, κτήτορες), κατά την παλαιότερη ονομασία), με την ωραιότατη παραλία, την μοναχική και ειδυλλιακή, ως χθες ακόμα, και σήμερα από τις πιο πολυσύχναστες και τουριστικές. Το λιβάδι του Ντεληποθητού, είναι μια από τις πιο όμορφες τοποθεσίες, με πηγαία ύδατα και καλλιέργειες. Ήδη από τον 17ο αιώνα, αναφέρεται ως περιοχή με «κηπάρια» και αμπέλια. Ο Γεωργειρήνης μας πληροφορεί πως το Λιβάδι είναι «μέρος λίαν πρόσφορον δι αμπέλους και την αλιείαν». Στο Κοινοτικό Κτηματολογιο του 1676, αναφέρονται ονόματα κτητόρων αμπελιών στο Λιβάδι του Ντεληποθητού. Υπάρχει δε ακριβώς η σημείωση : « 1676 Μαΐου 29 Μάνα των αμπελίων και των κηπαρίων καθώς τα εστιμάρισεν και εσήκωσά το δια να φαίνου (ν) ται εις κάθα καιρό». Εδώ, στο Λιβάδι, φύεται, μεταξύ των αγριολούλουδων, ένα σπάνιο είδος ορχιδέας, λεπτόκορμο, με μωβ άνθος.orxideesjpg

Πολύ κοντά, στην παραλία, βρίσκεται το νησάκι του Άη Γιώργη, με το παλαιό εκκλησάκι και τους μικρούς κολπίσκους.

Αφήνουμε το Λιβάδι του Ντεληποθητού, γοητευμένοι και γεμάτοι ευδαιμονία, και συνεχίζουμε τη διαδρομή, προς του Λιγγίνου, μια ακόμα ονειρική τοποθεσία. Πολύ σύντομα, διασχίζοντας το δρόμο, φτάνουμε στο ύψωμα, όπου εμφανίζονται μπροστά μας οι παραλίες του Λιγγίνου – δύο παραλίες, η μια δίπλα στην άλλη – και κατηφορίζουμε προς τα εκεί. Η θάλασσα που Λιγγίνου, καθώς λένε, βγάζει και τα καλύτερα χταπόδια. Στα όμορφα, καταπράσινα χωραφάκια, βλέπουμε, επίσης, να φύονται οι «ορχιδέες της Πάτμου». Η γραφική αυτή περιοχή, τα τελευταία χρόνια έχει αρχίζει να αλλάζει. Καινούργια σπίτια χτίζονται, και το παλιό καλντερίμι, καταστράφηκε. Τι κρίμα!

Αμέσως μετά τις δύο παραλίες, προχωρούμε σε χωμάτινο δρόμο, που ανοίχτηκε πάνω από το παλιό καλντερίμι, και φτάνουμε στο « Φτερό του Λιγγίνου». Η παραλία είναι βραχώδης και δύσκολη για μπάνιο. Εδώ υπάρχουν θειούχα πετρώματα, από τα οποία βγαίνει νερό, δημιουργείται λάσπη, που θεωρείται πως κάνει καλό στις μυκητιάσεις, και γενικά στο δέρμα. Προχωρώντας το δρόμο, βγαίνουμε σε ύψωμα : Κάτω βλέπουμε τη γραφικότατη παραλία της Βαγιάς, στην οποία μας οδηγεί, ένα μικρό, κατηφορικό και βραχώδες μονοπατάκι.

Στη Βαγιά – η ονομασία, πιθανόν, προήλθε, από τις βαγιές που υπήρχαν στην περιοχή – υπήρχε ένα από τα παλαιότερα χωριά του νησιού, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα. Τον 11ο αιώνα, όταν ο Όσιος Χριστόδουλος ήρθε στην Πάτμο οριοθέτησε την πρώτη οικιστική θέση του νησιού, μεταξύ του Κάβου της Βαγιάς, του Άη Νικόλα του «Αύδελου» και την Αγία Μαρίνα των Λευκών. Η αγροτική περιοχή της Βαγιάς είναι από τις πιο όμορφες του νησιού.

Από την παραλία της Βαγιάς, ανηφορίζουμε το δρόμο και σε πέντε λεπτά βρισκόμαστε στο σημείο εκκίνησης.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ : ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΣΤΕΛΙ

Στη διαδρομή αυτή, που είναι μια από τις σημαντικότερες του νησιού, διανύουμε τοποθεσίες, δρόμους και μονοπάτια, που αποτελούσαν μέρη της αρχαίας πρωτεύουσας της Πάτμου, τα οποία και οδηγούν στην αρχαία Ακρόπολη, το σπουδαιότερο αρχαίο μνημείο της Πάτμου.

Η πορεία που θα ακολουθήσουμε ξεκινά από το δημοτικό parking της Σκάλας, αριστερά του κεντρικού δρόμου και της παραλίας του «Θεολόγου». Η τοποθεσία αποτελεί τμήμα της περιοχής της «Περνέρας» (η ετυμολογία του ονόματος «Περνέρα» προέρχεται από τη λέξη: περνώ. Στην «Περνέρα» βρίσκεται ο δρόμος επικοινωνίας του νότιου με το βόρειο τμήμα του νησιού) και θεωρείται από τις αρχαιότερες του νησιού. Ονομαζόταν, πιθανόν, «Βότρυς» (βότρυς = σταφύλι ), τόπος στον οποίο δίδασκε ο Απόστολος Ιωάννης, σύμφωνα με τα απόκρυφα κείμενα: «Πράξεις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, συγγράφοντος του αυτού μαθητού Πρόχορου». Από την ονομασία του τοπωνυμίου διαπιστώνεται η ύπαρξη αμπελώνων στην περιοχή.

Λίγα μέτρα πιο κάτω του κεντρικού δρόμου, που κατευθύνεται στον Κάμπο, βρίσκεται το Βαπτιστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου – εξ ου και η σημερινή ονομασία της περιοχής – και τα παλαιότατα εκκλησάκια, του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και του μαθητή του, Αγίου Πολυκάρπου. Στη θάλασσα μέσα, σε βάθος εφτά μέτρων, βρίσκεται η «ξέρα του Κύνωπα» ή του «Κένεψη», όπως λέγεται στην Πάτμο , ονομασία του μυστηριώδη μάγου που, κατά την παράδοση, ο Άγιος Ιωάννης απολίθωσε, κατόπιν προσευχής. Τη θέση της ξέρας μας δείχνει πλωτός φάρος, που είναι τοποθετημένος πάνω της, για την προφύλαξη των πλοίων.

Ως τα νεότερα χρόνια, στο σημερινό μέρος του parking, υπήρχε ένας από τους ωραιότερους αμπελώνες της Σκάλας. Τον καλλιεργούσε ο Αντώνης Σορότος, ένας από τους καλύτερους αμπελουργούς του νησιού και μεγάλος παραμυθάς. Μέσα στο κτήμα υπήρχε, ως την δεκαετία του ’90, και ένα όμορφο αρχοντόσπιτο.

Από το parking ανηφορίζουμε τον ««Απάνω δρόμο της Περνέρας» ( το σημείο που ξεκινάμε να ανηφορίζουμε ονομάζεται, επακριβώς, της «Δοίκισσας» ) και οδηγούμαστε στους πρόποδες του βουνού του «Καστελιού» ( η ονομασία προέρχεται από τη λατινική λέξη «castellum» ), στη συνοικία «Καστέλι», και στον Άγιο Προκόπιο. Στον δρόμο αυτό, κατά τον Γάλλο περιηγητή και σημαντικό μελετητή της Πάτμου V. Guerin (1855): «υπήρχε εκεί τείχος από μακρά ελληνιστικά τετράγωνα», που, πιθανόν, να ήταν το θαλάσσιο περιτείχισμα της αρχαίας πρωτεύουσας του νησιού. (Παναγιώτης Κρητικός, Πατμιακά Τοπωνύμια). Ο δρόμος αυτός περνούσε και από το παλαιό Νεκροταφείο.

Στην περιοχή της «Περνέρας» τοποθετείται και η ύπαρξη του τοπωνυμίου «Λίθου βολή», που αναφέρεται στα χειρόγραφα του Πρόχορου. Σύμφωνα με την ονομασία του τοπωνυμίου, πρόκειται για την περιοχή όπου γίνονταν αγώνες λιθοβολίας. Για την διεξαγωγή αθλητικών αγώνων, στην αρχαία Πάτμο, μαθαίνουμε από σωζόμενη επιγραφή. Στα χειρόγραφα του Πρόχορου, περιέχονται μεταξύ των άλλων, ακόμα δύο τοπωνύμια, που τοποθετούνται, κατά την παράδοση, στην αρχαία πρωτεύουσα : οι θέσεις, «Αγορά» και «Δομετία Στοά», που αναφέρονται ως περιοχές που, επίσης, δίδασκε ο Απόστολος Ιωάννης.

Μετά το εκκλησάκι του Αγίου Προκοπίου, που, κατά τον Αρχιμανδρίτη και λόγιο, Γεράσιμο Σμυρνάκη, ιδρύθηκε το 1616 (εποχή που είχε αρχίσει να δημιουργείται η πόλη της Σκάλας) ανηφορίζουμε δεξιά, μέσα από τα γραφικά, στενά ( τσιμεντένια και με σκαλοπάτια ) σοκάκια της συνοικίας «Βλαχοχώρι». Η περιοχή αυτή είναι μια από τις πιο όμορφες του νησιού, με παλιά, ωραία σπίτια. Στη συνέχεια της διαδρομής, ακολουθούμε τη δεξιά κατεύθυνση. Στα τελευταία σπίτια το δρομάκι από τσιμεντένιο γίνεται χωμάτινο, ανηφορίζει με ελαφρά κλήση, και οδηγεί προς τον Άγιο Γεώργιο και στις ράχες του βουνού του Καστελιού.

Κατά τη διαδρομή, δεξιά μας, έχουμε πανοραμική θέα προς τη Σκάλα και το λιμάνι, ενώ αριστερά υπάρχουν καλλιεργημένες εκτάσεις. Το μονοπάτι, που είναι καθορισμένο με ξερολιθιές, σε κάποιο σημείο σταματάει, διακλαδίζεται και διέρχεται μέσα από ιδιόκτητα χωράφια : προς τα δεξιά οδηγεί στον Άγιο Γεώργιο, ενώ αριστερά συνεχίζει ανηφορίζοντας προς το Καστέλι, παράλληλα με τον υπάρχοντα μαντρότοιχο. Στα χωράφια και στις ράχες ανθίζουν τα αγριολούλουδα, οι ασπάλαθοι, τα κυσαρίδια, τα σχοίνα, οι ελιές, οι αμυγδαλιές. Πιο πάνω συναντάμε μια συστάδα με «αθάνατους». Από δω, αρχίζουμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά, με κατεύθυνση την κορυφή. Το μονοπάτι, ράχη – ράχη, μας οδηγεί κατά μήκος της αρχαίας πόλης. Η θέα είναι εντυπωσιακή: ένα πανόραμα των ακτογραμμών του νησιού, του κόλπου του Μέρικα, της Σκάλας, της Χώρα, του Χοχλακά. Στο βάθος βλέπουμε την Άνυδρο το Πετροκάραβο, την Ικαρία, και τη Νάξο, στα νοτιοδυτικά, όταν υπάρχει καθαρότητα. Μπροστά μας απλώνονται τα κτήματα του Καστελιού και το μικρό δασάκι, μέσα στο οποίο βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, συνεζευγμένο με του Αγίου Νικολάου, εκκλησάκια του 19ου αιώνα.

Προχωρώντας μέσα σε ένα ανοιχτό, υπέροχο πλάτωμα γεμάτο αγριολούλουδα, αντικρίζουμε τμήματα από τα αρχαία τείχη της πόλης, την πύλη εισόδου, σκαλοπάτια, ορθογώνιους πύργους. Παραπλήσια, μέσα στα τείχη, βρίσκεται το εκκλησάκι του «Αγίου Κωνσταντίνου του Καστελιού».

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, τα διατηρημένα λείψανα της οχύρωσης, χρονολογούνται στο τέλος της κλασικής περιόδου (τέλους του 4ου αι. π.Χ.). Η κατοίκηση της περιοχής επεκτείνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα ως το τέλος της 2ης χιλιετίας, περίοδος της πρωιμότερης κατοίκησης του νησιού.

Από τις επιφανειακές έρευνες των αρχαιολόγων τις τελευταίες δεκαετίες, εντοπίστηκαν ευρήματα Γεωμετρικής περιόδου ( 8ος π.Χ.), Αρχαϊκής (6ος π.Χ.), Κλασικής , Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής, και φανερώνουν τη συνεχή χρήση της περιοχής: Γραπτή και εγχάρακτη διακόσμηση, χάλκινες αιχμές βελών, κεραμικά. Την κατοίκηση της περιοχής του Καστελιού ως τους Ρωμαϊκούς χρόνους μαρτυρούν γυάλινα σκεύη, όπως οι χαρακτηριστικές δακρυδόχες ( «υguentari»). Σε μεγάλη έκταση εντοπίζονται επίσης, πολυάριθμα τμήματα από τα θεμέλια κτιριακών λειψάνων, όπως και ίχνη μεταλλευτικών δραστηριοτήτων.

Σύμφωνα, πάντα, με τους ερευνητές, η Ακρόπολις δέσποζε του λιμανιού της Σκάλας, του Μέρικα και του Χοχλακά. Από τα λείψανα του αρχαίου τείχους, συνάγεται η ύπαρξη εντυπωσιακής οχύρωσης : Το τείχος είναι οικοδομημένο από λαξευμένους ογκόλιθους, (τοπικούς, μαύρους ηφαιστειογενείς λίθους) που θυμίζουν το νεώτερο είδος Κυκλώπειου τείχους. Ο αρχαίος οικισμός εκτείνονταν ανατολικά της Ακρόπολης, και την περιοχή που σήμερα βρίσκονται τα κτήματα του Καστελιού, μέχρι τη Σκάλα. Κατά το αρχαιότερο των χειρογράφων του Πρόχορου, η αρχαία πόλις ονομαζόταν «Φορά» ενώ σε νεότερα χειρόγραφα αναφέρονται και άλλες ονομασίες, τύποι της λέξης «Φορά» : Φόρα, Φρωρά, Φρουρά κ.ά.

Από την περίμετρο του τείχους και την έκταση της αρχαίας πόλης, ο Guerin σημειώνει, πως η πόλις πρέπει να είχε 12.000 ως 14.000 κατοίκους (!). Ο ίδιος μέσα στην Ακρόπολη, στα Ν.Δ κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου, εντόπισε και τα ίχνη ορθογώνιου οικοδομήματος καθώς και τη βάση αγάλματος, και πιθανολογεί, πως ίσως ήταν η θέση του ναού του Κάρνειου Απόλλωνα, που λατρεύονταν στην Πάτμο. Στους ιερείς του θεού Απόλλωνα, συχνά αναφέρεται ο Πρόχορος στα χειρόγραφά του, σημειώνοντας πως ο Ιωάννης ο Θεολόγος, σε ένα από τα θαύματά του στο νησί, με ένα του λόγο κατακρήμνισε το ναό του Απόλλωνα. Επίσης στη εφημερίδα «Ελπίς Σύμης» το 1916 αναφέρεται από τον αρθρογράφο Χαβιαρά, ότι στο μέσο της ακρόπολις: «υπάρχει βάσις αγάλματος ή βωμού μετά πλαισίων κάτωθεν, προερχομένων εκ λαξεύσεως φυσικού βράχου έχουσα ύψος 1,7 μ. και διαμέτρου κατά την επιφάνεια 1,35 μ. Κατά δε το ανατολικόν μέρος της Ακροπόλεως υπάρχει βράχος ον απεπειράθησαν να καταστήσωσιν στρογγύλον και επί του οποίου υπάρχει λελαξευμένον ικανώς βαθύ έγκοιλον». Σήμερα δεν υπάρχει κανένα ίχνος. Η παράδοση αναφέρει ότι τμήματα κιόνων τοποθετήθηκαν σε παλαιότερες εποχές στον «Πούντο», στην προκυμαία, για να χρησιμεύσουν ως «παλαμαροδέτες» και πως είχαν διακομιστεί από το Καστέλι. Επίσης τμήματα της τοιχοποιίας, χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του Αγίου Κωνσταντίνου.

Παλαιότερα στο Καστέλι οι επισκέπτες μπορούσαν εύκολα να βρουν νομίσματα αργυρά και χάλκινα του 3ου και 4ου π.Χ. αι., με την προτομή του Μ. Αλεξάνδρου και βασιλέα Λυσιμάχου. Κατά τους αρχαιολόγους , λόγω της πολιτικής εξάρτησης του νησιού από την Μίλητο, το νησί δεν έκοψε δικό του νόμισμα. Τα μοναδικά γνωστά νομίσματα που βρέθηκαν στο Καστέλι είναι μιλησιακής κοπής. Ένα από τα νομίσματα που βρέθηκαν με την επιγραφή «ΠΑΤΜΟΨ», μάλλον, φανερώνει τις εμπορικές σχέσεις του νησιού με την ευρύτερη περιοχή. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από το Καστέλι παρουσίασε για πρώτη φορά ο Guerin.

Το 2001-2002 έγινε τοπογραφική αποτύπωση της αρχαίας ακρόπολις. Τα ευρήματα από τα επιφανειακά στρώματα, κυρίως πήλινα αγγεία κα μεταλλικά αντικείμενα, εκτίθενται στο Αρχοντικό Νικολαΐδη, στη Χώρα.

Συνεχίζοντας την διαδρομή, αρχίζουμε να κατηφορίζουμε το μονοπάτι προς τα αριστερά, μετά το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου, με θέα την Ικαρία. Από την περιοχή αυτή φαίνονται τα βορειοδυτικά παράλια του νησιού. Αμέσως μετά, ενώ κατευθυνόμαστε εσωτερικά της κοιλάδας, βλέπουμε, στα δεξιά μας, στην πλαγιά, τμήματα του αρχαίου τείχους. Το σχηματισμένο μονοπάτι προχωρεί ανάμεσα από διάσπαρτους βράχους και αγριολούλουδα, φθάνει σε ιδιόκτητα, καλλιεργημένα κτήματα, και προχωρεί ανάμεσά τους. Αφήνοντας πίσω μας τα κτήματα και τα λιγοστά αγροτόσπιτα, ακολουθούμε το δρόμο περιμετρικά του μαντρότοιχου, που τα περικλείει. Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε πως στο Καστέλι υπάρχουν «μάντρες» – η «Παλιά μάντρα» και η «Νέα Μάντρα του Καστελιού», κατά την ονομασία τους – περιοχές που περικλείονται με πρόχειρους τοίχους, «ξεροτρόχαλους», μέσα στους οποίους συγκεντρώνονται τη νύχτα τα ζώα.

Καθώς προχωράμε, μπροστά μας αντικρίζουμε τα ξερονήσια του Πετροκάραβου και της Άνυδρου, και δεξιά μας το «Κατεργάκι», περιοχή του Μέρικα. Ο δρόμος τώρα, είναι φαρδύς, χωμάτινος ( κατάλληλος και για αυτοκίνητα) και μας οδηγεί, μετά τις στάνες που συναντάμε, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Εκατέρωθεν του δρόμου, οι πλαγιές είναι γεμάτες από κυσσαρίδια. Αντίκρυ μας βλέπουμε τον Μέρικα και τις συνοικίες «Αρούβαλη» και «Νετιά». Κατά την παράδοση, όταν ο Όσιος Χριστόδουλος ήρθε στην Πάτμο, διάλεξε ως τοποθεσία για να κτίσει τη Μονή του « Τ’ Αρούβαλη». Κατόπιν όμως, φοβούμενος τους πειρατές, την έκτισε στη Χώρα. Στην περιοχή υπάρχει παλαιότατο εκκλησάκι αφιερωμένο στον Όσιο Χριστόδουλο.

Στη Νετιά, στο βάθος του λιμανιού της Σκάλας, βρίσκεται και η τοποθεσία «Ταρσανάς», όπου υπήρχαν τα παλαιά ναυπηγεία του νησιού. Η ξυλοναυπηγική τέχνη ήκμασε στην Πάτμο, ενώ οι Πάτμιοι ξυλοναυπηγοί ήταν από τους καλύτερους του Αιγαίου. Τα ναυπηγεία της Πάτμου ήταν σε ακμή ως τα μέσα του 20ου αιώνα.

Στη συνέχεια της διαδρομής, προχωρούμε προς τα δεξιά του δρόμου, και κατόπιν κατηφορίζουμε αριστερά, σε ένα μικρό τσιμεντένιο δρομάκι, που μας οδηγεί στον συνοικισμό «Καστέλι», με θέα προς το λιμάνι της Σκάλας. Σε λίγα λεπτά, προχωρώντας μέσα από τα στενά σοκάκια της περιοχής, καταλήγουμε στο σημείο εκκίνησης.

Απομένει η περιγραφή και άλλων μονοπατιών.

 Πηγή:patmostimes.gr

Αρέσει σε %d bloggers: