Ο Μέγας Κανών:Ὠδὴ α´. Ἦχος πλ. β´. Εἱρμός.

ο μέγας κανονἜγινε βοηθὸς καὶ σκεπαστής μου

ὁδηγώντας με στὴ σωτηρία ὁ ἀληθινὸς Θεός μου, γι᾿ αὐτὸ θὰ Τὸν δοξάσω. Εἶν᾿ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, γι᾿ αὐτὸ θὰ Τὸν φυλάξω ψηλὰ στὴν καρδιά μου, μιὰ καὶ μὲ δοξολογίες δοξάζεται.

Ποῦθε ν᾿ ἀρχίσω νὰ θρηνῶ τὶς πράξεις τῆς ἄθλιας ζωῆς μου; Ποιά νὰ βάλω, Χριστέ μου, πρώτη σ᾿ αὐτό μου τὸν θρῆνο; Σπλαχνικὸς ὅμως καθὼς εἶσαι, δῶσ᾿ μου τῶν ἁμαρτημάτων μου τὴν ἄφεση.

Ἐμπρός, ταλαίπωρη ψυχή, μὲ τὸ σῶμα σου στὸν Δημιουργὸ τῶν πάντων ἐξομολογήσου. Καὶ δῶσε πιὰ ὑπόσχεση ἀποχῆς ἀπὸ τ᾿ ἄλογα πάθη ποὺ ἐνεργοῦσες. Καὶ δεῖξε μετάνοια προσφέροντας στὸν Θεὸ δάκρυα.

Ἔνιωσα τὸν ἑαυτό μου, καθὼς προσπαθοῦσε νὰ ξεπεράσει στὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς τὸν πρωτόπλαστο Ἀδάμ, νὰ μένει γυμνὸς ἀπ᾿ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ χάνει, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, τὴν αἰώνια βασιλεία καὶ ἀπόλαυση.

Ἀλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες τὴν πρώτη Εὔα; Κοίταξες πονηρὰ καὶ πληγώθηκες πικρά. Ἅπλωσες τὸ χέρι στὸ δέντρο νὰ πάρεις τὸν καρπό. Καὶ γεύτηκες μ᾿ αὐθάδεια τὴν ἀπατηλὴ τροφὴ (τὴν ἁμαρτία).

Ἀντὶ γιὰ τὴν αἰσθητὴ θρονιάστηκε μέσα μου ἡ νοητὴ Εὔα, τῆς σάρκας ὁ ἐμπαθὴς λογισμός, ποὺ μοῦ δείχνει τὰ εὐχάριστα, καὶ γεύεται συνεχῶς τὴν πικρὴ τροφὴ τῆς ἁμαρτίας.

Δίκαια πετάχτηκε ἔξω ἀπ᾿ τὴν Ἐδέμ, Σωτήρα μου, τότε ὁ Ἀδάμ, ποὺ δὲν φύλαξε τὴν ἐντολή Σου. Ἐγὼ ὅμως τί θὰ πάθω, ποὺ ἀθετῶ ὁλοχρονὶς τὰ ζωηφόρα λόγια Σου;

Τοῦ Κάιν ἀντιγράφοντας μὲ τὴν προαίρεσή μου τὸν φριχτὸ φόνο, τῆς συνειδήσεώς μου ἔγινα φονιάς. Κολάκεψα τὶς ὀρέξεις τῆς σάρκας καὶ μὲ τὶς πονηρές μου πράξεις τὴν ὁδήγησα στὴν ἀπώλεια.

Δὲν ἔμοιασα, Ἰησοῦ μου, τοῦ Ἄβελ στὴ δικαιοσύνη. Δῶρα εὐπρόσδεχτα ποτέ μου δὲν Σοῦ πρόσφερα. Οὔτε πράξεις θεάρεστες, οὔτε θυσία καθαρή, οὔτε ζωὴ ἀψεγάδιαστη.

Ὅπως ὁ Κάιν ἔτσι κι ἐμεῖς, ψυχή μου ἄθλια, στὸν Κτίστη ὅλης τῆς δημιουργίας, μαζὶ προσφέραμε ἔργα ἀκάθαρτα, θυσία ἀξιοκατάκριτη καὶ βίο χωρὶς καμιὰ ἀξία. Γι᾿ αὐτὸ κατακριθήκαμε.

Τὴ λάσπη, θεῖε Κεραμέα, πλάθοντας ὕπαρξη, μοῦ ᾿δωσες σάρκες, κόκαλα, πνοὴ καὶ ζωή. Σὺ τώρα, Πλάστη μου, Λυτρωτή μου καὶ Κριτή, δέξου μου τὴ μετάνοια.

Σὲ Σένα ἀπαριθμῶ Σωτήρα μου, τὶς ἁμαρτίες ποὺ ᾿πραξα. Τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ποὺ μέσα μου σὰν ληστὲς ἄνοιξαν, οἱ ἀκάθαρτοι λογισμοί.

Ἁμάρτησα, Σωτήρα μου! Γνωρίζω ὅμως τὴ φιλανθρωπία Σου. Τιμωρεῖς μὲ συμπάθεια καὶ σπλαχνίζεσαι μὲ θερμότητα. Βλέπεις τὰ δάκρυα καὶ τρέχεις σὰν Πατέρας στοργικὸς γιὰ νὰ φέρεις πίσω τὸν ἄσωτο.

Ἦρθα κι ἔπεσα, Σωτήρα μου, τώρα στὰ γεράματά μου μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ ἐλέους Σου. Μὴ μὲ πετάξεις χωρὶς ἔλεος στὸν ἅδη· δῶσ᾿ μου Σύ, Φιλάνθρωπε, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μου, πρὶν ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου μου.

Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ ἀπ᾿ τοὺς λογισμούς μου, σὰν ἀπὸ ληστές, κυριεύτηκα! Κι αὐτὴ τὴν ὥρα βρίσκομαι τραυματισμένος, γεμάτος πληγές, ποὺ μοῦ ἄφησαν αὐτοί. Σὺ ὅμως, Χριστὲ καὶ Σωτήρα μου, φτάσε καὶ γιάτρεψέ με.

Ἱερέας μὲ εἶδε πρῶτος καὶ προσπέρασε. Καὶ ὁ Λευίτης, βλέποντάς με σὲ κατάσταση φριχτή, μὲ παράτησε γυμνό! Ἀλλά, Σύ, Ἰησοῦ μου, ποὺ ἀπ᾿ τὰ σπλάχνα τῆς Μαρίας σὰν ἄλλος ἥλιος ἀνέτειλες, φτάσε κι ἐλέησέ με.

Σὺ Κύριέ μου, τοῦ Θεοῦ ὁ Ἀμνός, ποὺ σηκώνεις ὅλων τὶς ἁμαρτίες, πάρε ἀπὸ πάνω μου τὸν βαρὺ χαλκὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει. Καὶ καθὼς εἶσαι σπλαχνικὸς συγχώρεσέ μου τ᾿ ἁμαρτήματα.

Τῆς μετανοίας εἶναι καιρός! Σὲ Σένα καταφεύγω, τὸν Πλαστουργό μου. Πάρε ἀπὸ πάνω μου τὸν βαρὺ χαλκὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει. Καὶ καθὼς εἶσαι σπλαχνικὸς συγχώρεσέ μου τ᾿ ἁμαρτήματα.

Σωτήρα μου, μὴ μὲ ἀποστραφεῖς! Μὴ μὲ πετάξεις μακριὰ ἀπ᾿ τὸ θεῖο πρόσωπό Σου! Πάρε ἀπὸ πάνω μου τὸν βαρὺ χαλκὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει. Καὶ καθὼς εἶσαι σπλαχνικὸς συγχώρεσέ μου τ᾿ ἁμαρτήματα.

Συγχώρεσε, Σωτήρα μου, τὰ ἁμαρτήματά μου. Ὅλα ὅσα κάνω μὲ τὴ θέλησή μου ἢ χωρὶς αὐτήν. Ὅσα φανερὰ καὶ ὅσα κρυφά, ὅσα γνωρίζω καὶ ὅσα δὲν γνωρίζω. Ὅλα συγχώρεσὲ τα ὡς Θεός. Γίνε εὔσπλαχνος καὶ σῶσε με.

Ἀπ᾿ τὰ χρόνια τῆς νιότης, Σωτήρα μου, περιφρόνησα τὶς ἐντολές Σου! Πέρασα τὴ ζωή μου ὁλόκληρη δουλεύοντας στὰ πάθη, μ᾿ ἀμέλεια καὶ τεμπελιά! Γι᾿ αὐτὸ φωνάζω δυνατά, Σωτήρα μου: Ἔστω καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου σῶσε με.

Τὰ δῶρα τῆς ἀθάνατης ψυχῆς ξόδεψα στὶς ἀσωτίες. Εἶμαι ἄδειος ἀπὸ εὐσέβεια καὶ ἀρετή! Πεινασμένος πνευματικὰ φωνάζω δυνατά: Σὺ ὁ Πατέρας ὁ σπλαχνικὸς φτάσε κι ἐλέησέ με.

Στὰ πόδια Σου πέφτω, Ἰησοῦ! Σὲ Σένα ἔχω ἁμαρτήσει, γίνε εὔσπλαχνος. Πάρε ἀπὸ πάνω μου τὸν βαρὺ χαλκὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει. Καὶ σὰν σπλαχνικὸς ποὺ ᾿σαι δῶσ᾿ μου δάκρυα κατανύξεως.

Μὴν καταπιαστεῖς μὲ μένα νὰ μὲ κρίνεις, Παντο- φέρνοντας στὸ φῶς τὶς πράξεις μου     [δύναμε, ἢ ἐξετάζοντας τὰ λόγια μου καὶ καλώντας με νὰ λογοδοτήσω γιὰ τὶς ὁρμές μου. Ἀλλὰ μέσα στὸ ἔλεός Σου τὸ πολὺ παράβλεψε τὰ φοβερὰ ἁμαρτήματά μου καὶ σῶσε με.

Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Τριάδα, ποὺ ἡ οὐσία Σου εἶναι ἀπρόσιτη, Σὲ προσκυνοῦμε ὡς Μονάδα. Πάρε ἀπὸ πάνω μου τὸν βαρὺ χαλκὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει. Καὶ σὰν σπλαχνικὴ ποὺ ᾿σαι δῶσ᾿ μου δάκρυα κατανύξεως.

Καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν. Θεοτοκίο.

Θεοτόκε, ἡ ἐλπίδα καὶ προστασία ὅσων σὲ ὑμνοῦν, πάρε ἀπὸ πάνω μου τὸν βαρὺ χαλκὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει. Καὶ σὰν πάναγνη Δέσποινα δέξου μου τὴ μετάνοια.

Πηγή:users.uoa.gr

Αρέσει σε %d bloggers: