Ο Μητροπολίτης Πρεσλάβας και Βιδινίου Άνθιμος (1853-1862)

xalki1

του πρωτοπρ. Γεωργίου Δ.Μεταλληνού,
Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η σημαντικότερη περίπτωση για το εξεταζόμενο εδώ θέμα είναι εκείνη του Πρεσλάβας Ανθίμου, διότι συνδέεται με τη δυσμενέστερη για το Εθναρχικό Κέντρο εκτροπή, που θα μπορούσαν να πάρουν τα πράγματα στις επαρχίες του. Ο Άνθιμος (κατά κόσμο Αθανάσιος Μιχαήλ) γεννηθηκε στις Σαράντα Εκκλησίες της Θράκης το έτος 1816 και ηταν βουλγαρικής καταγωγής, από την εθναρχική δηλαδη «επαρχία» της Βουλγαρίας. Ήταν, συνεπώς και αυτός Ρωμηός, όπως άλλωστε και όλοι οι Βούλγαροι και οι λοιπά ορθόδοξοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι πνευματικά και «πολιτικά» συνδεδεμένοι με το πρώτο Ρωμαίϊκο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως- Νέας Ρώμης. Γι΄ αυτό είχε και αυτός ελληνική παιδεία (ρωμαίϊκη), μιλώντας, όπως όλοι οι ευπαίδευτα (τουλάχιστο) συμπατριώτες του, τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, δηλαδη τα «ρωμαίϊκα». Άλλωστε το 1836 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου από το 1839 φοίτησε σε ελληνικό ενοριακό σχολείο και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ως μοναχός της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου. Από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης αποφοίτησε το 1848. Μητροπολίτης Πρεσλάβας εξελέγη στις 23 Μαΐου 1861 και υπήρξε ο πρώτος Έξαρχος της Εκκλησίας Βουλγαρίας. Έχουμε δημοσιεύσει τέσσερα γράμματα του Ανθίμου, που δείχνουν την πορεία του μέχρι να φθάσει — εκών, άκων— στην προδοσία του κατά της Ρωμαίϊκης Εθναρχίας,θύμα και αυτός του εθνοφυλετικού πνεύματος. Δεν θα επαναλάβουμε λοιπόν, όσα έχουν εκτεθεί στην παλαιότερη για το ζήτημα αυτό μελέτη μας, άλλα θα περιορισθούμε σε κάποια σημεία, πού προσθέτουν κάποια ακόμη στοιχεία στο θέμα μας.

Ο Άνθιμος ανέπτυξε,αμέσως μετά την αποφοίτησή του, διδακτική δράση στην επαρχία του. Σε προς το Σχολάρχη γράμμα του ήμερ. 17 Οκτωβρίου 1848 δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για την οργάνωση των σχολείων του, «ελληνικού» και «Αλληλοδιδακτικού». Παρά τους«δυσβάστακτους κόπους» του, όπως γράφει, δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα και δυσκολίες. Αυτά θα έλθουν αργότερα. Σε δεύτερο και τρίτο γράμματα (1η Μαρτίου 1853 και τα δύο) ο αποστολέας βρίσκεται στη Μόσχα και ζει στο κλίμα,πού άρχισε να διαμορφώνεται με την έκρηξη του κριμαϊκού πολέμου (1853) και την κορύφωση του πανσλαβισμού, που είχε και την ανθελληνικη και μισελληνική διάστασή του. Η στάση του απέναντι στο Σχολάρχη και στα πρόσωπα της Θεολογικής Σχολής είναι ιδιαίτερα υιϊκή, φιλική, αυτόχρημα αδελφική, όπως και η σχέση του με το ελληνικό στοιχείο της Οδησσού, όπου βρήκε αδελφική φιλοξενία στην εκεί ανθούσα ελληνική παροικία, και ο Άνθιμος έχει την αυτοσυνειδησία του «Γραικού» ή«Ρωμηού», αισθανόμενος ενωμένος πνευματικά, όχι μόνο με τη Σχολή, αλλά και το Εθναρχικό Κέντρο.

Στο δεύτερο γράμμα,απευθυνόμενο στον υποτακτικό και οικονόμο του Σχολάρχη, Φιλάρετο Αυγερινό (αργότερα κληρικό), αγγίζει φλέγοντα προβλήματα της εποχής, γνωρίζοντας ότι όλων αυτών θα λάβει γνώση και ο Σχολάρχης. Αναφέρεται στην αντιπατριαρχική και αντιρωμαίϊκη προπαγάνδα και την πολεμική προς την κοινή μητέρα («της πολυπαθούς ημών μητρός Εκκλησίας»), «ην άνδρες δόλιοι και ατάσθαλοι ήρξαντο από τινος καιρού, ίνα διαβάλωσι προς τους ενταύθα [= στη Ρωσία] ομοδόξους, ως δήδεν δυναστεύουσαν και επιβουλεύουσαν το τε έθνος αυτών και την γλώσσαν, τη αποστολή εις την χώραν αυτών αμαθών και φαυλοβίων και σιμωνιακών αρχιερέων». Είναι πλήρως εναρμονισμένες οι επισημάνσεις αυτές προς όσα είδαμε στα προηγούμενα γράμματα. Ο Άνθιμος φαίνεται να ίσταται στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και αυτό δείχνει και η κατακλείδα των λόγων του σ’ αυτή την ενότητα: «Κύριος δώη αυτοίς ων βουλεύονται και τεκταίνονται κατά της Εκκλησίας». Ο αποστολέας, είναι προφανές, ότι έχει κατά νου τη δραστηριότητα των «Βουλγαριστών».

Το τέταρτο γράμμα γράφτηκε στις 20 Αυγούστου 1862 από το «Μικρόν Τύρνοβον», όπου βρίσκονταν ο αποστολέας. Είναι περίοδος ιδιαίτερα ταραγμένη στην επαρχία της Βουλγαρίας. Στις 3 Απριλίου 1860 εκδηλώθηκε η ανταρσία του Μακαριουπόλεως Ιλαρίωνος (παρέλειψε το μνημόσυνο του Οικουμενικού Πατριάρχη στη Λειτουργία του Πάσχα επιδεικτικά και μετά από λίγο αυτοανακηρύχθηκε αρχηγός της βουλγαρικής «εθνικής» Εκκλησίας). Χαρακτηριστικό: ο αντάρτης Μητροπολίτης ήταν μαθητής του Θεοφίλου Καΐρη στην Άνδρο! Ενίσχυσε, μάλιστα,και ουνιτίζουσες κινήσεις. Τις αυτονομιστικές τάσεις των Βουλγάρων εθνικιστών υπέθαλπαν και οι Διαμαρτυρόμενοι, που ανέπτυσσαν την προπαγανδα τους στη Βουλγαρία.

Στον Άνθιμο ως Μητροπολίτη Πρεσλάβας είχε ανατεθεί από την Μεγάλη Εκκλησία ηγετικός ρόλος στην αντιμετώπιση αυτών των τάσεων και κινήσεων και στο γράμμα φαίνεται η πρόθυμη συμμετοχή του, όπως άλλωστε και το 1867 κατά τη δεύτερη πατριαρχία Γρηγορίου του Στ’ (1867-1871) στη Νεοκαισάρεια. Στο παρόν γράμμα επικεντρώνεται η προσοχή του στον παπικό κίνδυνο, δεν απουσιάζει όμως και η αναφορά στα πολιτικά πράγματα.Ασκεί, μάλιστα θαρραλέα κριτική για τα αίτια που οδηγούσαν την στροφή μιας μερίδας στον παπισμό («καθολικισμό» — καθολικός = ορθόδοξος). Σπουδαία δε είναι η παρατήρησή του, ότι η προσχώρηση στον παπισμό (ουνία), είχε στο βάθος σημασία πολιτική, νοουμένη όχι ως «θρησκείας αλλαγή, αλλά δεινών απαλλαγή». Η ανωμαλία της στάσεως συνέβαινε κατ’ αυτόν «ένεκα της πολυχρονίου τυραννίας…προκρίτων τινών, ειλωτικών τοις πολλοίς χρωμένων». Οι ενέργειες, συνεπώς,αναξίων Ρωμηών έβλαπταν σοβαρά τη Ρωμηοσύνη. Ο κίνδυνος δε παραμένει, διότι καραδοκούν να επανέλθουν οι «μετ’ αισχύνης αποδιωχθέντες λαοπλάνοι». Ο Άνθιμος, συνεπώς δικαιολογεί ή μάλλον κατανοεί ότι αυτό και μόνον «ώθησε τους καταβεβαρυμένους δυστυχείς [τους αδικούμενους, δηλαδή] εις τον κατολικισμόν».

Ο Άνθιμος ίσταται ακόμη σταθερά στο πλευρό του Πατριαρχείου, μεταξύ δε των ετών 1865 και 1867  θα διευθύνει και τη Θεολογική Σχολή. Στις 13 Απριλίου 1868 εξελέγη Μητροπολίτης Βιδύνης. Το Δεκέμβριο όμως του ίδιου έτους, μαζί με άλλους Βουλγάρους Μητροπολίτες, έστειλε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Στ’ «την από της υποταγής αυτών εις τον Οικουμενικόν Θρόνον παραίτησιν», διότι μετέθεσαν «τον προς αυτόν όρκον της χειροτονίας αυτών εις άλλην ορθόδοξην Εκκλησίαν, αδελφήν και ομόφρονα κατά πάντα τη Μεγάλη Εκκλησία». Αυτή ήταν η επίσημη αρχή της διαδικασίας του βουλγαρικού σχίσματος (1872), στο οποίο ενεπλάκη και ο Άνθιμος παρά την ειλικρινή προηγουμένως αφοσίωσή του στη «Μητέρα», και για τους Βουλγάρους. Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Πηγή: πρωτοπρ. Γεωργίου Δ.Μεταλληνού, Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, § Εθναρχική δράσις ιεραρχών αποφοίτων της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης (ιθ’ αι.), Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», Εβδομαδιαία Έκδοσις της Πανελληνίου Ορθοδόξου Ενώσεως (Π.Ο.Ε.), Αθήναι 2013.

Αρέσει σε %d bloggers: